Βιβλιοπαρουσιάσεις

Βλάστη (Μπλάτσι) - Νάματα (Πιπιλίστα). Ταυτότητα, μύθοι και πραγματικότητες. Δημήτρης ΠαράσχοςΗ παρούσα μελέτη - έρευνα είναι αποτέλεσμα εικοσάχρονης και πλέον αναζήτησης για ένα θέμα που στις μέρες μας και μέσα στη δίνη της παγκοσμιοποίησης φαίνεται να μην έχει καμία απολύτως πρακτική σημασία.

Πολύ απλά, αποσκοπεί να δείξει, πώς μια κοινωνία δύο αδελφών χωριών, της Βλάστης και των Ναμάτων, εξαιτίας των εθνικιστικών εξάρσεων και των κοινωνικών διαφοροποιήσεων και τάξεων, έφτασε στις μέρες μας να αντιμετωπίζει κρίση ταυτότητας και να διατηρεί μια εντελώς ακατανόητη εικόνα για τους τρίτους σχετικά με το αυτονόητο, ότι δηλαδή οι δύο αυτές κοινότητες υπήρξαν βλαχόφωνες και οι κάτοικοί τους είναι Έλληνες βλαχικής καταγωγής.
Το θέμα της μελέτης δεν είναι επί του παρόντος τι είναι οι Βλάχοι, όπως πολύ σωστά γράφει ο Αστ. Κουκούδης1, αλλά το ποιοί είναι οι Βλάχοι. Το τι είναι το έδειξαν και το δείχνουν σε όλο τον κόσμο, αλλά κυρίως στη μητρόπολή τους, την Ελλάδα, ως αναπόσπαστο κομμάτι της. Εντελώς ενδεικτικά αναφέρουμε τα ονόματα Ζάππας, Τοσίτσας, Στουρνάρας, Δούμπας. Έχει λοιπόν χαρακτήρα “ενωτικό” και αποσκοπεί στην εξήγηση και ουτοπικά ίσως στην εξάλειψη μίας άσκοπης, στις μέρες μας, διχόνοιας, που ταλανίζει πολλά χρόνια την κοινωνία των δύο χωριών. .

Μεγάλωσα ως Βλάχος στην Πτολεμαΐδα και ως κατά το ήμισυ “Γκραίκος” και “Βλάχος” στα Νάματα. Οι γονείς μου εκτός χωριού ήταν Βλάχοι, το καλοκαίρι όμως στα Νάματα ήταν κατά το ήμισυ Βλάχοι και Γκραίκοι… παράνοια!!! Έχω ακόμη στα αυτιά μου τις αφηγήσεις των παππούδων μου για την καταγωγή μας από τη Μοσχόπολη, την Αβδέλλα, τη Φούρκα, τη Γράμμουστα, χωρίς τίποτα από όλα αυτά να σημαίνει τότε κάτι ιδιαίτερο. Απλά αυτοπροσδιοριζόμασταν ως “Βλάχοι” ή ως “Μπλατσιώτες”, όπως είναι συλλογικά γνωστοί οι κάτοικοι των δύο χωριών, στoυς τόπους που ζούσαμε, ακούγοντας αραιά και πού σκόρπιες βλάχικες λέξεις και εκφράσεις, χωρίς επίγνωση του τι θα επεφύλασσε η μετέπειτα ιστορική αναζήτηση.
Σε ηλικία δεκαεπτά χρονών, κάτοικος πλέον της Αλεξάνδρειας Ημαθίας, είχα αρχίσει να ασχολούμαι με την παραδοσιακή μουσική, όταν κάποια μέρα, ακούγοντας μία κασέτα με βλάχικα τραγούδια του Στέργιου Δαρδακούλη, η γιαγιά μου, Τρυγόνα Παράσχου, το γένος Γκάτσου, μου ανέφερε (ουσιαστικά αποκάλυψε) εντελώς αναπάντεχα ότι «αυτά» (τα βλάχικα) μιλούσαν στο σπίτι της όταν ήταν μικρή, αλλά «στην πορεία δεν τα πολυήθελαν και μετά τα σταμάτησαν». Η κουβέντα εκείνη έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία, κυρίως για τον πατέρα μου, που δεν μπορούσε μέχρι τότε να διανοηθεί πως η μητέρα του δεν είχε την ελληνική ως μητρική της γλώσσα.
Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς έπεσε στα χέρια μου, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, το μνημειώδες έργο των A. J. B. Wace & M. S. Τhompson, Oι νομάδες των Βαλκανίων. Η φράση «η Πιπιλίστα λέγεται ότι είναι καθαρά βλάχικο χωριό, πολιτικώς όμως είναι ελληνικό»2, αποτέλεσε το έναυσμα μιας αναζήτησης που έμελλε να διαρκέσει περισσότερο από είκοσι χρόνια, για να έχουμε πλέον στα χέρια μας την παρούσα μελέτη, με κύριο σκοπό να δούμε κατάματα την αλήθεια. Με κύριο όπλο την έρευνα σε όλους τους χώρους που θα μπορούσαν να βρεθούν στοιχεία, στους καθημερινούς ανθρώπους και με παντοτινό γνώμονα τη μαθηματική απόδειξη, συγκεντρώθηκε ένα πολύ σημαντικό υλικό, το οποίο λειτούργησε καταλυτικά στο να σχηματιστεί μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα αναφορικά με την ιστορική εξέλιξη των δύο χωριών.
Επιχειρούνται, λοιπόν, η κατάθεση και η επεξήγηση μιας σειράς γεγονότων που προέρχονται μέσα από προφορικές μαρτυρίες αλλά κυρίως από αδιαμφισβήτητα γραπτά τεκμήρια και σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει πρόθεση να κριθούν συμπεριφορές και καταστάσεις που έλαβαν χώρα πριν από εκατόν πενήντα χρόνια. Αυτό θα ήταν εντελώς άδικο και παράλογο. Έτσι, εντελώς ανώριμος και με πλήρη άγνοια κινδύνου, κατά τις πρώτες συζητήσεις με κάποιους ανθρώπους του χωριού και κυρίως με όσους γεννήθηκαν μετά το 1940, στην ερώτηση “αν ήμασταν Βλάχοι και μιλούσαμε βλάχικα κάποτε”, δεχόμουν ως απάντηση το εντελώς ακατανόητο ότι “εμείς είμαστε καθαυτού Έλληνες”, γιατί απλούστατα αυτό ήταν κάτι δεδομένο. Μια άλλη συνηθισμένη απάντηση στην ερώτηση “αν κάποιος μιλούσε βλάχικα στο σπίτι τους” ήταν ότι “τα μιλούσε η μαμά μου ή η γιαγιά μου”. Αυτή η απάντηση, με σκοπό την αποποίηση της βλαχοφωνίας φυσικά, συμπληρωνόταν στη συνέχεια από μία εντελώς ακατανόητη ερμηνεία, ότι οι μανάδες ή οι γιαγιάδες στην εκάστοτε περίπτωση “μάθαιναν αναγκαστικά βλάχικα από τις Βλάχες με τις οποίες γειτνίαζαν στα χειμαδιά της Θεσσαλίας”, τη στιγμή που είναι πασίγνωστο ότι οι Βλάχες, λόγω των αποκλειστικά οικιακών ενασχολήσεών τους, δεν έρχονταν σε συχνή επαφή με άτομα εκτός του οικογενειακού τους περιβάλλοντος. Είναι επιστημονικά παραδεκτό ότι σε κλειστές κοινωνίες η μητρική γλώσσα εγκαταλείπεται με πιο αργό ρυθμό από τις γυναίκες συγκριτικά με τους άντρες. «Πιο εκτεταμένη χρήση της βλάχικης γίνεται από τις μητέρες προς τα παιδιά. Οι γυναίκες φαίνεται ότι χρησιμοποιούν τη μητρική τους γλώσσα στους περισσότερους τομείς της καθημερινής τους ζωής, με την προϋπόθεση να έρχονται σε επαφή με βλαχόφωνους. Οι άντρες από την άλλη πλευρά φαίνεται να χρησιμοποιούν τη γλώσσα κυρίως μόνο μέσα στο σπίτι. Σημαντικό είναι ότι υπάρχει η τάση να συνομιλούν με άλλους βλαχόφωνους στα ελληνικά όταν βρίσκονται σε δημόσιο χώρο. Ο φόβος για τραυματισμό της εικόνας τους και η αποφυγή εκδήλωσης αρνητικών στάσεων είναι η κύρια αιτία της υιοθέτησης μιας τέτοιας στάσης»3.

Σε επόμενες ερωτήσεις και με παράθεση κάποιων ιστορικών στοιχείων που ήδη είχαν συγκεντρωθεί, ξεκίνησε εναντίον μου μια αναπάντεχα κακόπιστη κριτική με βαθύτερες προεκτάσεις, περί υποκίνησης από ξένα κέντρα αποφάσεων, προπαγάνδας κ.λπ. Η Γλυκερία Ν. Πατσίκα σε πρωτεύουσα μεταπτυχιακή της εργασία, το 1998, σημειώνει: «Δυσκολίες αντιμετώπισα ως προς την εύρεση πληροφορητών ηλικίας κυρίως άνω των 65 ετών. Κύρια χαρακτηριστικά της αντιμετώπισής τους ήταν η καχυποψία και η αναβολή της συνέντευξης, φαινόμενο που εντοπιζόταν κυρίως στους κύκλους των Γκραίκων»4. Ένα κινέζικο ρητό λέει ότι η φιλομάθεια είναι πηγή της οικουμενικής σοφίας, αλλά αυτό δεν αποκλείει και το γεγονός ότι περιστασιακά αποτελεί αφορμή παρεξηγήσεων μεταξύ φίλων. Η παράνοια έφτασε στο απόγειο, όταν ακόμα και «επιστήμονες» επικαλέστηκαν και εξακολουθούν να επικαλούνται ως κριτήριο καταγωγής το αν οι κτηνοτρόφοι είχαν γίδια ή πρόβατα, για να αποδείξουν την ύπαρξη ή μη βλαχοφωνίας, αμφισβητώντας ακόμα και τη βλαχοφωνία της Μοσχόπολης και της Φούρκας. Η έρευνα επικεντρώθηκε στην ελληνική και στην ξένη βιβλιογραφία, σε βιβλιοθήκες τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, καθώς και σε προφορικές μαρτυρίες συμπατριωτών που θέλω να ευχαριστήσω. Ιδιαίτερα σημαντική, για την ολοκλήρωση της παρούσας συγγραφής, υπήρξε η συμβολή του Ιωάννη Κ. Βαρβαρούση, του Δρ. Νικoλάου Σιώκη και της Monica Szemethy, που συνέβαλαν καίρια στον εντοπισμό πολύτιμου αρχειακού υλικού, το οποίο μου παραχώρησαν αφειδώλευτα. Οφείλω, επίσης, να μνημονεύσω τον Γρηγόριο Βέλκο (†) και τον Αστέριο Κουκούδη (†) για την παραχώρηση ανέκδοτων εγγράφων που αφορούν τη Βλάστη και τα Νάματα. Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να εκφράσω την απεριόριστη ευγνωμοσύνη μου και στην οικογένειά μου, που όλα αυτά τα χρόνια “ανέχτηκε” τόσο την προσπάθεια αυτή, όσο και το ψυχολογικό βάρος της πίεσης ακόμα και από στενούς συγγενείς. Ευχαριστίες αποδίδω ακόμα και σε αυτούς που από φόβο ή άγνοια πολλές φορές έπεφταν με τον λόγο τους σε προφανείς αντιφάσεις και αποτέλεσαν την αιτία για βαθύτερες ιστορικές και κοινωνικές αναζητήσεις. Βέβαια, στο γεγονός αυτό συνέτεινε εν πολλοίς και η συκοφαντική δυσφήμιση στο πρόσωπό μου, προερχόμενη από ελάχιστους συμπατριώτες. Εκτιμώ ότι η παρούσα μελέτη θα φωτίσει πολλά σκοτεινά σημεία που οδηγούν σε τέτοιες συμπεριφορές.

Τα συμπεράσματα και τα πορίσματα αυτής της έρευνας προέκυψαν μετά από επισταμένη έρευνα και συγκριτική μελέτη διαφόρων ιστορικών πηγών, εγγράφων και μαρτυριών. Μάλιστα, επιχειρήθηκε η επιστημονική τους συρραφή με στόχο ένα συνολικό αποτέλεσμα, που βασίζεται αποκλειστικά στην αλήθεια και όχι σε υποθέσεις με πρόχειρα λόγια, εθνικιστικές εξάρσεις και ψευτοπατριωτικές κορώνες. Με πίστη στο «είναι εθνικό ό,τι είναι αληθινό» του Διονυσίου Σολωμού, η παράθεση των πηγών σε πολλά σημεία γίνεται αυτούσια και αυτό γιατί συχνά παρουσιάζεται το φαινόμενο, είτε να αμφισβητούνται τα γραφόμενα, είτε να παραφράζεται το νόημά τους, γεγονός που έχει ως σοβαρή συνέπεια την εξαγωγή εσφαλμένων συμπερασμάτων από τον αναγνώστη. Οι αρχαίοι Έλληνες οικοδόμησαν έναν κόσμο που βασίστηκε στην παρατήρηση και τη νόηση και σε αυτή τη βάση κινήθηκε όλο το σκεπτικό της παρούσας εργασίας. Δεν είμαι ιστορικός. Όλη αυτή η αναζήτηση απορρέει απλά από ένα προσωπικό πάθος για την αλήθεια. Είναι μια κατάθεση ψυχής και θα ήταν ευτύχημα, εάν αποτελούσε και αφορμή για περαιτέρω εμβάθυνση και εξήγηση του φαινομένου από επιστήμονες ιστορικούς. Σε καμία περίπτωση δεν αποσκοπεί να επαναφέρει παλιές διχόνοιες και να αλλάξει τον ρου της ιστορίας. Αφορμή για την έμπνευση του τίτλου στάθηκαν τα λόγια του καθηγητή Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Βασίλη Νιτσιάκου σε πρόσφατη επίσκεψή του στα Νάματα, όταν, φωτογραφίζοντας μια παλιά οικία του χωριού, σχολίασε χαρακτηριστικά: «Προς αναζήτηση μιας χαμένης ταυτότητας». (απο τον πρόλογο του βιβλίου)

Δημήτρης Γ. Παράσχος

1. Αστ. Ι. Κουκούδης, Οι Βεργιάνοι Βλάχοι και οι Αρβανιτόβλαχοι της Κεντρικής Μακεδονίας, Μελέτες για τους Βλάχους - 4, εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 31.
2. A. J. B. Wace, M. S. Thompson, The nomads of the Balkans, an account of life and customs among the Vlachs of Northern Pindus, London 1914 και στα ελληνικά: Οι νομάδες των Βαλκανίων, περιγραφή της ζωής και των εθίμων των Βλάχων της βόρειας Πίνδου, εισ.-σχολ. Νικ. Κατσάνης, μτφρ. Π. Καραγιώργος, Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Τρικάλων Νο 2, εκδ. οίκος Αφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 211.
3. Ε. Γρ. Αυδίκος, Σπ. Χ. Νταλαούτης, Μελετώντας την παρουσία του Συρράκου στο χώρο και στο χρόνο, Δήμος Βόρειων Τζουμέρκων Οργανισμός Πολιτισμού, Άθλησης και Παιδικής Μέριμνας, Πρέβεζα 2014, σ. 136 και D. Crystal, Ένα μικρό βιβλίο για τη γλώσσα, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2011.
4. Γλ. Ν. Πατσίκα, Οι σχέσεις Βλάχων – Γκραίκων στη Βλάστη Κοζάνης από τις αρχές του αιώνα μας έως σήμερα, πρωτεύουσα μεταπτυχιακή εργασία, ΑΠΘ, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 10. 

Εισαγωγή

Την άνοιξη του 2018, επιστρέφοντας στα Γιάννινα από την Δ. Μακεδονία, πέρασα από τα χωριά Βλάστη (Μπλάτσι) και Νάματα (Πιπιλίστα). Στην Βλάστη, διασχίζοντας τον οικισμό, σε ένα σημείο του κεντρικού δρόμου, συναντώ μια γυναίκα που φαινόταν περισσότερο αστή και λιγότερο χωρική. Λέω στη γυναίκα μου: «Θα κάνω ένα εθνογραφικό πείραμα», χαμογελώντας. Σταματώ, λοιπόν, δίπλα της και της απευθύνω τον λόγο στα Βλάχικα. Με κοιτά αμήχανη και με βλοσυρό ύφος μού απαντά: «Δεν τα ξέρουμε εδώ εμείς αυτά». «Δεν είστε Βλάχοι;», της κάνω. «Άπαπα, εμείς είμαστε καθαροί Έλληνες». «Συγγνώμη», της λέω και την αποχαιρετώ. Σε ένα άλλο σημείο του χωριού, στα όριά του, αντίκρυσα δύο άντρες, που έδειχναν περισσότερο χωρικοί. Τους χαιρετώ και αυτούς στα Βλάχικα. Αντιχαιρετούν στην ίδια γλώσσα με καλή διάθεση. Ο συγγραφέας του βιβλίου που κρατάτε στα χέρια σας, ο Δημήτρης Παράσχος, «ανακάλυψε» στα 17 του χρόνια ότι στην οικογένειά του, τον καιρό που η γιαγιά του ήταν νέα, μιλούσαν Βλάχικα. «Κεραυνό εν αιθρία» χαρακτηρίζει ο ίδιος αυτή την «ανακάλυψη». Κι έτσι ξεκινά την περιπέτεια. Μια περιπέτεια αναζήτησης μιας χαμένης ταυτότητας. Πώς, πότε, γιατί; Πώς έγινε και μια ομάδα ανθρώπων σταμάτησε να μιλά την μητρική της γλώσσα; Πότε και κάτω από ποιές ιστορικές συνθήκες και συγκυρίες; Ποιοί είναι οι λόγοι που την οδήγησαν σε αυτή την «επιλογή»; Πρόκειται ουσιαστικά για την ίδια την συλλογική αυτοσυνειδησία, τον αυτοπροσδιορισμό. Πρόκειται για ένα ζήτημα, που απασχολεί τις κοινωνικές επιστήμες, ιδιαίτερα την Κοινωνική Ανθρωπολογία, εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Στον χώρο των Βαλκανίων το θέμα αυτό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε ό,τι αφορά τις εθνοτικές και εθνικές ταυτότητες στο πλαίσιο της μετάβασης από την οθωμανική πολυεθνοτική αυτοκρατορία στα εθνικά κράτη.

Ο Δημήτρης Παράσχος δεν είναι ούτε ιστορικός, ούτε ανθρωπολόγος. Κι αυτό καθιστά το βιβλίο ακόμα πιο ενδιαφέρον. Η όποια «επιστημονική αφέλεια» γίνεται χάρισμα στο εγχείρημά του. Η όποια απειρία, ακόμα και «αθωότητα» βοηθά στη διαμόρφωση ενός βιωματικού και αφοπλιστικά ειλικρινούς λόγου, που ξαφνιάζει τον ειδικό επιστήμονα. Κι όλα αυτά συνοδευόμενα από πλήθος γραπτών τεκμηρίων. Δεν επιθυμώ να πω περισσότερα, για να μην επηρεάσω τους αναγνώστες στην μία ή την άλλη κατεύθυνση. Πρόκειται, γενικά, για μια σημαντική κατάθεση που θα βοηθήσει τους συντοπίτες του να συνειδητοποιήσουν την ιστορική πορεία της ομάδας τους, το ευρύ κοινό να προβληματιστεί γύρω από τα ζητήματα της ταυτότητας και τους επιστήμονες να έχουν στη διάθεσή τους ένα ακόμα εθνογραφικό παράδειγμα για τη σχετική συζήτηση.

Βασίλης Νιτσιάκος
Καθηγητής Κοινωνικής Λαογραφίας στο Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων 

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Πρόλογος
Εισαγωγή

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο
Συγκρότηση των οικισμών
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο
Η χρονική περίοδος 1830-1890
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο
Η χρονική περίοδος 1890-1912
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4ο
Η χρονική περίοδος 1912-1970
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5ο
“Επιλεκτικά της τοπικής κοινωνίας”
Αντί επιλόγου

ISBN:978-960-579-106-3
Διαστάσεις: 17Χ24
Σελίδες: 217
ΠρωτοπορίαΠολιτεία

Βλάστη (Μπλάτσι) - Νάματα (Πιπιλίστα). Ταυτότητα, μύθοι και πραγματικότητες. Δημήτρης Παράσχος