Ιστορίες - γεγονότα

Επίσκεψη του δημοσιογράφου Γεωργίου Β. Τσοκόπουλου στη Βέροια τον Οκτώβριο του 1912

Η είσοδος των Ελλήνων στρατιωτών την ημέρα της απελευθέρωσης της Βέροιας, δυτικά της πόλης, 16 Οκτωβρίου 1912 Πριν αρκετά χρόνια έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του δημοσιογράφου Γεωργίου Τσοκόπουλου «Από τα πεδία των μαχών. Σημειώσεις επισκέπτου μετά τον πόλεμον, Αθήναι 1913».

Ο εν λόγω δημοσιογράφος δημοσίευε άρθρα και κυρίως χρονογραφήματα στις σπουδαιότερες εφημερίδες της εποχής εκείνης (Εστία, Νέον Άστυ, Νέα Ημέρα, Καιροί). Επισκέφτηκε λοιπόν αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους την πόλη μας, τον Οκτώβριο του 1912 και διηγείται στο εν λόγω βιβλίο τις εντυπώσεις του από τη Βέροια. 
Η πρόσβαση στη Βέροια από την Αθήνα, τις πρώτες μέρες μετά την απελευθέρωση γινόταν μόνο με το τρένο, που το οδηγούσε μάλιστα Έλληνας στρατιώτης. Στον σταθμό των τρένων της Βέροιας τον υποδέχτηκε ένα τσούρμο από παιδιά που πουλούσαν τσιγάρα, σοκολάτες και σταφύλια. Τα σταφύλια ο δημοσιογράφος τα αποκαλεί σταφίδες, γιατί στην παλαιά Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, τα σταφύλια γίνονταν όλα σχεδόν σταφίδες. Τα άσπρα αυτά σταφύλια γεμάτα κουκούτσια ήταν τα Καρατζοβίτικα, όπως τα ονόμαζαν στη Βέροια· ήταν μια ποικιλία που ωρίμαζε τον Οκτώβριο και βαστούσε μέχρι τα Χριστούγεννα. Η ποικιλία αυτή εξαφανίστηκε από τα μανάβικα της Βέροιας στην δεκαετία του 80. 
Ρωτάει, λοιπόν, ένα από τα παιδιά, πώς να πάει στη Βέροια. Το παιδί αυτό, βλάχος στην καταγωγή και το όνομά του Νικόλαϊ Μπλατσιώτης, σίγουρα πρόγονος των οικογενειών Μπλατσιώτη κατοίκων της Βέροιας. Εκείνο που τον εντυπωσιάζει είναι το όνομα του παιδιού Νικόλαϊ. Σίγουρα ο Νικόλαος Μπλατσιώτης θα πήγαινε στη Βέροια σε ρουμάνικο σχολείο, όπου του άλλαξαν το όνομα σε Νικόλαϊ. Η ρουμάνικη προπαγάνδα ήταν καλά εγκατεστημένη στη Βέροια, πριν την απελευθέρωσή της, το 1912. Το όνομα Νικόλαϊ δεν είναι βλάχικο αλλά ρουμάνικο. Ο μικρός Μπλατσιώτης ισχυρίζεται στον δημοσιογράφο ότι «δεν είμαι βλάχος, αλλά Έλληνας». Αυτό εντυπωσιάζει τον επισκέπτη και το αναφέρει συνεχώς μέσα στο βιβλίο του, ακόμα τονίζει και για την Εκκλησία έξω Παναγία (που βρίσκεται στο τέλος της Βενιζέλου), πως «είναι Ελληνική και κακώς την δώσανε οι Τούρκοι στους Βλάχους “Ρουμανίζοντες”». 
Πιστεύω πως οι πλειοψηφία των Βλάχων είδε αρχικά με καλό μάτι την απελευθέρωση της Βέροιας από τον Ελληνικό Στρατό και άρχισε να εγκαταλείπει τη ρουμανική προπαγάνδα, η οποία είχε αρχίσει στη Βέροια προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Η ρουμανική κυβέρνηση έκανε κατάσχεση το 1860 την τεράστια ακίνητη περιουσία της Ελληνική Εκκλησίας στη Ρουμανία,  και την ίδια πολιτική ακολουθεί 30 χρόνια μετά, απαλλοτριώνοντας την κολοσσιαία περιουσία των βλάχων ευεργετών Ευάγγελου και Κών/νου Ζάππα. Εξασφαλίζει έτσι πλούσιους πόρους και οργανώνει συστηματική και πολυδάπανη προπαγάνδα για τον προσηλυτισμό των Βλάχων.  Υπήρχαν λόγοι για να πάει ο μικρός Μπλατσιώτης σε ρουμάνικο σχολείο, γιατί εκτός από ρουχισμό, η κάθε οικογένεια που έστελνε το παιδί της σε ρουμάνικο σχολείο επιδοτείτο μηνιαίως με μια χρυσή τούρκικη λίρα. Η Ρουμανία ενισχύει την προπαγάνδα της μετά το 1913 με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου, γιατί έχοντας άφθονο πλούτο από τα τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου της, προσθέτει το «Αλιμέντι» σιτισμό των μικρών Βλάχων στα σχολεία τους. Η προπαγάνδα της Ρουμανίας διήρκησε μέχρι το 1944.
Ο Τσοκόπουλος μένει έκπλητος από τον μεγάλο αριθμό εκκλησιών που υπήρχαν στη Βέροια, σύνολο 67, καθώς και την αφθονία των νερών της και ομολογεί πως «η Βέροια είναι από τους τόπους που κάθονται πάνω σε ένα πέλαγος, σκεπασμένον με λεπτόν φλούδι» και πιστεύει πως η ονομασία της «Βέρροιας» προήλθε από τις πολλές ροές των νερών της. 
Βαθύς γνώστης της ιστορίας της Βέροιας, εντυπωσιάζεται από τη φυσική οχυρή της θέση και αναφέρει τους τρεις προδότες «Ιππίας, Μύδων και Πένταυχος» που βοήθησαν την κατάληψη της Βέροιας από τους Ρωμαίους, καθώς και τον προδότη Χατζηκατβία (άνθρωπος λατρεύων τα φλουριά) που την πρόδωσε στους Τούρκους. Αναφέρει την επίσκεψη του Αποστόλου Παύλου στη Βέροια και επισκέφτηκε την τοποθεσία «Πολλά Κυπαρίσσια», όπου σήμερα η τοποθεσία εκείνη ταυτίζεται με το «Βήμα του Αποστόλου Παύλου».
Ο μικρός Μπλατσιώτης του δείχνει (από την οδό που ονομάστηκε πλέον «οδός 16ης Οκτωβρίου») από μακριά τους λόφους από όπου ήρθε ο Ελληνικός στρατός και εντυπωσιάζεται μόλις ακούει τον μικρό Μπλατσιώτη να έχουν την Ελληνική ονομασία Δόξα (παλαιά ονομασία του Βερμίου). Ίσως ο συγγραφέας περίμενε να ακούσει μια τουρκική ή σλάβικη ονομασία.  Ο δημοσιογράφος Γεώργιος Τσοκόπουλος τελειώνει τη διήγησή του για τη Βέροια με ένα αστείο, αλλά διδακτικό, γεγονός που του διηγείται μπροστά στο αναμμένο τζάκι ενός φιλόξενου σπιτιού της πόλη μας ένας αξιωματικός του Ελληνικού στρατού με ήρωα έναν Έλληνα στρατιώτη.

Η είσοδος των Ελλήνων στρατιωτών την ημέρα της απελευθέρωσης της Βέροιας, δυτικά της πόλης, 16 Οκτωβρίου 1912 Η είσοδος των Ελλήνων στρατιωτών την ημέρα της απελευθέρωσης της Βέροιας, δυτικά της πόλης, 16 Οκτωβρίου 1912. πηγή: http://www.elia.org.gr

Στη συνέχεια παραθέτουμε, για ιστορικούς λόγους, το σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο του δημοσιογράφου Γεωργίου Β. Τσοκόπουλου: Από τα πεδία των μαχών. Σημειώσεις επισκέπτου μετά τον πόλεμον, Αθήναι 1913, σελ. 123-135:  

« ΒΕΡΡΟΙΑ
  __________ ● ● ● __________ 

Και εις την Βέρροιαν ο σιδηρόδρομος σταματά μακρυά από την πόλιν, οχι τόσον διότι ήτο ανάγκη να σταματήση μακρυά, αλλά διότι κατ’ αυτόν τον τρόπον εγίνοντο περισσότερα χιλιόμετρα κατασκευής και επληρώνετο συνεπώς περισσότερα ο εργολάβος.
Τριών τετάρτων της ώρας δρόμος ανηφορικός, φυτευμένος δεξιά και αριστερά με πλατάνια,  οδηγεί προς την πόλιν από τον σταθμόν. Εις τον σταθμόν μόλις έφθασεν η αμαξοστοιχία, είκοσι παιδάκια ώρμησαν να μας πωλήσουν σταφίδες, σύκα, τσιγάρα και σοκολάτες. Επήραμεν από όλα.  Ο σταθμός της Βερροίας είναι ο μόνος Μακεδονικός σταθμός εις τον οποίον ευρίσκει κανείς κάτι ν’ αγοράση. Και αγοράζει. Θα ηγόραζε και περισσότερον περιττά πράγματα, από όσον είναι σταφίδες και σοκολάτα.
Μεγάλες ξανθές σταφίδες, γεμάτες χυμόν, με το κοτσάνι ολόκληρον ξύλον, αποδεικνύον πόσον γερόν είναι το κλίμα που τις βγάζει, πωλούνται μέσα εις μικρά χωνιά, από κίτρινον χαρτί. Σύκα μικρά, ολοστρόγγυλα, ζαχαρωμένα, επάργυρα, γλυκύτατα, είναι περασμένα εις μικρές τσαπέλες. Τα τσιγάρα δεν καπνίζονται, κύριοί μου, αλλά η σοκολάτα αποζημιώνει. Επήραμεν λοιπόν από όλα. Ένας στρατιώτης ο οποίος είχε καταβροχθίση το πέμπτον χαρτί σταφίδες εμουρμούριζε διαμαρτυρόμενος:
  – Όλο κουκούτσια είναι!...
Και ένας σύντροφός του, ο οποίος τον ήκουσε του απήντησε από το παράθυρο του βαγονίου:
   – Εκακοσυνήθισες τόσες μέρες στον πόλεμο με χουρμάδες του κουτιού και μπανάνες και τώρα σου ξυνοφαίνονται τα κουκούτσια της σταφίδας.
Η παρατήρησις αύτη, η ειρωνευομένη τόσον έξυπνα την πείναν και τας κακουχίας του στρατού, εσκόρπισε την φαιδρότητα γύρω. Έως τον μηχανικόν της ατμομηχανής, Έλληνα στρατιώτην του μηχανικού, μετεδόθησαν τα γέλια. 
Εις τα ολίγα λεπτά της ώρας που έμεινεν ο σιδηρόδρομος εις τον σταθμόν ολόκληρον το φορτίον των σταφίδων, των σύκων, της σοκολάτας και των τσιγαρέτων εξηντλήθη.
Οι μικροί πωληταί εκύτταζαν τώρα την φούχταν των γεμάτην διάφορα νομίσματα και επροσπαθούσαν, δια της αναγωγικής μεθόδου, να τα μεταφέρουν εις την τουρκικήν μονάδα που ήξεραν, το γρόσι.
Τον πρώτον μικρόν που ευρήκα μπροστά μου και ο οποίος είχε τελειώση το μέτρημα και τους υπολογισμούς του, τον ρώτησα:
  – Με πας στη Βέρροια;
  – Χαχά, είπεν ο μικρός ενώ εζωγραφίζετο στα μάτια του η απορία γιατί τάχα να με πάη, αφού ο δρόμος ήταν ανοικτός μπροστά μου.
  – Αλλά θα μούβρης ένα αμάξι.
  – Δεν έχει.
  – Ενα κάρρο.
  – Δεν έχει.
  – Ένα άλογο.
  – Δεν έχει.
  – Μμ! Τότε τι έχει;
  – Τίποτα. Πάμε με τα πόδια.
  – Ωραία! Πάμε με τα πόδια. Πόση ώρα είναι;
  – Μισή ώρα.
  – Πάμε, μικρέ! 
Εξεκινήσαμε ενώ από πίσω μας ο σιδηρόδρομος εχύνετο σφυρίζων εις την πεδιάδα προς την βαθυκύανον πλευράν του Βερμίου, δια την Σιάτισταν.
Ελαφρά ανηφορικός ο δρόμος, αρκετά καλός, προχωρεί ανάμεσα εις αμπελώνας, οι οποίοι δίδουν την ωραίαν σταφίδα που εφάγαμεν προ ολίγου και το δυνατόν λιαστό κρασί. Εις το άκρον του δρόμου είναι το οροπέδιον το οποίον στεφανώνει η Βέρροια. Ψηλοί άσπροι μιναρέδες διαρίνονται μέσα εις την πρασινάδα των κήπων. Από πίσω ακριβώς από την πόλιν φαίνεται στενή δίοδος δυο βουνών.
  – Από εκείνο το διάσελο ήρθε ο Διάδοχος, μού λέγει ο μικρός οδηγός μου απλώνων το χέρι του και δείχνων την δίοδον.
  – Και πώς το λένε το διάσελο αυτό; ερωτώ.
  – Δόξα.
  – Δόξα; τι μου λες ;
  – Δόξα το λένε, μου επαναλαμβάνει ο μικρός απορών διά την απορίαν μου. Εσείς πώς το λέτε;
  – Τη Δόξα κ’ εμείς δόξα την λέμε, μικρέ μου, απαντώ. Έτσι την λένε παντού.
Σημειώνω το όνομα εις το σημειωματάριόν μου με την αγαθήν πρόθεσιν να εξακριβώσω το πράγμα μόλις ευρεθώ εις την Βέρροιαν. Αλλά αυτή η λεπτομέρεια μου φεύγει και αναγκάζομαι πλέον να περιλάβω την πληροφορίαν του μικρού, όπως την ήκουσα. Ενθυμούμαι όμως ότι εις κάποιαν περιγραφήν της Μακεδονίας εδιάβασα ότι πραγματικώς όχι μόνον εκείνος ο λαιμός αλλά ολόκληρον το Βέρμιον ονομάζεται τώρα Δόξα.
Εξακολουθούμεν εις το μεταξύ τον δρόμον μας, ο οποίος γίνεται διαρκώς ανηφορικώτερος. Δεξιά μας και αριστερά μας οι αμπελώνες διακόπτονται από χωράφια δημητριακών καρπών, από πυκνά οπωροφόρα δένδρα. Εις μίαν πτυχήν του βουνού η πρασινάδα είναι τόση, ώστε αποτελεί μαύρον στίγμα εις την βαθυκύανον επιφάνειαν. Ολίγον παραπέρα ανάμεσα από την πρασινάδα ασπρίζει κάτι. Θα είναι μοναστήρι ή εκκλησία. Ο άνεμος γίνεται από στιγμής εις στιγμήν υγρότερος. Καθώς κατεβαίνει από τα βουνά θα περνά άφθονα νερά. Αι πηγαί εδώ θα είναι πολλαί. Μία στακτιά εκτεταμένη κηλίς εκεί κάτω σημειώνει υγρόν έδαφος εις το οποίον καλλιεργείται ρύζι ή βαμβάκι.
  – Κ’ εσένα πώς σε λένε; ερωτώ τον μικρόν οδηγόν μου.
  – Νικόλαϊ Μπλατσιώτης, απαντά εκείνος γρήγορα.
  – Νικόλαος, όχι Νικόλαϊ. Έλλην είσαι;
  – Αμ γιά; Έλληνας!
  – Και είσαι ευχαριστημένος από τους Έλληνες, τώρα που ήρθανε εδώ; ερωτώ κατασκοπεύων τα καστανά παιδικά μάτια, για να ιδώ τι θα πη μέσα των η ψυχούλα του μικρού εκείνου Βλάχου.
  – Αχαχά! απαντά με ενθουσιασμόν ο οποίος ζωγραφίζεται μέσα στα μάτια. Είμαστε ευχαριστημένοι. Όλοι Έλληνες είμαστε τώρα. Όλο Ελλάδα είναι κ’ εδώ, κ’ απάνω, εκεί και πέρα ...
  Και λέγων απλώνει τα χέρια του και οι μικροί παιδικοί βραχίονες στρέφονται και αγκαλιάζουν όχι ότι φαίνεται πλέον γύρω μας, αλλά την Μακεδονίαν ολόκληρον, από την μίαν άκρην ως την άλλην, ως εκείνα τα σημεία που δεν φαίνονται.
Από το ύψωμα, από το οποίον αρχίζουν πλέον τα πρώτα σπήτια της Βερροίας, το θέαμα κάτω προς την πεδιάδα είναι μαγευτικόν. Το μάτι χάνεται εις την απέραντον έκτασιν της οποίας μόνον τα Δυτικά κλείει η υψηλή σειρά των βουνών, που αρχίζουν από το Βέρμιον και έπειτα κάμουν τον γύρον διά να διακλαδώσουν ως κάτω εις τον Μακεδονικόν Όλυμπον. Μίαν γραμμήν μέσα εις την πεδιάδα αυτήν διαγράφει ο Τριπόταμος, ή γυφτοπόταμος. Και τα θολά νερά του, ξεχελίζοντα που και που από τις βροχές εις τα χαμηλότερα μέρη, σχηματίζουν μικροσκοπικάς λίμνας, αι οποίαι προσθέτουν εις την γραφικότητα του θεάματος.
Ο μικρός Μπλατσιώτης επείσθη πλέον ότι μου χρειάζονται πληροφορίαι και προσφέρεται να μου τας δώση, χωρίς να του τας ζητήσω. Και δείχνων μίαν εκκλησίαν η οποία διαφαίνεται μέσα εις τα δένδρα μου λέγει.
  – Η Παναγιά, η «Όξω Παναγιά». Αυτήν την επήρανε οι Βλάχοι.
  – Μα εσύ δεν είσαι Βλάχος; ερωτώ με κάποιαν εκπληξιν τον μικρόν δια τον τόνον της φωνής που μετεχειρίσθη.
Εκείνος κτυπά κάτω με πείσμα το πόδι του και μου απαντά.
  – Σου είπα, είμαι Έλληνας. Δεν είμαι Βλάχος. Κάμανε τον πατέρα μου Βλάχο με το στανιό.  Τώρα είμαστε Έλληνες.
  – Και ο πατέρας σου;
  – Κι’ ο πατέρας μου και τ’ αδέρφια μου και όλοι οι άλλοι.
Σκληρότης και μίσος σχεδόν υπήρχεν μέσα εις τους ζωηρούς τόνους της παιδικής φωνής. Εις εκείνα τα λίγα λόγια τα οποία το παίδι τα έλεγε χωρίς σχεδόν να τα αισθάνεται, πάντως με κάποιαν αοριστίαν, υπήρχεν η ιστορία αγώνων ολοκλήρων δεκαετηρίδων, προπαγάνδας τρομεράς και ασυνειδήτου, η οποία δεν υπεχώρησε εις τίποτε, ενέργειαι αι οποίαι συχνά έφθαναν και εις το έγκλημα.
Αυτή η «Όξω Παναγιά» ήταν Ελληνική εκκλησία, η οποία αφηρέθη διά της βίας από τους Έλληνας και εδόθη εις τους Ρουμάνους. Ένα πρωί ο δικτάτωρ της Μακεδονίας, ο Χιλμή πασσάς, διέταξε τους στρατιώτας και την κατέλαβαν με την λόγχην, διά να την δώσουν εις τους Ρουμανίζοντας Κουτσοβλάχους. Ο παπάς των εμπήκε μέσα και ελειτούργησε φρουρούμενος από Τούρκους στρατιώτας και από Γκέγκηδες. Οι Έλληνες της Βερροίας επήραν κατάκαρδα αυτήν την προσβολήν. Έν τούτοις εκτός της εκκλησίας την οποίαν τους επήραν οι Ρουμανίζοντες, τους έμειναν δικαί των και εντελώς αναμφισβήτητοι εξήντα επτά ακόμη εκκλησίαι, μερικαί των οποίων έχουν μεγάλην ιστορικήν και αρχαιολογικήν σημασίαν. Εξήντα επτά εκκλησίαι διά πληθυσμόν δέκα χιλιάδων Ελλήνων δεν είναι ολίγαι. Μολαταύτα και τώρα ακόμη οι Έλληνες της Βερροίας δεν ξεχνούν την «Όξω Παναγιά». Και είναι αδύνατον να δώσουν έστω και ολίγας πληροφορίας περί της πόλεώς των εις τον επισκέπτην και να μην του δείξουν την εκκλησίαν λέγοντες:
  – Αυτή ήτανε δική μας. Μας την πήραν οι Τούρκοι με την λόγχη και την έδωσαν στους Βλάχους. 

Οι γραμματικοί που σπάζουν το κεφάλι των να εύρουν από πού εγεννήθη κάθε λέξις και ποίαν ρίζαν έχουν τα ονόματα, έμειναν σύμφωνοι εις το όνομα της Βερροίας. Πάντως από όπου και αν κατάγεται και οπωσδήποτε και αν προήλθε, σημαίνει πολλάς ροάς. Πραγματικώς δε σπανίως πόλις εθεμελιώθη εις έδαφος το οποίον να καταρρέη περισσότερον. Ποταμοί, πηγαί,  καταρράκται, πηγάδια, έλη, όλα αυτά μαζή ωθούν προς την επιφάνειαν το νερό που κοιμάται στα βάθη της γης.
  – Εδώ πνιγώμαστε από νερό, μου είπε κάποιος εντόπιος, και όταν μας έρχονται εφημερίδες από τας Αθήνας – πράγμα το οποίον συμβαίνει πάρα πολύ σπανίως – σας ακούμε να κατάγίνεστε να εύρετε νερά. 
Δυστυχώς τα νερά της Μακεδονίας, περισσεύοντα εις αυτήν, δεν ημπορούν να έβγουν έξω από τα όριά της. Αλλ’ ό,τι περισσεύουν είναι αναμφισβήτητον και ότι η Βέρροια είναι από τους τόπους που κάθονται επάνω εις ένα πέλαγος, σκεπασμένον με λεπτον φλούδι, αυτό είναι αποδεδειγμένον. 
Οι αρχαίοι, οι οποίοι με την θαυμασίαν των διαίσθησιν αντελαμβάνοντο ακόμη και εκείνα διά τα οποία δεν ημπορούσαν να είναι επιστημονικώς βέβαιοι, όπως είμεθα ημείς, είχαν παρατηρήση αυτήν την πληθώραν του νερού. Αν η θέσις εκείνη ήτον πλησιεστέρα προς την θάλασσαν θά την αφιέρωναν εις τον Ποσειδώνα, θά έπλατταν ένα μύθον σχετικόν με τον βασιλέα της θαλάσσης. Αλλά η Βέρροια ευρέθη εις το μέσον μιας μεγάλης ξηράς. Οι αρχαίοι τότε την εφόρτωσαν εις κάποιαν Νυμφην Βέρροιαν, βασιλοπούλαν της εποχής, που η παράδοσις και ο θρύλος επήγαιναν αγκαλιαστά να μας γεννήσουν τας ωραιοτέρας εξηγήσεις των φυσικών φαινομένων και να γράψουν χαριτωμένα πράγματα εις το περιθώριον της ιστορίας. 
Από την αρχαίαν της ιστορίαν εκείνο που ελκύει την προσοχήν είναι ότι έβγαλε τρεις δια μιας προδότας. Όταν επολιορκείτο από τους Ρωμαίους οι πολιορκηταί είχαν απελπισθή ότι θα την πάρουν. H φυσική της θέσις, τα ψηλά της τείχη, η γενναιότης των πολεμιστών της, εματαίωναν τας εφόδους του στρατού του Ρωμαίου υπάτου. Έξαφνα τρεις πολίται, ο Ιππίας, ο Μήδων και ο Πένταυχος, φίλοι ως εκείνην την στιγμήν του βασιλέως της χώρας, επήγαν εις το στρατόπεδον του Ρωμαίου ενώ εξηκολούθει η μάχη και του έδειξαν ποίον δρόμον ν’ ακολουθήση δια να καταλάβη την Βέρροιαν. 
Από την αρχαίαν της ιστορίαν και από την Ρωμαϊκήν εποχήν η Βέρροια σώζει ακόμη μερικά ίχνη τειχών και αρκετάς επιγραφάς. Δεν θα ομιλήσω ούτε δια τας επιγραφάς ούτε δια τα τείχη. Εις εποχήν ζωντανής ιστορίας, αυτά τα παλαιά λείψανα ας υποχρεωθούν να περιμείνουν τους χρόνους της ειρήνης, που η σκέψις και η μελέτη έχουν όλην την άνεσιν νά εργασθούν. 
Μόλις εις αυτήν την εποχήν προκαλεί το βλέμμα του επισκέπτου το βήμα από το οποίον εδίδαξεν ο Απόστολος Παύλος. Ο ακούραστος εκείνος διαλαλητής του νέου θεού, αφού εις την Θεσσαλονίκην δεν έμεινεν ενθουσιασμένος από την υποδοχήν που του έκαμαν οι ειδωλολάτραι της πόλεως εκείνης, εξεκίνησε διά τα βορεινότερα. Ο εσωτερικός του ενθουσιασμός τον ωδήγει όπως το άστρον τους Μάγους. Αν απέτυχε εις την Θεσσαλονίκην, ίσως αλλού τον επερίμενεν η νίκη. Πάντοτε ένας στέφανος μαρτυρίου κάπου θα εύρισκεν αυτούς τους θαυμασίους ανθρώπους. 
Εις την Βέρροιαν, πόλιν επίσημον της εποχής, ο Απόστολος Παύλος εστάθη να διδάξη. Οι κάτοικοι περίεργοι συνεκεντρώθησαν ν’ ακούσουν εκείνον που έφερνε το μήνυμα του νέου θεού. 
Μέσα εις μίαν έκτασιν κατάφυτον από κυπαρίσσια τα οποία της έδωκαν το όνομά των –  «Πολλά κυπαρίσσια» λέγεται η θέσις αυτή – οι Βερροιείς δείχνουν την πέτραν εις την οποίαν, κατά την παράδοσιν, ωμίλησεν ο διδάσκαλος των εθνών. Είτε διότι η ομιλία του ήτο πειστικοτέρα από εκείνην που έκαμε εις την Θεσσαλονίκην, είτε διότι εις τους Βερροιείς είχε μεταδοθή η ηθική αμφιβολία που εβασάνιζε ήδη τον Σωκράτην και την οποίαν εις δηκτικούς στίχους εξέφραζε με κίνδυνον ο Ευριπίδης, οι Βερροιείς έκαμαν θερμήν υποδοχήν εις τον Απόστολον, ο όποιος ενθουσιασμένος από την επιτυχίαν του τους ονομάζει εις τας επιστολάς του «ευγενείς». Η εκκλησία της Βερροίας ιδρύθη από τον ίδιον τον Απόστολον, με πρώτους επισκόπους ένα Σίλαν και ενα Τιμόθεον. 
Από την Βυζαντινήν ιστορίαν της Βερροίας δεν μένουν πολλά πράγματα. Οι Βυζαντινοί χρονογράφοι την σημειώνουν με λέξεις κολακευτικάς ως μίαν από τας επισημοτέρας πόλεις της Μακεδονίας. Ένας Βυζαντινός Δουξ εστέλλετο από την Βασιλεύουσαν δια να διοικήση την δυνατήν αυτήν πόλιν. Κατά τον ΙΓ΄ αιώνα ο Κράλης της Σερβίας προσεπάθησε να την αρπάση από τους Βυζαντινούς αλλά δεν το κατώρθωσε. Η Βέρροια έμεινεν Ελληνική, μέχρι της εποχής κατά την οποίαν οι Τούρκοι κατακλύζοντες από παντού το Βυζαντινόν Κράτος, έφθασαν και έως αυτήν. 
Είναι περίεργον ότι και τώρα εμφανίζεται πάλιν ένας προδότης και μία παραλλαγή της παραδόσεως των Σερβίων. 
Δυο ταπεινά μνημεία συνδέονται με την παράδοσιν την οποίαν θ’ αναφέρω. Μία ξύλινη γέφυρα σώζεται ακόμη και ένα μυστηριώδες υπόγειον κάτω από την εκκλησίαν. Δια την γέφυραν και δια το υπόγειον η γρηούλα της Βερροίας, αποθήκη παλαιών παραδόσεων, σώζουσα μέσα εις τα βάθη της μνήμης της όσα ήκουσε από την γιαγιά της, διηγείται το εξής, το όποιον εν τούτοις βεβαιώνει και η ιστορία. 
Αφού κατέλαβαν την Θεσσαλονίκην οι Τούρκοι, επροχώρησαν προς την Βέρροιαν. Εκεί όμως απήντησαν την ιδίαν δυσκολίαν την οποίαν είχαν απαντήση προ αιώνων οι Ρωμαίοι: τα δύσκολα πλάγια του βουνού, τα παλαιά δυνατά τείχη τα όποια είχαν διορθώση και ενισχύσει οι κάτοικοι. 
Οι Τούρκοι εκουράζοντο απ’ εξω, έχαναν τον καιρόν των εις πολιορκίαν, της οποίας το αποτέλεσμα δεν ήρχετο. Οι πολιορκούμενοι με την βασίλισσάν των Βιργινίαν επί κεφαλής, εκρατούσαν καλά. Έξαφνα παρουσιάσθη πάλιν ο μοιραίος προδότης ο Χατζηκαβίας, άνθρωπος λατρεύων τα φλουριά, εζήτησε και έλαβε από τους Τούρκους πολλά και την νύκτα οι Τούρκοι έπλημμύρισαν την πόλιν από μίαν οπισθίαν θύραν του φρουρίου, την οποίαν οι πολιορκούμενοι εθεωρούσαν ασφαλή. 
Η βασίλισσα Βιργινία επήρε το παιδί της και ετράπη εις φυγήν δια να μην πέση εις τα χέρια των Τούρκων. Από το υπόγειον της εκκλησίας του Χριστού ήλπισε να περάση εις την Παλατίσταν και από εκεί να κατορθώση να σωθή. Αλλά οι Τούρκοι επροχωρούσαν ήδη. Η βασίλισσα, με το παιδί της πάντοτε εις την αγκαλιάν, έτρεξεν εις την ξυλίνην γέφυραν και έπεσε εις τον ποταμόν. Οι Βερροιείς δείχνουν ακόμα την γέφυραν και μιλούν με συγκίνησιν δια την παλαιάν ηρωικήν βασίλισσαν. 
Ενώ αυτή εθυσιάζετο εις το ποτάμι, ο Χατζηκαβίας ηκολούθει το ανωφελές παράδειγμα του κλασικού προδότου, του Ιούδα, και επερνούσε εις τον λαιμόν του το σχοινί της ατιμωτικής αυτοκτονίας. Οι Τούρκοι ήσαν πλέον κύριοι της πόλεως. Και απάνω εις την ωραίαν πόλιν, την οποίαν είχε κτίση μία νύμφη, εκάθιζε τώρα βαρύς ο τουρκικός ζυγός, ο οποίος επρόκειτο να διατηρηθή έως την στιγμήν που από τον αυχένα της Δόξης, εφάνη κατεβαίνων ο Ελληνικός στρατός, ενώ από το άλλο μέρος κατέβαιναν φεύγοντες οι τελευταίοι Τούρκοι, όσοι είχαν μείνη έξω από την πόλιν. 


Έξω Ελληνικαί σάλπιγγες εσήμαιναν την υποχώρησιν, όταν μαζή με τον κάτοικον της Βερροίας ο οποίος επρόκειτο να με φιλοξενήση, επήραμε τον δρόμον του σπιτιού του. Δύσκολον είναι το νυκτερινόν ταξείδι εις μίαν πόλιν, την οποίαν είχαν ως χθες ακόμη οι Τούρκοι. Το καλντιρίμι είναι εφεύρεσις απάνθρωπος δι’ εκείνους, οι οποίοι δεν φορούν δέρματα εις τα πόδια αντί ευρωπαϊκών παπουτσιών. Κάθε πέτρα που έρχεται εις συνάφειαν με το πέλμα, στέλνει μίαν οδυνηράν ειδοποίησιν εις ολόκληρον το σώμα, η οποία αντηχεί σχεδόν έως την καρδιά. 
Υγρασία και άνεμος παγερός, έκαμναν σκοτεινοτέραν ακόμη την νύκτα εις την πόλιν εκείνην, της πυκνής και ομιχλώδους ατμοσφαίρας.
  – Οι Τούρκοι την έλεγαν Καραφέρια, μου είπεν ο συνοδός μου, δηλαδή Μαύρην Βέρροιαν. 
Επροχωρήσαμεν μέσα από τα στενά σοκάκια, αφήσαμεν πίσω μας σκοτεινά τυφλοσόκακα,  επεράσαμεν έξω από μικροκαταστήματα, εις τα οποία Έλληνες στρατιώται επλήρωναν βιαστικά και έφευγαν δια να προφθάσουν να είναι εγκαίρως εις τον στρατώνα. 
Εις την μικράν αίθουσαν του φιλόξενου σπιτιού της Βερροίας, αφού εφάγαμε, ένας αξιωματικός μας διηγήθη την ιστορίαν ενός δειλού, ενώ την αφήγησιν ακκομπανιάριζε το τρίξιμον των μεγάλων ξύλων εις το ευεργετικόν τζάκι. 
Εις τον λόχον του αξιωματικού αυτού εστάλη ένας έφεδρος ο οποίος δεν εδυσκολεύετο να ομολογήση ο ίδιος ότι είναι δειλός. Ανεπτυγμένος νέος, ενθουσιώδης, ρωμαντικός, ήτο μ’ όλα ταύτα δειλός. Η δειλία ήτο κάτι τι ανώτερον της θελήσεώς του, της αναπτύξεώς του, του αισθήματός του. Όταν διετάχθη η εκκίνησις από την Λάρισσαν ο άνθρωπος ήτο μάλλον νεκρός παρά ζωντανός από τον φόβον του. Δεν ετόλμησε να εξομολογηθή εις κανένα τίποτε. Αλλά μέσα του τα φυλλοκάρδια του έτρεμαν. 
Ο διάβολος ο οποίος όταν δεν έχει δουλειά καταγίνεται να φιλοτεχνή συμπτώσεις, έφερε τον λόχον του δειλού εις την πρώτην γραμμήν της μάχης της Αικατερίνης. Ο δειλός εξηπλώθη όπως οι άλλοι στρατιώται κάτω και ταυτοχρόνως του ήλθε μία μεγαλοφυής ιδέα. Εσκέφθη ότι αν πληγωθή ελαφρά, θ’ απεσύρετο από το πεδίον της μάχης και θα εγλύτωνε το υπόλοιπον του πολέμου. Εσήκωσε λοιπόν το χέρι του όρθιον και επερίμενε. Ο αξιωματικός τον είδε και του εφώναξε:
  – Ε, τι κάνεις εσύ αυτού; Κατέβασε το χέρι σου. 
Άλλη ιδέα μεγαλοφυής ήλθεν εις τον δειλόν στρατιώτην.
  – Μουντζώνω τους Τούρκους, κύριε λοχαγέ, απήντησεν. 
Η απάντησις επροκάλεσε γέλια γύρω του. Οι πλαγινοί του στρατιώται μέσα εις τον χορόν των σφαιρών, ευρήκαν τον καιρόν να γελάσουν.
  – Μπράβο! ηκούσθη από την γραμμήν ολόκληρον. 
Ο αξιωματικός τον επλησίασε.
  – Όχι, πολλικάρι μου, του είπε. Κατέβασε το χέρι σου! Θα πληγωθής και δεν συμφέρει. 
Ο στρατιώτης κατέβασε το χέρι του. Μία στιγμιαία τεραστία μεταβολή είχε γίνη εις την ψυχήν του. Τον είχαν ειπή παλλικάρι και ησθάνετο τώρα μέσα του τον φόβον να φεύγη, την ψυχήν του να φτερουγίζη. Όταν οι Τούρκοι ετσάκισαν και διετάχθη η καταδίωξις, ο πρώην δειλός ώρμησε πρώτος αλαλάζον και έτρεξε εναντίον του εχθρού.
  – Από εκείνην την στιγμήν είδα κ’ έπαθα να τον συγκρατώ. Έγινεν το σύνθημα της ορμής,  και οι στρατιώται έτρεχαν από πίσω του παρασυρόμενοι από το παράδειγμά του. Μόνον όταν ετελείωσε η πολεμική δράσις εις την Μακεδονίαν, ο στρατιώτης μου εξωμολογήθη τι είχε συμβή και πώς έξαφνα από δειλός, από σχεδόν άνανδρος, μετεβλήθη εις ήρωα».  

Γεράσιμος Καλλιγάς, Καθηγητής - Εκδότης
Επίσκεψη του δημοσιογράφου Γ. Β. Τσοκόπουλου στη Βέροια τον Οκτώβριο του 1912
Βέροια Ερατεινή Ημαθία : ιστορία - πολιτισμός
περιοδικό σύγγραμμα έρευνας και λόγου
τεύχος 2ο. Βέροια, 2018

Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος και ο στρατηγός Παναγιώτης Δαγκλής (κέντρο), οι πρίγκιπες (από αριστερά) Γεώργιος, Χριστόφορος και Ανδρέας και επιτελικοί στο σιδηροδρομικό σταθμό Βέροιας. 1912. Αρχείο/Συλλογή: ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ. πηγή: elia.org.grΟ Διάδοχος Κωνσταντίνος και ο στρατηγός Παναγιώτης Δαγκλής (κέντρο), οι πρίγκιπες (από αριστερά) Γεώργιος, Χριστόφορος και Ανδρέας και επιτελικοί στο σιδηροδρομικό σταθμό Βέροιας. 1912. Αρχείο/Συλλογή: ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ. πηγή: elia.org.gr