Featured

Ένας φόνος και η ανάκρισις

Καφενείο στο Μέτσοβο. 1959. Φωτογραφία James BurkeΚάνα δυό χρόνια μπροστά 'πο το Ρωμέικο, είχαμ᾽ ένα ντραγάτ᾽ στ' αμπέλια στη Βήσσανη στο Κουρί, από τ' Δερόπολι, καλόν, γερόν, αλλά λίγο κουτσον 'πο τόνα το ποδάρι.


Οι Βλάχοι π' δεν αφ'ναν σταφύλ᾽ για σταφύλ᾽ κείνα τα χρόνια με τ'ν κλεψιά τ'ς, σαν είδαν το ντραγάτ' κουτσό δεν τον ελογάριαζαν ήτσου.
Αυτός ο μαύρος τ'ς φοβέριζε και τ'ς είλεγε: «τραβάτε χερ᾽ από τ' αμπέλια γιατί θα σκοτώσω καέναν». Αυτοί όμως γελούσαν μ' αυτόν και... το χαβά τους!
Μια νύχτα με φεγγάρι, γλεπ' ο ντραγάτ'ς στ' αμπέλ' τ' Γκοντέ δυό βλάχους π' γιόμ'ζαν τα σακούλια τ'ς σταφύλια. Τις φωνάζ᾽ να φυγ'ν,... τίποτ' αυτοί.. τ' δουλειά τ'ς..... Και, μαζώνοντας... 'πο γαλια γάλια, έρχονταν προς τ' μεργιά πού ηταν ο ντραγάτς, ποιος ξερ᾽ τι να τ' κάμουν, να τον δείρουν, να τον δέσουν, ποιος ξερ΄... Αυτός ο μαύρος σκέκονταν στο δρόμο, όξω 'πο τ' αμπέλι, με τις πλάτες του προς το λάκκο πού ναι κοντά στο πηγάδ᾽ στο Κουρί και δεν μπορούσε να τραβ᾽χτεί εύκολα παρά πίσω...
Γλεπ' τ'ς βλάχους χαζίρ'κους να τ' ριχτούν μέσα 'πο το φράχτ᾽ τ' αμπελιού, έναν ζερβιά, άλλον δεξιά του. Δε χαν' κι αυτός καιρό ριχν' με τον τσ'φτε πούχε, μια στον έναν, μια στον άλλον!... 'Ο ένας έπεσε ίσια στο σιάδι, γιατί τα σκάγια ήταν χοντρά και τ' μπήκαν στ'ν καρδιά. Ο άλλος κύτταξε να γλιτώσ᾽ με τον αρέντα ύστερα, αλλα τον πείραν τα σκάγια στον κόλο!...
Ο ντραγάτ᾽ς σαν είδε π' τον σκότωσε τον έναν το βλάχο έρχεται στο χωριό τη νύχτα γύρεψε ο,τ᾽ του χρωστούσαν κι εφ᾽γε να μη τον σκοτώσ᾽ν άλλοι βλάχοι, από το σόι τ᾽ σκοτωμένου, κι ούτε τον ματάειδε καένας...
Ο μ᾽χτάρης, ήταν ο Μπίστας τότε, το πρ᾽νο που ξημέρωσε εστ'λε χαμπέρι στ' Βοστίνα (Πωγωνιανή) μ' ένα γύφτο, για το σκοτωμό π' γιν'κε, και... μεσ' το δειλ᾽νο, να, κι' ερθ᾽ ένας όνμπασης με τρεις ζαπτιέδες να κάμουν ξιταή πως εγίν'κ᾽ ο σκοτωμός...
Εγώ ημου παιδί, μ'κρος τότε, και μ' άλλα παιδι' αντάμα, πείραμε το μ᾽χταρ᾽ με τ'ς ζαπτιέδες από κοντά...
῎Αντα φτάκαμε στ' Γκοντέ τ' αμπέλ᾽ στην κορ'φη όπως πάμε 'πο το χωριό, γλέπομε' ένα σωρό βλάχους και βλάχισες γύρω 'πο το σκοτωμένο, οι γυναίκες να σκούζ᾽ν και να γουργιάζουν, να συζ'τούν οι Βλάχοι π χοι π' χαλούσ᾽ ο κόσμος...
Ζύγωσ᾽ ο όμπασης (=δεκανεύς) με το μ᾽χτάρη, είδαν τα σκάγι' απλωμένα γύρω 'πο τον καρδιά, ρωτ᾽σαν οτ' είχαν να ρωτήσ'ν τις βλαχ᾽ς εκεί, τ᾽ς έδωκαν το 'λεύτερο να τον θαψ'ν το σκοτωμένο κι αποτραβήχτ᾽ καν...
Εμείς τα παιδιά, πάλε 'πο κοντά τ'ς... Ο όνμπασης έκατσ' από κάτω 'πο 'ναν ίσκιο, έβγαλ᾽ ένα χαρτί κι ένα μολύβ᾽, έβαλε στα γου νατά του τ'ν πάφλινη ταμπακέρα του Μπίστα π' γύρεψε για ν' ακουμπάει στο γράψιμο, κι ετσ' έγραψ᾽ εκεί την ανάκρ᾽σι του, ρωτώντας το μουχτάρ᾽ τι και πιο, που κάθονταν στο πλάι του...
Ύστερ' από κάνα κάρτο τ'ς ώρας, ο όνμπασης έβαλε το χαρτί στη τζεπ' του, έδωκε πάλε τ'ν ταμπακέρα τ' Μπίστα, έφαγαν ολ' σταφύλια και ξεκίν' σαν οι ζαπτιέδες για τ' Βοστίνα...
Αυτή ταν ολ᾽ ολ᾽ η δ' ουλειά κι ηξιταή τους ή σιντάκι όπως είλεγαν την ανάκριση.

Σπυρίδων Στούπης
Πωγωνησιακά και Βησσανιώτικα
Τόμος 2ος, 2003, Εκδόσεις Δωδώνη

 

 

Καφενείο στο Μέτσοβο. 1959. Φωτογραφία James Burke

Καφενείο στο Μέτσοβο. 1959. Φωτογραφία James Burke

Αναζήτηση