Κατά καιρούς σε διάφορες αναρτήσεις που έχω κάνει, αναφέρω ότι είμαι Βλάχα (και χαίρομαι γι’ αυτό), αλλά δυστυχώς, δε μιλάω τη μητρική μου γλώσσα. Και όταν λέω μητρική μου γλώσσα κυριολεκτώ.
Αυτή τη γλώσσα μιλούσα μέχρι 9 – 10 χρονών - εκτός από τις αίθουσες του δημοτικού σχολείου – γιατί και στα διαλείμματα βλάχικα μιλούσαμε. Και ένα πρωί , ούτε και εγώ κατάλαβα πώς, βρέθηκα στην παιδόπολη "Αγία Ελένη" στα Γιάννενα ως τρόφιμος.
Δεν θα αναλύσω το γιατί, γιατί ξέρω ότι και η μανούλα μου με πόνο καρδιάς το έκανε, και στην πορεία φάνηκε πως έπραξε άγια. Αγιασμένο το χώμα που τη σκέπασε.
Και όταν ήρθε η ώρα να με αποχαιρετήσει η μάνα μου και μου εξηγούσε και πάλι στα βλάχικα πως πρέπει να κάτσω στο ίδρυμα και ότι θα περνώ καλά, ότι θα μάθω γράμματα (ο καημός της μια και η ίδια ήταν αναλφάβητη) και ότι θα έρχεται να με βλέπει και θα με παίρνει μαζί της τα καλοκαίρια, αρπάχτηκα από πάνω της και φώναζα "Ατε νου φουτζ – Μαμά μη φεύγεις". Είχε προηγηθεί ανάλογη προετοιμασία και στο σπίτι, αλλά είχε έρθει η ώρα της σκληρής πραγματικότητας και για τους δυο μας.
Όταν έκλεισε η σιδερένια πόρτα της πύλης, πλησίασα στο μαντρότοιχο και την κοίταζα που είχε πάρει μόνη της τον δρόμο της επιστροφής και εγώ συνέχισα να φωνάζω "Άτε! Άτε!". Δεν γύρισε να με κοιτάξει. Τώρα ξέρω ότι δεν ήθελε να δω τα καυτά της δάκρυα.
Και αμέσως μετά προσγειώθηκα στη πραγματικότητα.. Μια καλοσυνάτη κυρία με παίρνει από το χέρι και με συνοδεύει στον κοιτώνα ο οποίος θα γινόταν το νέο μου σπίτι, με συστήνει στα υπόλοιπα κορίτσια που θα ήταν οι νέες μου αδελφές. Και αφού τελείωσε όλο αυτό το λειτουργικό μου λέει ξεκάθαρα: «Εδώ μέσα δεν μιλάμε βλάχικα, ξέχασέ τα. Μιλάμε μόνο ελληνικά». Άντε τώρα ένα μικρό παιδί που είχε μάθει να σκέφτεται και να εκφράζεται βλάχικα, να μάθει να μιλάει μόνο ελληνικά.
Καμιά φορά στο παιχνίδι μου ξέφευγε και κάτι βλάχικο και τα άλλα παιδιά με απορία με ρωτούσαν τι είπα. Και έτσι σιγά – σιγά και μετά από κάποιο δυσάρεστο συμβάν, όχι μόνον σταμάτησα να μιλάω βλάχικα αλλά ακόμη και να σκέφτομαι στα βλάχικα.
Το δε συμβάν έχει να κάνει με μια άλλη ομαδάρχισσα , όχι με τη καλοσυνάτη κυρία της υποδοχής. Σε κάποιο σωρό ξύλων (από αυτά που θα χρησιμοποιούσαμε το χειμώνα για τις σόμπες) είχα δει ένα φίδι. Πάνω στο φόβο μου φώναξα πανικόβλητη στα βλάχικα ‘νιπέρτικα – φίδι’. Ούτε που κατάλαβα πως μου ήρθε το χαστούκι και είδα τον ουρανό με τα άστρα και η τιμωρία να μη φάω το απογευματινό γλυκό με τη διαταγή μην τολμήσω και μιλήσω άλλη φορά βλάχικα. Άλλωστε και με ποιόν να μιλήσω βλάχικα.
Πάντως ανεξάρτητα από το συμβάν με το φίδι και τη συγκεκριμένη κυρία, οφείλω να ομολογήσω ότι πέρασα στο ίδρυμα πάρα πολύ καλά και δε συμμερίζομαι την άποψη πολλών, ότι τα ιδρύματα ήταν κολαστήρια παιδικών ψυχών.
Σημ.1: Στη φωτογραφία, όταν πρωτοπήγα στη παιδόπολη το 1962 ή 63 στα παλαιά κτίρια (μέσα στα Γιάννενα). Η μοναδική φωτογραφία ως μαθήτρια δημοτικού.
Σημ. 2: Θα ήθελα να σημειώσω ότι η φράση "κολαστήρια παιδικών ψυχών" δε βρίσκει σύμφωνη εμένα. Ίσως άλλοι να έχουν άλλα βιώματα και γι' αυτούς το ίδρυμα να ήταν
κολαστήριο.
Αρετή Γραμμόζη - Παπαδημάτου
πηγή: https://www.facebook.com/profile.php?id=100065304595199