Ιστορίες - γεγονότα

Οθωμανικό διαβατήριο κατοίκου του Περιβολίου Γρεβενών για τις μετακινήσεις του στη Θεσσαλία, με ημερομηνία έκδοσης 13/25.5.1895.Κατά τον 19ο αι. το μεγαλύτερο μέρος των οικισμών της βόρειας Πίνδου στήριξαν την οικονομία τους στην κτηνοτροφία. Η σημαντική ανάπτυξη αυτής της δραστηριότητας, σε συνδυασμό με τις γεωμορφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες, ανάγκαζε τις ποιμενικές οικογένειες και τα κοπάδια τους σε εποχικές (εξαμηνιαίες) μετακινήσεις, με σκοπό την εξασφάλιση κατάλληλων βοσκοτόπων και την προστασία τους από τις κλιματικές συνθήκες των εποχών.

Η σημαντική ανάπτυξη αυτής της δραστηριότητας, σε συνδυασμό με τις γεωμορφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες, ανάγκαζε τις ποιμενικές οικογένειες και τα κοπάδια τους σε εποχικές (εξαμηνιαίες) μετακινήσεις, με σκοπό την εξασφάλιση κατάλληλων βοσκοτόπων και την προστασία τους από τις κλιματικές συνθήκες των εποχών..
Τα κοπάδια των αιγοπροβάτων και οι ποιμενικές οικογένειες μετακινούνταν την άνοιξη, συνήθως τον Μάιο, από τα χειμαδιά -είτε κάμπος είτε περιοχές με χαμηλό υψόμετρο- στα ορεινά βοσκοτόπια, όπου γινόταν εξασφάλιση της βοσκής στη φυσική βλάστηση, για το διάστημα των θερινών μηνών. Το φθινόπωρο, από τις τελευταίες μέρες του Σεπτεμβρίου έως τα μέσα του Οκτωβρίου, πραγματοποιούνταν η επιστροφή στα χειμαδιά.

Η συνήθεια των εποχικών μετακινήσεων των πληθυσμών προσέδωσε στους αντίστοιχους ορεινούς οικισμούς έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, που τους διαφοροποιεί από τους οικισμούς με μόνιμο πληθυσμό καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και, επιπλέον, καθόρισε το μοντέλο λειτουργίας τους, το οποίο δημιούργησε ιδιότυπες συνθήκες για την ανάπτυξη και εξέλιξή τους. Εστιάζοντας στη Δυτ. Μακεδονία και στην ορεινή περιοχή της επαρχίας Γρεβενών, τα τέσσερα βλαχοχώρια, Περιβόλι, Αβδέλλα, Σμίξη, Σαμαρίνα, αποτελούν χαρακτηριστική περίπτωση οικισμών που εγκαταλείπονταν από όλον τον πληθυσμό κατά τους χειμερινούς μήνες, γεγονός που αποτελούσε το ιδιαίτερο γνώρισμά τους καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής πορείας και εξέλιξής τους.

Σε αυτές τις εποχικές μετακινήσεις ενδιαφέρον παρουσιάζει τόσο η σχέση των πληθυσμών με τον οικισμό όσο και η πραγματοποίηση των μετακινήσεων, ως προς τον τρόπο διεξαγωγής των μεταφορών και το γεωγραφικό εύρος στο οποίο αυτές εκτυλίσσονταν, δημιουργώντας ένα είδος δικτύου στον χώρο. Σε κάθε ορεινό οικισμό αντιστοιχεί και ένα διαφορετικό δίκτυο, το οποίο διαμορφωνόταν με βάση τις απαιτήσεις και επιλογές του πληθυσμού του ή μέρους αυτού.

Ιστορικά γεγονότα και επιμέρους μεταβολές στα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα προκαλούσαν τακτικές αλλαγές στο γενικότερο πλαίσιο πραγματοποίησης αυτού του είδους των εποχικών αποδημιών καθώς και στη μορφή του δικτύου των διαδρομών. Επιλέχθηκε ο οικισμός Περιβόλι για να διερευνηθούν οι μεταβολές τόσο ως προς το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο όσο και ως προς τον τρόπο διεξαγωγής των μετακινήσεων, για ένα χρονικό διάστημα που περιλαμβάνει μέρος της περιόδου της Τουρκοκρατίας και της νεότερης ιστορίας του ελληνικού κράτους, ώς το 1950.

Για τη πραγματοποίηση της συγκεκριμένης διερεύνησης χρησιμοποιήθηκε η κατάλληλη βιβλιογραφία1 και οι προφορικές μαρτυρίες των ανθρώπων που βίωσαν τις αλλαγές ή μεταφέρουν ικανοποιητικά την προφορική παράδοση. Ταυτόχρονα, χρησιμοποιήθηκαν εργαλεία της χαρτογραφίας, για να αποδοθεί ο χώρος που εμπλέκεται σε αυτές τις μετακινήσεις και να χαρτογραφηθούν οι στοιχειώδεις μεταβολές. Μέσα από τον συνδυασμό γραπτών, προφορικών πηγών και χαρτογραφίας επιχειρείται η εμπεριστατωμένη μελέτη ενός χαρακτηριστικού γνωρίσματος του πληθυσμού του Περιβολίου, του οποίου η εξέλιξη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ιστορική πορεία και εξέλιξη του ίδιου του πληθυσμού.

Το πλαίσιο των εποχικών μετακινήσεων ‒ Κοινωνικό-οικονομικό πλαίσιο

Είναι γνωστή η πληθυσμιακή ενίσχυση και ανάπτυξη των ορεινών οικισμών της Δυτ. Μακεδονίας κατά τον 16ο και 17ο αιώνα.2 Ο ορεινός χώρος της Δυτ. Μακεδονίας διαθέτει βοσκότοπους υψηλής παραγωγικότητας, γεγονός που ευνόησε την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας κατά την περίοδο αύξησης του πληθυσμού στην εν λόγω περιοχή. Χωρίς τις ιδανικές συνθήκες θα ήταν αδύνατη μια τόσο σημαντική άνθηση της κτηνοτροφίας. Επιπλέον, κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας η κτηνοτροφία δεν φορολογούνταν όπως η γεωργία, ενώ τα κοπάδια των αιγοπροβάτων δεν αποτελούσαν σημαντική λεία για τους εκπροσώπους της τουρκικής διοίκησης, αφού αυτά απαιτούσαν ιδιαίτερες συνθήκες για τη συντήρησή τους.3 Έτσι, η ενασχόληση με την κτηνοτροφία είχε πλεονεκτήματα, παρέχοντας μια σχετική ασφάλεια στον πληθυσμό, ο οποίος δεν δεχόταν ιδιαίτερες πιέσεις και διατηρούσε την αυτονομία του σε αρκετές περιπτώσεις.

Αρκετοί ορεινοί οικισμοί παρουσίασαν την εικόνα ευμάρειας εξαιτίας της ανεπτυγμένης κτηνοτροφίας, σε συνδυασμό με τις συναφείς δραστηριότητες, όπως η γαλακτοκομία, η υφαντουργική (λόγω επεξεργασίας του μαλλιού), η επεξεργασία δερμάτων κλπ. Σε αυτό το πλαίσιο ήταν ενταγμένη και η συνήθεια των εποχικών μετακινήσεων, που αποσκοπούσαν στην εξασφάλιση κατάλληλων βοσκοτόπων για τα πολυπληθή κοπάδια, με αποτέλεσμα ολόκληρα φαλκάρια4 να κινούνται μεταξύ απομακρυσμένων μεταξύ τους γεωγραφικών και διοικητικών περιοχών. Έτσι, εξυπηρετούσαν την εξεύρεση τροφής για τα κοπάδια και την προστασία τους από τις μετεωρολογικές συνθήκες των εποχών, που είναι το βαρύ ψύχος του χειμώνα για τα ορεινά βοσκοτόπια, καθώς και οι υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού για τα πεδινά. Για τις εξαμηνιαίες μετακινήσεις των κτηνοτροφικών οικογενειών κάνουν λόγο και ξένοι περιηγητές του 19ου και των αρχών του 20ού αι.,5 καθώς δεν πρόκειται για ένα απλό σύστημα εκτροφής, αλλά για μια τακτική που καθόρισε το μοντέλο ανάπτυξης μέρους των ορεινών κοινωνιών. Σημαντική είναι η διαχρονικότητα αυτής, αφού εξακολούθησε να εφαρμόζεται με τον παραδοσιακό τρόπο και στη σύγχρονη ιστορία ώς τη δεκαετία του 1970.

Γεωγραφικό πλαίσιο

Ο οικισμός Περιβόλι. Το Περιβόλι βρίσκεται στις ανατολικές πλαγιές της βόρειας Πίνδου, βόρεια της Βάλια Κάλντα και νότια του όρους Βασιλίτσα, και κοντά στην κορυφογραμμή που χωρίζει τα νερά του Αώου και του Αλιάκμονα (χάρτης 1). Η υψομετρική του θέση είναι της τάξης των 1.250 - 1.400 μ. Ο πληθυσμός του είναι βλαχόφωνος και ακολουθούσε την τακτική των εποχικών μετακινήσεων στο μεγαλύτερο τμήμα της ιστορίας του, παρόμοια με τα γειτονικά βλαχοχώρια Αβδέλλα, Σμίξη, Σαμαρίνα. Έτσι, ο οικισμός εγκαταλειπόταν εξ ολοκλήρου κατά τους χειμερινούς μήνες, και μόνο ένας μικρός αριθμός ατόμων παρέμενε για τη φύλαξή του. Εμπεριέχει όμως ο οικισμός την έννοια της σταθερότητας και αποτελούσε τη βάση των μετακινούμενων, από την οποία αυτοί διαχέονταν στους ποικίλους προορισμούς διαχείμασης. Ακόμη και αν το Περιβόλι σταμάτησε σε κάποια χρονική στιγμή να αποτελεί πόλο έλξης για ένα τμήμα του πληθυσμού του, που άλλαξε συνήθειες και προορισμούς, παραμένει η κοιτίδα αυτού.

Περιοχές διαχείμασης (χειμαδιά). Η Θεσσαλία και οι πεδινές περιοχές της Κεντρ. Μακεδονίας φιλοξένησαν τις μετακινούμενες ποιμενικές οικογένειες του Περιβολίου, και ειδικότερα η πρώτη αποτέλεσε τον βασικότερο προορισμό για διαχείμαση. Οι θέσεις που προτιμούνταν για τη χειμερινή διαβίωση των κοπαδιών πληρούσαν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Γινόταν επιλογή προσηλιακών (με νότιο προσανατολισμό) εκτάσεων για προστασία από τους βόρειους ανέμους και δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για τη βιωσιμότητα ενός κοπαδιού. Έτσι, οι οικισμοί διαχείμασης, που είναι γνωστοί ως χειμαδιά, εντοπίζονται σε λοφώδεις ή ημιλοφώδεις εξάρσεις, στους κάμπους της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας και σε κατάλληλες θέσεις, που εξασφάλιζαν προστασία των κοπαδιών από το ψύχος, ενώ ταυτόχρονα ήταν δυνατή η ανάπτυξη της κατάλληλης βλάστησης και η ύπαρξη πηγών νερού.

Τα χειμαδιά δεν κατοικούνταν αποκλειστικά από τις ποιμενικές οικογένειες που εφάρμοζαν το σύστημα των εξαμηνιαίων μετακινήσεων, αλλά είχαν και μόνιμο πληθυσμό. Οι οικισμοί προϋπήρχαν και ενισχύονταν πληθυσμιακά από τους μετακινούμενους κτηνοτρόφους κατά τους χειμερινούς μήνες. Υπάρχουν και περιπτώσεις οικισμών οι οποίοι κατοικήθηκαν αποκλειστικά από τις μετακινούμενες οικογένειες, χωρίς να αναμιγνύονται με άλλες πληθυσμιακές ομάδες.

Στη Θεσσαλία χαρακτηριστικοί οικισμοί διαχείμασης είναι οι εξής: Καρατζόλι (σημ. Αργυροπούλι), Μελισσιάτικα Βόλου, Άλλη Μεριά Βόλου, Άνω Βόλος, Βελεστίνο, Ταχτιλασμάν (σημ. Μικρό Περιβολάκι), Δεδέργιαννη (σημ. Αγναντερή), Αβδουλάρ (σημ. Νέο Περιβόλι), Χατζή Μπαϊράκι (σημ. Μύρα), Τόιβασι (σημ. Καλοχώρι), Σουφλάρ (σημ. Χειμάδι), Μακρυχώρι (χάρτης 2).

Στη Μακεδονία χρησιμοποιήθηκαν για διαχείμαση οι περιοχές του Κιλκίς και των Γιαννιτσών, αλλά μόνιμες εγκαταστάσεις Περιβολιωτών δημιουργήθηκαν μετά το 1930 σε οικισμούς της Ημαθίας, όπως ο Σταυρός, το Παλαιό Σκυλίτσι, το Διαβατό (χάρτης 3). Η περίπτωση των χειμαδιών της Κεντρ. Μακεδονίας αναλύεται στη σχετική αναφορά για την ομάδα των Περιβολιωτών που δημιούργησαν θερινό οικισμό στην ορεινή περιοχή του Ιστόκ της σημερινής ΠΓΔΜ.

Η μετακίνηση

Το καραβάνι. Η μετακίνηση ενός φαλκαριού σήμαινε μετακίνηση αρκετών οικογενειών, είτε συγγενικών μεταξύ τους είτε μελών ενός τσελιγκάτου και των κοπαδιών τους. Ακόμη και στις εποχές που το τσελιγκάτο είχε εξασθενήσει, οι αναχωρήσεις δεν γίνονταν μεμονωμένα για κάθε οικογένεια και κοπάδι, αλλά ομαδικά, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια στο δρόμο. Τα μέλη κάθε οικογένειας, οι γυναίκες, τα παιδιά και οι γεροντότεροι, πορεύονταν παράλληλα με τα κοπάδια, τα οποία κινούνταν ξεχωριστά, για να βοσκούν. Σε αυτή τη διαδικασία της παράλληλης βόσκησης, οι άντρες και οι μισθωτοί τσοπαναραίοι συνόδευαν το κοπάδι και είχαν τον έλεγχο για αποφυγή τόσο πιθανών ζημιών όσο και παρέκκλισης από την πορεία. Με την προστασία της οικογένειας στο ταξίδι επιφορτίζονταν ένοπλοι άντρες του φαλκαριού, καθώς οι κίνδυνοι ήταν αυξημένοι και από τις συχνές ληστείες, και όχι μόνο σε περιόδους πολέμου. Τη μεταφορά τους αναλάμβαναν κιρατζήδες (αγωγιάτες), που διέθεταν ζώα για τον σκοπό αυτό.

Το κονάκι. Η διάρκεια του ταξιδιού υπολογιζόταν σε κονάκια, δηλαδή τις στάσεις που πραγματοποιούσαν για διανυκτέρευση ή ανάπαυλα, και όχι σε συνολική απόσταση που διανυόταν ημερησίως. Για τον σκοπό αυτό επιλέγονταν ξέφωτα σημεία που εξυπηρετούσαν την ανάγκη σε νερό, άρα έπρεπε να υπάρχει πηγή σε κοντινή απόσταση και επίσης να υπάρχει διαθέσιμος χώρος για τη βόσκηση του κοπαδιού, αλλά μακριά από καλλιεργούμενες εκτάσεις, στις οποίες προκαλούσαν ζημιές. Επίσης, για την άνεση του κοπαδιού, αλλά και την ασφάλεια από τις επιθέσεις λύκων, αποφεύγονταν οι δασωμένες εκτάσεις. Γενικά, η επιλογή συνδεόταν με τις απαιτήσεις των ζώων και την εξασφάλιση των προϋποθέσεων για την καλύτερη δυνατή διαμονή τους, ακολουθώντας λογικές που δεν αποκλίνουν από τους κανόνες οργάνωσης ενός κατοικήσιμου χώρου. Συνήθως, σε κοντινή απόσταση υπήρχαν εναλλακτικές τοποθεσίες για τη δημιουργία κονακιού, και ανάλογα με τις συνθήκες μιας δεδομένης χρονικής στιγμής επιλεγόταν η καταλληλότερη τοποθεσία.

Οι διαδρομές. Οι πορείες που ακολουθούσαν τα καραβάνια των κτηνοτροφικών οικογενειών δεν απέκλιναν από το οδικό δίκτυο της εκάστοτε εποχής. Σε πολλά σημεία ταυτίζονταν με δρόμους που χρησιμοποιούνταν για άλλους σκοπούς. Υπήρχαν όμως και σημαντικά τμήματα της διαδρομής που χρησιμοποιούνταν από τα κοπάδια και τους κτηνοτρόφους, αποκλειστικά, για τη μετακίνησή τους μεταξύ χειμαδιού και ορεινού οικισμού. Αυτά τα τμήματα είναι γνωστά ως βλαχόστρατες, ακόμη και σήμερα. Ο όρος δεν αναφέρεται μόνο στους Βλάχους, αλλά σε όλους τους μετακινούμενους κτηνοτρόφους. Άλλωστε, έτσι συνηθιζόταν να τους αποκαλούν σε περιοχές που

δεν γνώριζαν αυτού του είδους τις πρακτικές και η εντατική ενασχόληση με την κτηνοτροφία ήταν συνυφασμένη με τον τρόπο ζωής των Βλάχων. Χαρακτηριστικό των διαδρομών είναι η διαφοροποίηση της ανοιξιάτικης μετάβασης στον ορεινό οικισμό από τη φθινοπωρινή επιστροφή στα χειμαδιά, καθώς οι συνθήκες κάθε εποχής του έτους υπαγόρευαν διαφορετικούς κανόνες στην επιλογή ενός δρόμου και του τρόπου κίνησης. Έτσι, προέκυπταν ποικίλες διαδρομές για τη μετακίνηση μεταξύ ορεινού οικισμού και χειμαδιού, που δημιουργούσαν ένα σύνθετο δίκτυο.

Οι μεταβολές στο πλαίσιο των εποχικών μετακινήσεων

Οι μετακινήσεις δημιουργούσαν τόσο ιδιαίτερες συνθήκες στον κοινωνικό οικονομικό βίο του πληθυσμού όσο και ένα ιδιότυπο δίκτυο διαδρομών στον γεωγραφικό χώρο, του οποίου χαρακτηριστικά στοιχεία ήταν ο ορεινός οικισμός, τα χειμαδιά, οι διαδρομές και τα κονάκια.6 Τα ιστορικά γεγονότα και οι εξελίξεις επηρέαζαν βασικά κοινωνικό οικονομικά χαρακτηριστικά ενός μέρους του πληθυσμού, καθώς και τον τρόπο πραγματοποίησης των μετακινήσεων, μεταβάλλοντας τη μορφή του δικτύου ως προς την αφετηρία και τους προορισμούς. Ακόμη και ένα τυχαίο γεγονός καθόριζε την εξέλιξη των μετακινήσεων και του δικτύου, όπως και την κατανομή των ποιμενικών οικογενειών του Περιβολίου στον γεωγραφικό χώρο.

Η μετακίνηση σε βοσκοτόπους μακρινών διοικητικών περιφερειών

Η εντατική ενασχόληση των Περιβολιωτών με την κτηνοτροφία είχε ως αποτέλεσμα να μην επαρκούν οι βοσκότοποι της κτηματικής περιφέρειας του οικισμού για την αποδοτική βόσκηση των πολυπληθών και μεγάλων κοπαδιών. Η αναζήτηση κατάλληλων λιβαδιών τους οδήγησε σε άλλες διοικητικές περιφέρειες της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπως στους καζάδες Μοναστηρίου, Καστοριάς, Φλώρινας και Αχρίδας (χάρτης 4). Η δυνατότητα και ο τρόπος παραχώρησης εκτάσεων για βοσκή εξαρτούνταν από τη διοίκηση της εκάστοτε περιοχής και τις συγκυρίες κάθε χρονικής στιγμής. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν δημιουργούνταν μόνιμες εγκαταστάσεις, ενώ επιχειρούνταν επιστροφή στο Περιβόλι, όταν τα δεδομένα της εποχής το επέτρεπαν. Απόγονοι κτηνοτροφικών οικογενειών του Περιβολίου αναφέρουν τις περιστασιακές μετατοπίσεις σε τέτοιους βοσκοτόπους. Σε μια μαρτυρία7 περιγράφεται το παράδειγμα ενός φαλκαριού του Περιβολίου, που διαχείμαζε στο Καρατζόλι (σημ. Αργυροπούλι) του νομού Λάρισας και μετακινούνταν στο όρος Μάλι Μάδι, ΒΔ της Καστοριάς, από τα μέσα του 19ου αι. και ώς το 1914. Η απελευθέρωση της Μακεδονίας από τους Τούρκους (1912) σήμανε την εκτόπιση τους από εκεί και την επιστροφή τους στο Περιβόλι, με το οποίο είχαν χάσει την επαφή στο συγκεκριμένο διάστημα. Τέτοιου είδους μετατοπίσεις συνέβαιναν τακτικά και δεν επηρέασαν σημαντικά τη σχέση του αντίστοιχου πληθυσμού με το Περιβόλι.

Ξεχωριστή περίπτωση αποτελεί η μετακίνηση στην περιοχή του Ιστόκ της σημερινής ΠΓΔΜ, όπου δημιουργήθηκε θερινός οικισμός από ομάδα Περιβολιωτών. Εκείνη η ομάδα δεν επέστρεψε στο Περιβόλι, ακόμη και όταν ο οικισμός του Ιστόκ έπρεπε να εγκαταλειφθεί. Σε αυτή την περίπτωση επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό η πορεία ενός σημαντικού μέρους του πληθυσμού, που εξελίχθηκε χωρίς να επιστρέψει στον οικισμό του Περιβολίου.

Η αποίκηση στο Ιστόκ

Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, αλλά και τις αναφορές των Άγγλων ερευνητών-αρχαιολόγων Wace και Thomson, ώς το 1877 ο αριθμός των προβάτων αυξήθηκε τόσο, ώστε δεν επαρκούσαν τα λιβάδια του Περιβολίου. Το γεγονός αυτό ανάγκασε Περιβολιώτες που διαχείμαζαν στην ανατολική πεδιάδα της Λάρισας να δημιουργήσουν έναν νέο θερινό οικισμό στο Ιστόκ, στους λόφους ανάμεσα στη Ρέσνα και την Αχρίδα, ώστε να προκύψει μια νέα αποικία του Περιβολίου, που αριθμούσε 200 οικογένειες8 (χάρτης 5). Οι Περιβολιώτες είχαν φθάσει και στην ευρύτερη περιοχή του Μοναστηρίου, όπως Μεγάροβο, Νιζόπολη, Τύρνοβο, Μηλόβιστα κλπ.9 (χάρτης 4). Στις αναφορές Περιβολιωτών που βίωσαν τις μετακινήσεις σε αυτή την περιοχή γίνεται λόγος για αξιοποίηση των βοσκοτόπων της ακόμη και μετά τη δημιουργία του σερβικού κράτους, ενώ και σήμερα εντοπίζονται εκεί απόγονοι οικογενειών του Περιβολίου.

Οι τόποι διαχείμασης αυτής της ομάδας Περιβολιωτών δεν εντοπίζονται μόνο στη Θεσσαλία, αλλά και στη Μακεδονία, και ειδικότερα στην πεδιάδα της Ημαθίας, όπου σήμερα είναι εγκατεστημένοι οι απόγονοί τους. Σε δύο μαρτυρίες10 αναφέρθηκαν ως αρχικοί τόποι διαχείμασης οι περιοχές του Κιλκίς, των Γιαννιτσών, της Έδεσσας, από τις οποίες κατέληξαν είτε στους οικισμούς της ανατολικής πεδιάδας του Πηνειού (Τόιβασι, Νέσσωνας κλπ.) είτε της πεδιάδας της Ημαθίας (Παλιό Σκυλίτσι, Σταυρός, Διαβατό κλπ.), όπου και δημιούργησαν τις σημερινές μόνιμες εγκαταστάσεις τους σε διάφορες χρονικές στιγμές (χάρτης 2-3). Είναι πιθανό, μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος το 1881, οικογένειες που διαχείμαζαν στη Θεσσαλία να προτίμησαν να κατευθυνθούν και εκείνοι στην Κεντρ. Μακεδονία, αλλά πρόκειται για περιστασιακές αλλαγές στην επιλογή των χειμαδιών ανάλογα με τις συγκυρίες.

Έτσι, από το 1878 κ.ε. σημειώνεται μια σημαντική αλλαγή στην πορεία της εποχικής μετακίνησης τμήματος πληθυσμού του Περιβολίου, εξαιτίας της αποίκησης στην περιοχή του Ιστόκ. Εκεί δημιουργήθηκε οικισμός διαιρεμένος σε δύο συνοικισμούς, τα Επάνω και τα Κάτω Καλύβια, όπου πραγματοποιούνταν η θερινή διαβίωση ποιμενικών οικογενειών και κοπαδιών, ακολουθώντας τις ίδιες τακτικές, ήθη και έθιμα που χαρακτήριζαν τον βίο στο Περιβόλι.11 . Οι δεσμοί όμως με τον οικισμό προέλευσής τους χαλάρωσαν και οι μετακινήσεις τους πραγματοποιούνταν μεταξύ του νέου οικισμού και των χειμαδιών της Λάρισας ή της Μακεδονίας. Το Περιβόλι δεν αποτελούσε πλέον σημείο διέλευσης στις πορείες τους (χάρτης 6).

Μετά την κατάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όταν η περιοχή της Πελαγονίας περιήλθε στο κράτος της Σερβίας, η μετακίνηση στα Καλύβια του Ιστόκ εξακολουθούσε να πραγματοποιείται με τη χρήση διαβατηρίων. Η διαμονή στον θερινό οικισμό ήταν εφικτή ώς το 192912 (χάρτης 7), οπότε και απομακρύνθηκαν από εκεί. Οι πολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή δημιούργησαν δυσμενείς συνθήκες για τους Περιβολιώτες· ήδη από το καλοκαίρι του 1927 τέθηκε ζήτημα για αποδοχή της σερβικής υπηκοότητας, για να εξακολουθεί να υφίσταται ο θερινός οικισμός.13 Εφόσον δεν δήλωναν σερβική συνείδηση, δεν είχαν δικαίωμα παραμονής και εκμετάλλευσης των βοσκοτόπων της περιοχής που είχαν οικειοποιηθεί επί 50 χρόνια. Τότε κάθε φαλκάρι ακολούθησε διαφορετική πορεία και στράφηκε στην αναζήτηση άλλων θερινών βοσκοτόπων. Κάποιοι εξακολουθούσαν να μετακινούνται στην περιοχή της Πελαγονίας, όπως το Μοναστήρι, τη Νιζόπολη, το Μεγάροβο, και άλλοι στα ορεινά λιβάδια των νομών Φλώρινας και Καστοριάς, χωρίς να δημιουργούνται εγκαταστάσεις εκεί (χάρτης 8).

Κάτω από τις παραπάνω συνθήκες ξεκίνησε η συρρίκνωση των φαλκαριών των Καλυβίων του Ιστόκ. Αρκετοί έχασαν τα κοπάδια τους και εργάστηκαν στη συνέχεια είτε ως μισθωτοί τσοπαναραίοι σε άλλα τσελιγκάτα ή κοπάδια είτε ως κιρατζήδες και οτιδήποτε άλλο σχετικό με τον αρχικό τρόπο ζωής. Οι περισσότεροι έμειναν στα χειμαδιά μόνιμα, αναζητώντας εκεί λύσεις επιβίωσης, ενώ ήδη από το 1934 είχαν εγκαταλείψει τη μετακινούμενη κτηνοτροφία, χωρίς να εκλείψουν και οι περιπτώσεις οικογενειών που διατήρησαν τα μεγάλα σε μέγεθος κοπάδια τους, μετακινούμενοι περιστασιακά σε ενοικιαζόμενους θερινούς βοσκότοπους. 14 Έτσι, για αυτή την ομάδα Περιβολιωτών, οι συστηματικές εποχικές μετακινήσεις τις οποίες υπαγόρευε η ανεπτυγμένη κτηνοτροφία είχαν σταματήσει πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο (χάρτης 9).

Η προσάρτηση της Θεσσαλίας

Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος το 1881 μειώθηκε ο αριθμός των μετακινούμενων κτηνοτρόφων από τα χειμαδιά προς τους ορεινούς οικισμούς τους. Η επιβολή δασμών στα σύνορα και η εντατικοποίηση των ελέγχων, καθώς και το γεγονός ότι οι ορεινοί οικισμοί του μακεδονικού χώρου εξακολουθούσαν να ανήκουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ τα χειμαδιά του θεσσαλικού κάμπου είχαν περάσει στο ελληνικό κράτος, οδήγησαν στον περιορισμό των μετακινήσεων. Ο Weigand, από την επίσκεψη που πραγματοποίησε στα βλαχοχώρια της Πίνδου, της περιοχής των Γρεβενών, αναφέρει τις αλλαγές αυτές που επέφερε ο καθορισμός του νέου συνόρου.15 Παρόμοια αναφορά γίνεται και από τους Wace και Thomson, όταν τον Μάιο του 1910 ακολούθησαν οικογένειες Σαμαριναίων κτηνοτρόφων στη μετακίνησή τους από τον Τύρναβο στη Σαμαρίνα, και στα σύνορα βίωσαν τους ελέγχους που πραγματοποιούνταν. 16 Αξιοσημείωτη είναι η χρήση διαβατηρίων από κατοίκους του Περιβολίου για τις εποχικές μετακινήσεις τους στη Θεσσαλία, που αποτελούν επιπλέον τεκμήριο των ελέγχων που πραγματοποιούνταν στο σύνορο Οθωμανικής Αυτοκρατορίας – Ελλάδας (εικ. 1).

Εκτός από τις δυσκολίες στη διέλευση του ελληνοτουρκικού συνόρου, η απελευθέρωση της Θεσσαλίας σήμανε αλλαγές στη σχέση των Περιβολιωτών με τη γη. Οι Οθωμανοί γαιοκτήμονες κατά την αποχώρησή τους πουλούσαν τα κτήματά τους και άλλαξαν τα δεδομένα ως προς τη διαχείριση της γης σε βάρος των κολίγων. Ωστόσο, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, Περιβολιώτες προχώρησαν σε αγορά καλλιεργήσιμων εκτάσεων στους τόπους διαχείμασης, γεγονός που ενδυνάμωσε τη σχέση τους με το χειμαδιό17 (εικ. 2).

Κάτω από τις παραπάνω συνθήκες που διαμορφώθηκαν μετά το 1881, ξεκίνησε η εδραίωση ενός ποσοστού Περιβολιωτών στα πεδινά της Θεσσαλίας. Τόσο το ελληνοτουρκικό σύνορο, όσο και τα νέα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα που επικράτησαν στον θεσσαλικό κάμπο, επέδρασαν στις επιλογές των ποιμενικών οικογενειών του Περιβολίου, ενώ η εξέλιξή τους διαφοροποιούνταν ανάλογα με τις δυνατότητες για αγορά γης στα χειμαδιά.

Οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις

Οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις που υλοποιήθηκαν στο ελληνικό κράτος μετά το 1917 έδωσαν στους κτηνοτρόφους λιβάδια στις πεδινές περιοχές, όπου διαχείμαζαν, και προνόμια πάνω σε αυτά, με αποτέλεσμα να αποκτούν και δυνατότητα καλλιέργειας σημαντικών εκτάσεων γης. Προκειμένου να αποφύγουν τους κινδύνους των μετακινήσεων, καθώς οι αναταραχές και οι πόλεμοι ήταν χαρακτηριστικά της περιόδου, παρέμεναν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους στα χειμαδιά και εφόσον σταδιακά περνούσαν στα χέρια τους υπολογίσιμες εκτάσεις γης. Επίσης, ο κατακερματισμός των ιδιοκτησιών και η διανομή τους σε ακτήμονες κατέστησαν πιο εντατική την καλλιέργειά τους, με αποτέλεσμα οι βοσκότοποι να περιοριστούν, το ίδιο και οι εκτάσεις προς αγρανάπαυση.18 Κάτω από αυτές τις συνθήκες περιορισμού των λιβαδιών στα πεδινά, γίνονταν και πιο δύσκολοι οι όροι για εκτεταμένη άσκηση της κοπαδιάρικης κτηνοτροφίας. Τα νέα δεδομένα ώθησαν ένα ποσοστό κτηνοτρόφων στην ενασχόληση με τη γεωργία και στη σταδιακή εγκατάλειψη των κοπαδιών τους. Αλλά και εκείνοι οι κτηνοτρόφοι που διατήρησαν τα κοπάδια τους ανέπτυσσαν δεσμούς με τον τόπο όπου διαχείμαζαν, εξαιτίας των ευνοϊκών μέτρων του ελληνικού κράτους για πρόσβασή τους στα πεδινά βοσκοτόπια, από το 1919 και εξής.19

Σχετικά με τους Περιβολιώτες του Ιστόκ οι οποίοι διαχείμαζαν σε περιοχές της Μακεδονίας (Γιαννιτσά, Κιλκίς κλπ.), μετά το 1933 σταθεροποιήθηκαν στην πεδιάδα της Ημαθίας και στους οικισμούς όπου εντοπίζονται σήμερα οι απόγονοί τους (Παλιό Σκυλίτσι, Διαβατό κλπ.). Τότε βρίσκονταν σε εξέλιξη οι εργασίες αποξήρανσης της λίμνης των Γιαννιτσών και ήδη πραγματοποιούνταν διανομές γης. Η απόκτηση γης στα χειμαδιά είχε ως αποτέλεσμα να σταματήσει η αναζήτηση βοσκοτόπων σε περιοχές της Πελαγονίας και να περιοριστεί το μέγεθος των κοπαδιών που δεν είχαν πλέον τις απαιτήσεις των παλαιότερων μεγάλων τσελιγκάτων.

Οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις επηρέασαν τους Περιβολιώτες που διαχείμαζαν σε περιοχές με εύφορες και αποδοτικές καλλιεργήσιμες εκτάσεις, και όπου οι συγκυρίες ευνόησαν την απόκτηση γης δημιουργήθηκαν ισχυροί δεσμοί με τη γεωργία. Στην περίπτωση των χειμαδιών, στα οποία δεν ευνοήθηκε η απόκτηση γης από τις μετακινούμενες ποιμενικές οικογένειες, αυτές συνέχισαν την τακτική των εποχικών μετακινήσεων μέχρι και το πρόσφατο παρελθόν, όπως συνέβη στις περιπτώσεις των οικογενειών που διαχείμαζαν στις περιοχές του Βελεστίνου και του Αργυροπουλίου.

 

Ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος και ο Εμφύλιος

Ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος (1940-44) και ο Εμφύλιος στην Ελλάδα (1946-49) σήμαναν ριζικές αλλαγές στον μετακινούμενο κτηνοτροφικό πληθυσμό. Οικισμοί καταστράφηκαν, ενώ η φτώχεια και η πείνα που επικράτησαν ανάγκασαν πολλούς να τοποθετηθούν σε εντελώς διαφορετική βάση. Οικογένειες του Περιβολίου έχασαν τα κοπάδια τους κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου20 και γυρίζοντας στον τόπο διαχείμασης ξεκίνησαν τις προσπάθειες ανασυγκρότησης. Αρκετοί κάτοικοι παρέμειναν στα χειμαδιά και ασχολήθηκαν μερικώς με τη γεωργία, εκτρέφοντας παράλληλα εκεί τα κοπάδια τους. Οι μετακινήσεις στους ορεινούς βοσκότοπους, οι οποίες συνεχίστηκαν μετά τον

Εμφύλιο, λάμβαναν χώρα σε μικρότερα ποσοστά. Πέρασαν πολλά χρόνια για να ορθοποδήσουν οι Περιβολιώτες και να αποκαταστήσουν τις ζημιές που επέφερε ο πόλεμος στον οικισμό τους.21


Αλλαγές στον τρόπο μετακίνησης και τροποποιήσεις στις διαδρομές

Οι διαδρομές και ο τρόπος κίνησης των καραβανιών και του κοπαδιών στηρίζονταν στις παραδοσιακές πρακτικές, έως και στη δεκαετία του 1970. Η προφορική παράδοση διασώζει την ιστορία των εποχικών μετακινήσεων, όπως αυτές εκτυλίσσονταν στον δρόμο, και δίνει τις καθορισμένες πορείες των ποιμενικών οικογενειών, σε συνδυασμό με περιστατικά που συνέβαιναν κατά τη διάρκειά τους.

Από τις μαρτυρίες των ανθρώπων που βίωσαν τον παραδοσιακό τρόπο μετακίνησης προκύπτει ότι η είσοδος των φορτηγών αυτοκινήτων, μετά το 1950, είχε ως αποτέλεσμα να ξεκινήσει η μεταφορά ενός ποσοστού ποιμενικών οικογενειών με αυτά. Τα κοπάδια εξακολουθούσαν να μετακινούνται με την παραδοσιακή μέθοδο, τουλάχιστον ώς και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970. Μόνο η ανάπτυξη του σιδηροδρόμου επηρέασε τον τρόπο μεταφοράς αρκετών κοπαδιών και ιδιαίτερα εκείνων που διαχείμαζαν στην περιοχή του Βελεστίνου και του Βόλου. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση, το τρένο δεν χρησιμοποιήθηκε από τα πρώτα χρόνια της εμφάνισής του για τις μεταφορές των αιγοπροβάτων.

Η γραμμή Βελεστίνο-Φάρσαλα-Καρδίτσα-Τρίκαλα-Καλαμπάκα, μήκους 142 χλμ., είχε δοθεί στην κυκλοφορία από το 1886.22 Σύμφωνα με μαρτυρίες,23 η πρώτη μετακίνηση κοπαδιού με τρένο έγινε το 1925, αλλά μεμονωμένα, και δεν ήταν αρκετοί εκείνοι που ακολούθησαν αυτή την τακτική, κυρίως εξαιτίας της οικονομικής αδυναμίας. Οι μετακινήσεις πραγματοποιούνταν πεζή, από το σύνολο των ποιμενικών οικογενειών και των κοπαδιών, ενώ μετά το 1951 ξεκίνησε η χρήση του τρένου για μέρος του κοπαδιού και συγκεκριμένα για τα νεογνά. Οι μετακινήσεις προς τα χειμαδιά της Κεντρ. Μακεδονίας πραγματοποιούνταν επίσης πεζή, χωρίς να επηρεαστεί από τη λειτουργία της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκη-Μοναστήρι από το 1894.24

Στην περίπτωση χρήσης τρένου κατά την αναχώρηση από το Βελεστίνο, η μεταφορά των νεογνών μελών του κοπαδιού και μέρους των κτηνοτρόφων γινόταν με τρένο μέχρι την Καλαμπάκα, μέσω της σιδηροδρομικής γραμμής Βελεστίνο-Καλαμπάκα (χάρτης 10). Εκεί συναντούσαν το υπόλοιπο κοπάδι, το οποίο είχε ξεκινήσει νωρίτερα, και συνέχιζαν πεζή μέχρι το Περιβόλι. Η τακτική αυτή ‒δεν ανάγεται στην περίοδο μελέτης της παρούσας εργασίας‒ αποτέλεσε σημαντική αλλαγή στον τρόπο πραγματοποίησης της μεταφοράς στο Περιβόλι κατά την μεταπολεμική περίοδο.

Από την άλλη μεριά, οι αλλαγές των συνόρων επιδρούσαν στην επιλογή μιας διαδρομής. Δηλαδή, ανάλογα με την αυστηρότητα των ελέγχων που πραγματοποιούνταν στους συνοριακούς σταθμούς καθορίζονταν και τα σημεία διέλευσης των μετακινούμενων πληθυσμών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διαδρομή μεταξύ των χειμαδιών της Θεσσαλίας και του θερινού οικισμού του Ιστόκ, η οποία πιθανόν να τροποποιήθηκε μετά το 1912. Σύμφωνα με τις περιγραφές στις μαρτυρίες, 25 η πορεία από τη Θεσσαλία για το Ιστόκ διέσχιζε την Κοζάνη και το Καϊλάρ (Πτολεμαΐδα) και συνέχιζε βόρεια στη Φλώρινα και τις Πρέσπες, ώστε να καταλήξει στον θερινό οικισμό των Καλυβίων (χάρτης 11). Ο αντίστοιχος δρόμος ελάχιστου κόστους, που προκύπτει με την εφαρμογή των κατάλληλων εργαλείων ενός γεωπληροφοριακού συστήματος,26 έχει δυτική κατεύθυνση μετά την Κοζάνη, περνά βόρεια της Σιάτιστας, συνεχίζει βορειοδυτικά για την Καστοριά και τον ορεινό όγκο της περιοχής και, διασχίζοντας τη Μπίγλιστα και την περιοχή του Μοράβα, κατευθύνεται βόρεια στην Αχρίδα (χάρτης 11). Ο παραπάνω βέλτιστος δρόμος, ακόμη και αν δεν ήταν ο βασικός άξονας μετακίνησης των Περιβολιωτών, αποτελούσε μια εναλλακτική διαδρομή όσο η εν λόγω περιοχή ήταν τουρκοκρατούμενη. Μετά το 1912 και τη διαμόρφωση των συνόρων των βαλκανικών κρατών, ο συγκεκριμένος άξονας υποχρέωνε σε διέλευση από τα εδάφη της Αλβανίας, για να καταλήξουν στη Σερβία, γεγονός που δεν ήταν επιθυμητό, καθώς οι διελεύσεις συνόρων δεν ήταν εύκολες, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για δύο διαδοχικές.

Συμπεράσματα

Οι εποχικές μετακινήσεις ενός σημαντικού τμήματος των ποιμενικών οικογενειών και κοπαδιών της ΝΔ Μακεδονίας, εξαιτίας της ανάγκης για αξιοποίηση κατάλληλων βοσκήσιμων εκτάσεων, είχαν ως αποτέλεσμα τη διασπορά αυτών στον γεωγραφικό χώρο, έχοντας ως σταθερή αφετηρία τους ορεινούς οικισμούς προέλευσης. Με τη βοήθεια της προφορικής παράδοσης, των γραπτών πηγών και της χαρτογραφίας, είναι εφικτή η απεικόνιση της κινητικότητας των ποιμενικών οικογενειών στον χώρο, όπως και η οπτικοποίηση των μεταβολών που εξηγούν την επίδραση των γεγονότων στην εξέλιξη της πορείας ενός πληθυσμού. Ειδικότερα, στη διάρκεια του 19ου και έως τα μέσα του 20ού αι. οι αλλαγές στα δεδομένα διαβίωσης, εξαιτίας της διαμόρφωσης των συνόρων μεταξύ των κρατών, των αγροτικών μεταρρυθμίσεων και των πολέμων, επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό την εξέλιξη των παραδοσιακών εποχικών μετακινήσεων και την κατανομή των μετακινουμένων στον χώρο. Στο παράδειγμα του Περιβολίου της επαρχίας Γρεβενών διαφαίνεται η επίδραση των εξελίξεων στη διαμόρφωση της σχέσης ενός μέρους του πληθυσμού με τον οικισμό, η οποία τελικά καθορίστηκε από την αλλαγή στο πλαίσιο άσκησης της κτηνοτροφίας και τη στροφή στη γεωργία.

Ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος και ο Εμφύλιος στην Ελλάδα επέφεραν ριζικές αλλαγές σε αυτή τη σχέση, η οποία χαρακτηρίστηκε από αποξένωση σημαντικού μέρους του πληθυσμού από το Περιβόλι, με αποτέλεσμα οι μετέπειτα γενιές να αγνοούν την κοιτίδα τους.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΝΤΑΣΙΟΥ
δρ. Τμ. Πολιτικών Μηχανικών ΑΠΘ
Σημαντικές μεταβολές στις εποχικές μετακινήσεις των ποιμενικών οικογενειών της Βόρειας Πίνδου: Η περίπτωση του οικισμού Περιβόλι Γρεβενών (19ος ‒ μέσα 20ού αι.)
Η Δυτική Μακεδονία στους Νεότερους Χρόνους
Πρακτικά Α ́ Συνεδρίου Ιστορίας Δυτικής Μακεδονίας
Εταιρεία Δυτικομακεδονικών Μελετών
Γρεβενά 2-5 Οκτωβρίου 2014

 

ΧΑΡΤΕΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΤΩΝ ΕΠΟΧΙΚΩΝ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΩΝ

ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΟΛΙΩΤΩΝ (ΟΡΕΙΝΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ – ΧΕΙΜΑΔΙΑ – ΑΛΛΟΙ ΘΕΡΙΝΟΙ ΤΟΠΟΙ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ)

Χάρτης 1. Η γεωγραφική θέση του οικισμού Περιβόλι, υπόβαθρο: ανάγλυφο εδάφους (Hillshade) [κλίμακα 1:250,000].Χάρτης 1. Η γεωγραφική θέση του οικισμού Περιβόλι, υπόβαθρο: ανάγλυφο εδάφους (Hillshade) [κλίμακα 1:250,000].

Χάρτης 2. Χειμαδιά στην περιοχή της Θεσσαλίας, υπόβαθρο: ανάγλυφο εδάφους (Hillshade) [κλίμακα 1:400,000].Χάρτης 2. Χειμαδιά στην περιοχή της Θεσσαλίας, υπόβαθρο: ανάγλυφο εδάφους (Hillshade) [κλίμακα 1:400,000].

Χάρτης 3. Χειμαδιά στην περιοχή της Κεντρ. Μακεδονίας, υπόβαθρο: ανάγλυφο εδάφους (Hillshade) πριν από το 1930, όπου φαίνεται και η λίμνη των Γιαννιτσών [κλίμακα 1:250,000].Χάρτης 3. Χειμαδιά στην περιοχή της Κεντρ. Μακεδονίας, υπόβαθρο: ανάγλυφο εδάφους (Hillshade) πριν από το 1930, όπου φαίνεται και η λίμνη των Γιαννιτσών [κλίμακα 1:250,000].

Χάρτης 4. Άποψη της περιοχής Πελαγονίας, όπου μετακινούνταν εποχικά ποιμενικές οικογένειες του Περιβολίου από τα μέσα του 19ου αι., υπόβαθρο: ανάγλυφο εδάφους (Hillshade) [κλίμακα 1:250,000].Χάρτης 4. Άποψη της περιοχής Πελαγονίας, όπου μετακινούνταν εποχικά ποιμενικές οικογένειες του Περιβολίου από τα μέσα του 19ου αι., υπόβαθρο: ανάγλυφο εδάφους (Hillshade) [κλίμακα 1:250,000].

 

ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΕΠΟΧΙΚΑ ΜΕΤΑΚΙΝΟΥΜΕΝΩΝ ΠΟΙΜΕΝΙΚΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΟΛΙΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΤΗΣ

ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΜΕΛΕΤΗΣ (19ος– ΜΕΣΑ 20ου ΑΙ.)

Χάρτης 5. Η μετακίνηση Περιβολιωτών στο Ιστόκ και οι παραδοσιακές διαδρομές από το Περιβόλι και το Ιστόκ προς τα χειμαδιά της Θεσσαλίας και της Κεντρ. Μακεδονίας, πριν από το 1881 [κλίμακα 1:750,000].Χάρτης 5. Η μετακίνηση Περιβολιωτών στο Ιστόκ και οι παραδοσιακές διαδρομές από το Περιβόλι και το Ιστόκ προς τα χειμαδιά της Θεσσαλίας και της Κεντρ. Μακεδονίας, πριν από το 1881 [κλίμακα 1:750,000].

Χάρτης 6. Οι παραδοσιακές διαδρομές των Περιβολιωτών από το Περιβόλι και το Ιστόκ προς τα χειμαδιά της Θεσσαλίας και της Κεντρικής Μακεδονίας, μετά το 1881 και πριν από το 1912 [κλίμακα 1:750,000].Χάρτης 6. Οι παραδοσιακές διαδρομές των Περιβολιωτών από το Περιβόλι και το Ιστόκ προς τα χειμαδιά της Θεσσαλίας και της Κεντρικής Μακεδονίας, μετά το 1881 και πριν από το 1912 [κλίμακα 1:750,000].

Χάρτης 7. Οι παραδοσιακές διαδρομές των Περιβολιωτών από το Περιβόλι και το Ιστόκ προς τα χειμαδιά της Θεσσαλίας και της Κεντρ. Μακεδονίας, μετά το 1912 [κλίμακα 1:750,000].Χάρτης 7. Οι παραδοσιακές διαδρομές των Περιβολιωτών από το Περιβόλι και το Ιστόκ προς τα χειμαδιά της Θεσσαλίας και της Κεντρ. Μακεδονίας, μετά το 1912 [κλίμακα 1:750,000].

Χάρτης 8. Οι παραδοσιακές διαδρομές των Περιβολιωτών προς τα χειμαδιά Θεσσαλίας και Κεντρ. Μακεδονίας και η εξέλιξη των διαδρομών της ομάδας των Περιβολιωτών του Ιστόκ, μετά το 1929 [κλίμακα 1:750,000].Χάρτης 8. Οι παραδοσιακές διαδρομές των Περιβολιωτών προς τα χειμαδιά Θεσσαλίας και Κεντρ. Μακεδονίας και η εξέλιξη των διαδρομών της ομάδας των Περιβολιωτών του Ιστόκ, μετά το 1929 [κλίμακα 1:750,000].

Χάρτης 9. Οι παραδοσιακές διαδρομές των Περιβολιωτών προς τα χειμαδιά της Θεσσαλίας και η σταθεροποίηση της ομάδας των Περιβολιωτών του Ιστόκ στα αντίστοιχα χειμαδιά [κλίμακα 1:750,000].Χάρτης 9. Οι παραδοσιακές διαδρομές των Περιβολιωτών προς τα χειμαδιά της Θεσσαλίας και η σταθεροποίηση της ομάδας των Περιβολιωτών του Ιστόκ στα αντίστοιχα χειμαδιά [κλίμακα 1:750,000].

Χάρτης 10. Οι παραδοσιακές διαδρομές των Περιβολιωτών προς τα χειμαδιά της Θεσσαλίας και το σιδηροδρομικό δίκτυο, όπως είχε διαμορφωθεί μετά το 1886.Χάρτης 10. Οι παραδοσιακές διαδρομές των Περιβολιωτών προς τα χειμαδιά της Θεσσαλίας και το σιδηροδρομικό δίκτυο, όπως είχε διαμορφωθεί μετά το 1886.

Χάρτης 11. Οι διαδρομές των Περιβολιωτών από το Περιβόλι και το Ιστόκ προς τα χειμαδιά Θεσσαλίας και Κεντρ. Μακεδονίας μετά το 1912, και ο δρόμος ελάχιστου κόστους στο τμήμα Κοζάνη-Ιστόκ της διαδρομής Θεσσαλία-Ιστόκ.Χάρτης 11. Οι διαδρομές των Περιβολιωτών από το Περιβόλι και το Ιστόκ προς τα χειμαδιά Θεσσαλίας και Κεντρ. Μακεδονίας μετά το 1912, και ο δρόμος ελάχιστου κόστους στο τμήμα Κοζάνη-Ιστόκ της διαδρομής Θεσσαλία-Ιστόκ.

 

 

ΕΓΓΡΑΦΑ – ΤΕΚΜΗΡΙΑ

Εικ. 1. Οθωμανικό διαβατήριο κατοίκου του Περιβολίου Γρεβενών για τις μετακινήσεις του στη Θεσσαλία, με ημερομηνία έκδοσης 13/25.5.1895.Εικ. 1. Οθωμανικό διαβατήριο κατοίκου του Περιβολίου Γρεβενών για τις μετακινήσεις του στη Θεσσαλία, με ημερομηνία έκδοσης 13/25.5.1895.

Εικ. 2. Απόσπασμα συμβολαίου αγοροπωλησίας γης στη Θεσσαλία (24.10.1904). Αγοραστές: οικογένειες του Περιβολίου. Πωλητής: Τούρκος αξιωματούχος.Εικ. 2. Απόσπασμα συμβολαίου αγοροπωλησίας γης στη Θεσσαλία (24.10.1904). Αγοραστές: οικογένειες του Περιβολίου. Πωλητής: Τούρκος αξιωματούχος.

 

 

1 .Η εργασία στηρίχτηκε σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο διδακτορικής διατριβής, η οποία εκπονήθηκε στο τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του ΑΠΘ και κατά ένα μέρος εξετάζει τις εποχικές μετακινήσεις στην περιοχή τις ΝΔ Μακεδονίας· βλ. Κωνσταντίνα Ντάσιου, Εφαρμογή Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών για την καταγραφή και μελέτη ιστορικών συγκοινωνιακών δικτύων: η περίπτωση της νοτιοδυτικής Μακεδονίας, Διδακτ. διατριβή, [Τμ. Πολιτικών Μηχανικών Πολυτεχνικής Σχ. ΑΠΘ], Θεσσαλονίκη 2014.
2 .Γ. Τσότσος, Ιστορική γεωγραφία της Δυτικής Μακεδονίας. Το οικιστικό δίκτυο 14ος17ος αιώνας, εκδ. Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 437.
3 .Τ. Κατσουγιάννης, Περί των Βλάχων την Ελληνικών Χωρών, τ. 2: Εκ του βίου και της ιστορίας των Κουτσοβλάχων επί Τουρκοκρατίας, [ΕΜΣ], Θεσσαλονίκη 1966, σ. 13.
4 .Με την έννοια του φαλκαριού εννοείται ο αριθμός διευρυμένων κτηνοτροφικών πατριαρχικών οικογενειών με όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία (ζωικό κεφάλαιο).
5 .F. C. H Pouqueville, Ταξίδι στην Ελλάδα, Μακεδονία Θεσσαλία, μτφ. Ν. Μολφέτα, εκδ. Α/φοί Τολίδη, Αθήνα 1995, σ. 140 (έκδ. πρωτοτύπου 1820). Ο Pouqueville αναφέρεταισε μονοπάτι που χρησιμοποιούσαν οι Βλάχοι κτηνοτρόφοι κατά τη μετάβασή τους από τα χειμαδιά στα ορεινά, στη διαδρομή Ζιάκα-Περιβόλι, το 1832. Χαρακτηριστική είναι η παρατήρησή του για τις εστίες των φωτιών στα σημεία των στάσεων (κονάκια), οι οποίες «θα μπορούσαν να μας δώσουν ορισμένες ενδείξεις ως προς τον αριθμό του πληθυσμού, τα σημεία όπου στέκεται, τις διαδρομές από όπου περνά, αφού η τροχιά που αυτός ο πληθυσμός ακολουθεί στην πορεία του είναι αυστηρά προκαθορισμένη και απαραβίαστη». Επίσης, βλ. V. Bérard, Τουρκία και ελληνισμός: οδοιπορικό στη Μακεδονία (Έλληνες, Τούρκοι, Βλάχοι, Αλβανοί, Βούλγαροι, Σέρβοι), μτφ. Μ. Λυκούδης, εκδ. Τροχαλία, Αθήνα 1987, σ. 303, όπου αναφέρεται ότι «οι Βλάχοι ποιμένες κατεβαίνουν τον χειμώνα μέχρι τον Κορινθιακό κόλπο και μέχρι τους κάμπους της Αυλώνας και του Δυρραχίου».
6 .Ντάσιου, Εφαρμογή Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών, σ. 411.
7 .Βασίλειος Σαΐτης, έτος γέννησης 1927, τόπος γέννησης Περιβόλι Γρεβενών, συνταξιούχος αγρότης, μαγνητοφωνημένη συνέντευξη, Νέο Περιβόλι Λάρισας, 2012.
8 .Βλ. A. Wace. ‒ M. Thomson, Οι Νομάδες των Βαλκανίων, μτφ. Π. Καραγιώργος, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 22009, σ. 197 (έκδ. πρωτοτύπου το 1914).
9 .Βλ. Θ. Κ. Π. Σαράντης, Το χωριό Περιβόλι Γρεβενών. Συμβολή στην ιστορία του αρματολικίου της Πίνδου, εκδ. Τσιβεριώτης, Αθήνα 1977, σ. 57.
10 .α. Ευάγγελος Διάλλας, έτος γέννησης 1919, τόπος γέννησης Καλύβια Ιστόκ, συνταξιούχος αγρότης, μαγνητοσκοπημένη συνέντευξη, Παλιό Σκηλίτσι Ημαθίας, 2013.
β. Αθανάσιος Παράφορος, έτος γέννησης 1923 τόπος γέννησης περιοχή της Ρέσνας, συνταξιούχος, μαγνητοσκοπημένη συνέντευξη, Λάρισα, 2012.
11 .Ευάγγελος Διάλλας, προφορική συνέντευξη, Παλιό Σκηλίτσι Ημαθίας, 2013. Ο Ευάγγελος Διάλλας διατηρεί τις μνήμες από τη ζωή στον θερινό οικισμό του Ιστόκ, όπου γεννήθηκε και έζησε τα πρώτα δέκα χρόνια της ζωής του. Στη συνέντευξη περιγράφει τον βίο των Περιβολιωτών στον οικισμό, τόσο με βάση την προσωπική του μνήμη όσο και σύμφωνα με όσα μετέφερε η προφορική παράδοση σχετικά με τους προγόνους του που αποίκησαν στο Ιστόκ.
12 .Ευάγγελος Διάλλας, προφορική συνέντευξη, 2013.
13 .Αθανάσιος Παράφορος, προφορική συνέντευξη, 2012.
14 .Τα στοιχεία για την εξέλιξη των οικογενειών που μετακινούνταν στην περιοχή του Ιστόκ προκύπτουν από τις μαρτυρίες των Διάλλα και Παράφορου.
15 .Βλ. G. Weigand, Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι), τ. 1: Ο Χώρος και οι Άνθρωποι, μτφ. T. Kahl, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 174-175 (έκδ. πρωτοτύπου το 1895).
16 .Βλ. Wace ‒ Thomson, Οι Νομάδες των Βαλκανίων, σ. 98.
17 .Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του οικισμού Αβδουλάρ (σημ. Νέο Περιβόλι) στην πεδιάδα της Λάρισας, του οποίου οι κάτοικοι είναι αποκλειστικά Περιβολιώτες, αρκετοί εκ των οποίων είναι κάτοχοι τίτλων ιδιοκτησίας των τελών του 19ου αιώνα. Το γεγονός είναι αντιφατικό με την καταπίεση των κολίγων του γειτονικού οικισμού Κιλελέρ και δηλώνει τη διαφορετικότητα του πληθυσμού της ορεινής κτηνοτροφικής κοινωνίας ως προς εκείνον της πεδινής και γεωργικής κοινωνίας.
18 .Βλ. Ευάγγ. Καραμανές, Οργάνωση του χώρου, τεχνικές και τοπική ταυτότητα στα Κοπατσοροχώρια των Γρεβενών, [ΚΕΕΛ/Ακαδημία Αθηνών], Αθήνα 2011, σ. 143.
19 .Καραμανές, ό.π., σ. 144, όπου γίνεται αναφορά στην προσπάθεια του ελληνικού κράτους, μετά το 1919, να τονώσει τους νομάδες μικροκτηνοτρόφους και ανάμεσα στα μέτρα περιλαμβάνεται το κυβερνητικό διάταγμα του 1938, το οποίο αποσκοπούσε στην εξασφάλιση πεδινών βοσκοτόπων για τους ημινομάδες κτηνοτρόφους. Σύμφωνα με αυτό το διάταγμα, οι ημινομάδες ή και νομάδες κτηνοτρόφοι μπορούσαν να εγγραφούν στα δημοτολόγια των χειμαδιών και να αποκτήσουν πρόσβαση στα κοινοτικά βοσκοτόπια.
20 .Σε πολλές μαρτυρίες Περιβολιωτών αναφέρεται η απώλεια των κοπαδιών από τις ενέδρες των αντιμαχόμενων σωμάτων κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου.
21 .Στοιχεία για τις ριζικές αλλαγές που επέφερε ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος προκύπτουν από τις μαρτυρίες των ηλικιωμένων, οι οποίοι μετακινούνταν εποχικά με τα κοπάδια τους. Ένα ποσοστό τους παρέμεινε στα πεδινά μετά το 1940 και διέκοψε τις εποχικές μετακινήσεις. Παράδειγμα προφορικής μαρτυρίας: Ιωάννης Κουντούρης, συνταξιούχος γεωργός, έτος γέννησης 1928, τόπος γέννησης Περιβόλι, μαγνητοφωνημένη συνέντευξη, Νέο Περιβόλι Λάρισας, 2010. Ο Κουντούρης αναφέρει ότι η τελευταία φορά που η οικογένειά του ξεκαλοκαίριασε στο Περιβόλι ήταν το έτος 1936. Τα γεγονότα που ακολούθησαν τους ανάγκασαν να παραμείνουν μόνιμα στον θεσσαλικό κάμπο και να ασχοληθούν και με τη γεωργία, παράλληλα με την κτηνοτροφία.
22 .Βλ. Κ. Ανδρουλιδάκης, «Η Ιστορία των Σιδηροδρόμων: Από τη δημιουργία του πρώτου δικτύου ώς τον ΟΣΕ», στο Η Ιστορία των Σιδηροδρόμων, Επτά Ημέρες, εφημ. Καθημερινή, φ. 15.10.1995, σ. 2-7.
23 .Γ. Κουσκουρίδας, έτος γέννησης 1936, τόπος γέννησης Περιβόλι, μαγνητοφωνημένη συνέντευξη, Περιβόλι, Ιούλιος 2009.
24 .Βλ. Δ. Παπαδημητρίου, «Το τρένο στη Βόρεια Ελλάδα: η εξέλιξη του σιδηροδρομικού δικτύου από την κατασκευή της πρώτης γραμμής έως σήμερα», Η Ιστορία των Σιδηροδρόμων, ό.π., σ. 8-9.
25 .Αθανάσιος Παράφορος, προφορική συνέντευξη, 2012.
26 .Στη συγκεκριμένη περίπτωση έγινε χρήση του προγράμματος ArcGIS10 και υπολογίστηκαν οι βέλτιστοι δρόμοι ως προς τις ηπιότερες εδαφικές κλίσεις και τη συντομότερη απόσταση.