Συρράκο, 15 Αυγούστου 1930. Αρχείο Κ. Μπίτσιου

Slider

Βιβλιοπαρουσιάσεις

Βιβλιοκρισίες: Φάνης Γ. Δασούλας, «Μπότσι». Το θρηνολόγημα των νεκρών στην παράδοση του Μετσόβου

ΦANHΣ Γ. ΔΑΣΟΥΛΑΣ, «Μπότσι». Το θρηνολόγημα των νεκρών στην παράδοση του ΜετσόβουΟι ομιλούμενες σήμερα -έστω από τους γεροντότερους- άγραφες γλώσσες στα Βαλκάνια είναι λίγες και έχουν απαξιωθεί, αν όχι και καταπολεμηθεί, στην προφορική καθημερινή εκφορά τους από τα επίσημα κράτη, όπως το ελληνικό, οπότε και έχουν «καταγραφεί» ελάχιστα.

Είναι πολύ σημαντική λοιπόν η έκδοση του βιβλίου του Φάνη Γ. Δασούλα που αφορά τη θρηνητική παράδοση των Βλάχων ειδικά στην περιοχή του Μετσόβου στο νομό Ιωαννίνων της Ηπείρου, και μάλιστα με γραπτή απόδοση των μοιρολογιών στη Βλάχικη γλώσσα και στίχο στίχο «μετάφρασή» τους και στην ελληνική, δεδομένου επιπλέον του πόσο δύσκολη, σπάνια σε σχέση με άλλα είδη τραγουδιών, αλλά και «κριματισμένη» για τον ερευνητή εθνογραφική εργασία είναι η καταγραφή θρήνων και μοιρολογιών εν γένει.

Ο πολύ καλά δομημένος πρόλογος του συγγραφέα αναφορικά με τη διαβατήρια τελετουργία του θανάτου εν γένει όσο και στην παράδοση των Βλάχων ειδικότερα, τα εισαγωγικά σημειώματα στις επιμέρους ενότητες, όπως τις δομεί ο συγγραφέας, και η ίδια η απόδοση των στίχων των μοιρολογιών στην ελληνική δεν αρκούν βεβαίως για κάποιαν σαν τη γράφουσα, που δεν είναι κάτοχος της γλώσσας και μέτοχος του φέροντος αυτήν πολιτισμού των Βλάχων και δη του τοπικού του Μετσόβου, προκειμένου να γράψει σχετικά με το βιβλίο. Παίρνω παρ’ όλα αυτά το θάρρος να γράψω σχετικά στηριζόμενη κυρίως στη γενικότερη ανθρωπολογική προσέγγιση του θανάτου ως έσχατης τελετουργίας διάβασης στον κοινωνικό και βιολογικό κύκλο της ζωής των ανθρώπων, αλλά και στην προσωπική μου εθνογραφική εμπειρία στη Δυτική Ελλάδα και την Ήπειρο όσο και στη δημοσιευμένη δουλειά μου τη σχετική με τον θάνατο, αναφορικά με την ελληνική θρηνητική παράδοση.

Όπως έχω υποστηρίξει με βάση και τα παραπάνω, η καταγραφή μοιρολογιών εκτός της επιτέλεσης της τελετουργίας του θρήνου για τον συγκεκριμένο νεκρό και το κείμενο εμπρός στις θρηνωδούς «εν προθέσει» λείψανό του (όπως δηλαδή συμβαίνει με τα μοιρολόγια στο εν λόγω βιβλίο και το επισημαίνει και ο συγγραφέας) δίνει μια περισσότερο ή λιγότερο ελλιπή εικόνα τόσο για τα  μοιρολόγια ως αφηγηματικά και λυρικά ποιητικά και μουσικά κείμενα όσο και για τη συνολική τελετουργία του θανάτου, την κοσμοαντίληψη, τις θρησκευτικές, εσχατολογικές και σωτηριολογικές, πίστεις και προσδοκίες για το επέκεινα, τη μυθική παράδοση που το αφορά και τα κοινωνικά, έμφυλα και μη, συμφραζόμενα. Ωστόσο ο συγγραφέας, στηριζόμενος στην ανθρωπολογία (συνομιλώντας διαλεκτικά και με τους «προλαλήσαντες» βιβλιογραφικά περί θανάτου), στα κείμενα των καταγραμμένων από τον ίδιο, εκτός τελετουργίας, μοιρολογιών και στις πληροφορίες από τις συνεντεύξεις με τους εν ζωή φορείς της μετσοβίτικης, βλάχικης παράδοσης και γλώσσας (φορέας και μέτοχος της οποίας είναι και ο ίδιος), δομεί σε επιμέρους φάσεις  την κρίσιμη και επώδυνη τελετουργία του θανάτου και αναδεικνύει τη λειτουργία των επιμέρους καταγραμμένων μοιρολογιών μέσα στο κοινωνικό και διαβατήριο πλαίσιό τους με διαφωτιστικά και κριτικά εισαγωγικά σημειώματα σε κάθε φάση, ενώ παραθέτει και μετρικές και μουσικολογικές παρατηρήσεις. Αποκαλυπτικά και για τους μη μετέχοντες σε αυτή την παράδοση και στη (χαμένη εν πολλοίς) γλώσσα αναγνώστες, μας μυεί στον τοπικό θρηνητικό πολιτισμό, στις πίστεις, στις αντιλήψεις για το επέκεινα, στις σχετικές μυθικές αφηγήσεις, στους ανέφικτους, θεατρικούς διαλόγους ζωντανών και νεκρών και τη σημασία τους, στις επικήδειες και επιμνημόσυνες άυλες και υλικές τελετουργικές δράσεις και συμπεριφορές, όπως εκφράζονται συνολικά με τη βλάχικη λέξη «μπότσι». Κατά τον συγγραφέα, τα εθνογραφικά του ευρήματα τεκμηριώνουν τη μη χριστιανική θρησκευτική ταυτότητα του θρήνου και των σχετικών αντιλήψεων περί του θανάτου και του επέκεινα στον πολιτισμό των Βλάχων του Μετσόβου. Είναι επιφυλακτικός ως προς την προχριστιανική τους προέλευση, χωρίς να αναζητά και σε ποιο πολιτισμικό και θρησκευτικό «στρώμα» ανήκει αυτή η μη χριστιανική, μακροχρόνια ζώσα μέσα στο χριστιανικό πλαίσιο, προφορική παράδοση περί θανάτου.

Μία από τις ενότητες αφορά τα cantιci, τα βλαχόφωνα και ελληνόφωνα θρηνητικά τραγούδια, αφηγηματικά και άλλα, τα οποία επιτελούνται -αδιακρίτως ως προς τη γλώσσα- με συνοδεία μουσικών οργάνων, όχι όμως κατά την πρόθεση του νεκρού (όπως τα εκφερόμενα από τις γυναίκες boci, τα μοιρολόγια δηλ. που δεν συνοδεύονται ποτέ από μουσικά όργανα), αλλά κατά την εκφορά και την ταφή του νεκρού, καθώς και σε άλλες τελετουργικές περιστάσεις μνήμης εκλιπόντων, πόνου και πένθους στο Μέτσοβο.

Ο συγγραφέας σημειώνει ότι στα βλάχικα μοιρολόγια απαντά, είτε ως γύρισμα-επίκληση προς τον νεκρό είτε ως αυτοπροσδιορισμός του νεκρού, η δάνεια ελληνική λέξη «μαύρε» ή «μαύρε μου» (και αντιστοίχως «μαύρη» ή «μαύρη μου»), συμπεραίνοντας ότι δεν προκύπτει από κάπου ότι η αναφορά της λέξης «μαύρος / μαύρη» αφορά τη «Μαυρηγή», τουλάχιστον σε όσα μοιρολόγια κατέγραψε ο ίδιος (σ. 85-86, σημ. 29). Ωστόσο τα γλωσσικά δάνεια δεν είναι βεβαίως τυχαία: Δεν εντάσσονται αποσπασματικά σε άλλες γλώσσες, αλλά μεταφέρουν και συναφές πολιτισμικό φορτίο. Στην ελληνική θρηνητική παράδοση οι νεκροί στον κάτω κόσμο είναι «μαύροι» όχι μόνο γιατί δεν μπορεί να προσδιοριστεί το χρώμα ή το σχήμα τους, αλλά και γιατί ανήκουν στην «Μαυρηγή» (η οποία, για τους ίδιους λόγους, ως δέσποινα του άγνωστου κάτω κόσμου είναι «μαύρη»). Γι αυτό εκτιμώ ότι ο επιθετικός ή κατηγορηματικός προσδιορισμός «μαύρος» στα μοιρολόγια, αλλά και στην καθομιλουμένη, μεταφέρει κάτ’ επέκταση αυτή την υποχθόνια, πένθιμη και αποτρόπαιη σημασία: Ο κόσμος των Βλάχων συνίσταται από χώρους «απάνω» και «κάτω» από τη γη.

Εκτιμώ ότι στο βιβλίο αυτό αναδεικνύονται εντυπωσιακές οι ομοιότητες της θρηνητικής προφορικής παράδοσης και των νεκρικών εθίμων των Βλάχων με την αντίστοιχη ελληνική παράδοση: η διαβατήρια δομή της θρηνητικής τελετουργίας, το περιεχόμενο των μοιρολογιών, οι αντιλήψεις για το επέκεινα. Οι δύο αυτές προφορικές παραδόσεις συνυπάρχουν στον τόπο της Ηπείρου ως διάφορες γλωσσικά εκφάνσεις ενός κοινού και διαχρονικού βαλκανικού πολιτισμού του θανάτου.

Το Μπότσι του Φάνη Γ. Δασούλα καταγράφει ανθρωπολογικά την πολύτιμη αλλά απειλούμενη από τη λήθη, θρηνητική παράδοση των «γνωστών άγνωστων» Βλάχων συμπατριωτών μας της περιοχής του Μετσόβου και την αποθησαυρίζει μαζί με την εν πολλοίς άγραφη γλώσσα τους, συμβάλλοντας στην αυτογνωσία μας και στην απάλειψη των όποιων τυχόν -άνωθεν επιβεβλημένων ή ενδογενών στη λαϊκή βάση (για ποικίλους λόγους)- προκαταλήψεων για τη διαφορά, τους συνανθρώπους μας, τη γλώσσα και τον πολιτισμό τους.

ΕΛΕΝΗ ΨΥΧΟΓΙΟΥ
ΦANHΣ Γ. ΔΑΣΟΥΛΑΣ, «Μπότσι». Το θρηνολόγημα των νεκρών στην παράδοση του Μετσόβου. Εκδόσεις Ισνάφι, Ιωάννινα 2018, σχ. 8ο, σ. 100.
Βιβλιοκρισίες Βιβλιοπαρουσιάσεις στο
Περιοδικό Εθνολογία, τόμος 17ος/2017-2018
περιοδική έκδοση της Ελληνικής Εταιρείας Εθνολογίας