Βλάχικα έθιμα της Κυριακής της Τυρινής που χάνονται. Θύμισες από το Άνω Χριστός

Αθανάσιος ΜίσιοςΣήμερα Κυριακή της Τυρινής και μένα ο νους τρέχει πίσω στο χρόνο, στις αποκριές των παιδικών μου χρόνων, εκεί στο χωριό μου, το Άνω Χριστός του νομού Σερρών, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 50.

Οι θύμισες για τα αποκριάτικα έθιμα εκείνων των χρόνων είναι μέσα μου ακόμα πολύ ζωντανές, λες και ήταν χθες, λες και ο χρόνος δεν πέρασε, δεν άφησε τα σημάδια του. Τέτοιες μέρες ήμασταν όλο χαρά. Χαιρόμασταν χαρά μεγάλη γιατί το βράδυ της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς όλα τα βλάχικα σπίτια του χωριού μου θα τηρούσαν το πανάρχαιο έθιμο της Συγχώρησης και του Χάσκα.

Σύμφωνα με το έθιμο το βράδυ της Κυριακής, οι νεότεροι τότε σε ηλικία άνδρες και γυναίκες, πριν καθίσουν στο αποκριάτικο τραπέζι, θα επισκέπτονταν τα σπίτια του χωριού που είχαν τότε ηλικιωμένους ανθρώπους για να ζητήσουν συγχώρεση (ιρτάρι στα βλάχικα). Σαν καλοί χριστιανοί, τηρώντας τον λόγο του Ευαγγελίου, έπρεπε να συγχωρεθούν για όσα με πράξεις και λόγους έπραξαν στη διάρκεια του χρόνου που πέρασε. Έπρεπε να έρθουν ξανά κοντά ο ένας με τον άλλον, να πάρουν κουράγιο και δύναμη, ώστε από την επόμενη ημέρα, την Καθαρή Δευτέρα, απαλλαγμένοι και ψυχικά καθαροί να ξεκινήσουν την μεγάλη νηστεία (Πριάσινη στα βλάχικα) του Πάσχα. Από νωρίς το απόγευμα αυτή την ημέρα, με λαχτάρα έτρεχα στο σπίτι του παππού (πατέρας της μάνας μου), του παπ-Νάσιο (Αθανάσιος Τζήμας). Ήταν τότε ο παπ-Νάσιος ένας από τους πιο ηλικιωμένους του χωριού και εκείνο το βράδυ, όπως ορίζει το έθιμο, θα περνούσε από το σπίτι του για τη συγχώρεση σχεδόν όλο το χωριό.

Το δωμάτιο του παππού έλαμπε. Η νύφη του, η θεία τσαλ-Στέργιου, (με το όνομα του άντρα τότε καλούσαν τις γυναίκες), το είχε ετοιμάσει κατάλληλα. Η ξυλόσομπα αναμμένη ζέστανε το μεγάλο δωμάτιο. Το κρεβάτι στρωμένο κι αυτό με τη τετράφυλλη πολύχρωμη μάλλινη φλοκάτη (ντουάγκα στα βλάχικα) και στο τοίχο ακουμπισμένο το μάλλινο κεντημένο υφαντό μαξιλάρι με τις πολύχρωμες γύρω-γύρω μάλλινες φούντες. Στο δάπεδο στρωμένα το ζεστό μάλλινο κιλίμι και στη μέση ο σοφράς στρωμένος κι αυτός με τα καλά της βραδιάς ( πίτες, τυριά, γιαούρτι κ.λ.π.) και το μπουκάλι με τη ρακί. Ήταν έθιμο στους βλάχους, την Κυριακή της Τυρινής να ψήνουν την λεγόμενη πίτα κου όου!! (πίτα με αυγό)! Δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Ήταν η γνωστή νόστιμη στριφτή πίτα με τυρί (ντι κόθουρου στα βλάχικα) και από πάνω είχε επάλειψη κρόκου αυγού. Την πίτα κου όου την έκαναν μια φορά το χρόνο, μόνο αυτή την ημέρα. Φαίνεται η χρήση του αυγού να είχε συμβολικό χαρακτήρα. Ήθελε να δείξει ότι με αυγό κλείνει το στόμα των χριστιανών για την μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής που ακολουθεί και πάλι με αυγό ανοίγει το βράδυ της Ανάστασης όταν ο παπάς θα πει το Χριστός Ανέστη!!

Ο παπ-Νάσιο φορώντας τα καινούργια του, όλα φτιαγμένα στον αργαλειό (ντι σιάκου στα βλάχικα), καθισμένος σταυροπόδι στην καρέκλα, με το μεγάλο κομπολόι στο χέρι και στρίβοντας κάθε τόσο το μεγάλο μουστάκι του, περίμενε τους επισκέπτες. Εμείς τα παιδιά καθισμένοι στο δάπεδο με σταυρωμένα τα πόδια, δίπλα στην καρέκλα του παππού, περιμέναμε υπομονετικά. Με το σούρουπο άρχιζαν να έρχονται οι επισκέπτες. Αντρόγυνα. Η τσαλ-Στέργιου τους υποδεχόταν στην πόρτα και τους οδηγούσε στο δωμάτιο του παππού όπου τους πρόφερε το σχετικό λικεράκι. Ο παππούς αφού τους καλωσόριζε άρχιζε τη κουβέντα. Η κτηνοτροφία αποτελούσε τότε την κύρια απασχόληση των κατοίκων του χωριού μου. Η περίοδος των Απόκριων συνέπιπτε χρονικά και με το τέλος της γέννας του κοπαδιού και φυσικό ήταν το θέμα αυτό να μονοπωλεί τη συζήτηση. Ο παππούς ρωτούσε για την κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα νεογέννητα αρνιά, αν τα μαντριά είναι γερά, τι γίνεται με τις ζωοτροφές (χράνα στα βλάχικα) και όταν υπήρχε και χρόνος η συζήτηση επεκτείνονταν και σε άλλα γενικότερου ενδιαφέροντος θέματα. Στο τέλος οι επισκέπτες σηκώνονταν όρθιοι προκειμένου να ζητήσουν από τον παπ-Νάσιο συγχώρηση. Αληθινή ιεροτελεστία ήταν η διαδικασία της συγχώρεσης. Πρώτα ο άνδρας πλησίαζε τον παππού υποκλίνονταν και του έβαζε στο χέρι ένα πορτοκάλι, ζητώντας του να τον συγχωρέσει λέγοντας την φράση «σμι γιέρτς παπ-Νάσιο» (να με συγχωρέσεις παππού Θανάση) και ο παππούς απαντούσε μονολεκτικά «ιρτάτου» (συγχωρεμένος) και «μπούν πριάσινι» (Καλή Σαρακοστή). Ακολουθούσε η γυναίκα η οποία αφού πρώτα έκανε τρεις μετάνοιες μπροστά στον παππού, του φιλούσε το χέρι και του έδινε και αυτή ένα πορτοκάλι και έπαιρνε βέβαια και αυτή την ανάλογη ευχή. Πριν φύγει ο επισκέπτης δεν ξεχνούσε και εμάς τα παιδιά που όλη αυτή την ώρα μας έβλεπε να καθόμαστε φρόνιμοι και σιωπηλοί γύρω από την καρέκλα του παππού. Αληθινά γυάλιζε το ματάκι μας από την χαρά που νιώθαμε όταν βλέπαμε τον επισκέπτη να βάζει το χέρι στο μικρό τσεπάκι του σακακιού και να βγάζει μία-μία εκείνες τις δεκαρίτσες με την τρύπα στη μέση και να τις μοιράζει στον καθένα από εμάς!! Ήταν τέτοια η χαρά λες και κερδίζαμε το πρώτο λαχείο. Και να φανταστεί κανείς ότι την επομένη με αυτές το πολύ θα πίναμε μια γκαζόζα στο καφενείο.!!! Τα περισσότερα σπίτια του χωριού ήταν παλιά κτισμένα με πέτρα και λάσπη. Το δικό μας ήταν ακόμη καινούργιο. Κτίστηκε λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1950, πάνω στα θεμέλια του παλιού ερειπωμένου διώροφου σπιτιού με το πρόγραμμα αποκατάστασης ανταρτόπληκτων. Ένα και μοναδικό ήταν το θερμαινόμενο δωμάτιο Το κρύο πιρούνιαζε. Είμασταν όμως συνηθισμένοι φορούσαμε τα βαριά μάλλινα ρούχα. Εκεί η πολυάριθμη οικογένειά (έξη αγόρια και ένα κορίτσι ) συγκεντρωμένη γύρω από τον σοφρά, θα έτρωγε το τελευταίο πριν το Πάσχα πλούσιο φαγητό που νωρίς αυτή την ημέρα είχε ετοιμάσει η μάνα μας η ακούραστη τέτα-Γκέλα (θεία-Ευαγγελία για τα παιδιά) ή τσαλ-Στέργιου (για τους μεγάλους).

Χάσκα

Αμέσως μετά το φαγητό ακολουθούσε το έθιμο του χάσκα. Ο πατέρας, ο λαλα-Στέργιος, έπαιρνε τότε τον πλάστη (στσάλα στα βλάχικα) και αφού έδενε στην άκρη του μια άσπρη λεπτή και μακριά κλωστή κρεμούσε σε αυτή ένα κομμάτι από χαλβά , από εκείνο τον σκληρό που πωλούσαν τότε στο παζάρι των Σερρών και που σπάει δόντια, και άρχιζε πρώτα από τον μικρότερο σε ηλικία αδελφό μας. Κανόνας απαράβατος ήταν να έχεις τα χέρια πίσω στην πλάτη και να προσπαθείς με το στόμα να πιάσεις το κομμάτι χαλβά που κρέμεται. Η προσπάθεια επαναλαμβάνονταν πολλές φορές μέχρι να το καταφέρεις. Περιττό να πω το γέλιο, οι φωνές και οι κοροϊδίες των υπόλοιπων για τις αποτυχημένες προσπάθειες. Για να γελάσουμε ακόμη παραπάνω επικαλούμασταν τα διάφορα ονόματα των μαντρόσκυλων που είχαμε!! Την υποχρέωση να υποστούν την δοκιμασία είχαν όλα τα μέλη της οικογένειας δίχως εξαίρεση. Στο τέλος ακολουθούσε η διαδικασία του καψίματος της κλωστής. Ο πατέρας άλειφε την κλωστή με τα απομεινάρια του χαλβά και στη συνέχεια με ένα σπίρτο την άναβε. Τώρα το ενδιαφέρον και η αγωνία όλων μας ήταν στραμμένη στο τρόπο με τον οποίο θα καεί η κλωστή. Απόλυτη ησυχία επικρατούσε τότε μέσα στο δωμάτιο. Ως και τις αναπνοές μας κρατούσαμε μη τυχόν επηρεαστεί η φωτιά και σβήσει!!! Σύμφωνα με το έθιμο, αν η κλωστή καεί ολόκληρη με την πρώτη μέχρι τον κόμβο στο ξύλο τότε σήμαινε ότι η χρονιά θα είναι καλή και όλα θα πάνε κατ΄ ευχή, αν όμως η φωτιά έκαιγε μόνο τμήμα της κλωστής και κατόπιν έσβηνε μόνη της, αυτό αποτελούσε κακό οιωνός και ενδεχομένως κάποιο κακό να βρει το σπίτι . Με το κάψιμο της κλωστής ολοκληρώνονταν το έθιμο του "χάσκα". Καθισμένος δίπλα στο σοφρά ο λαλα-Στέργιος, με το ποτηράκι με τη ρακί μπροστά του, χαρούμενος που η όλη διαδικασία του εθίμου ολοκληρώθηκε κατά πώς ήθελε, δεν θα αργούσε πολύ να πιάσει το βλάχικο τραγούδι. Η ζωή του όλη μια διαρκείς περιπλάνηση σε βουνά και σε λαγκάδια. Πέρασε δύσκολα χρόνια. Ορφανός από τα γεννοφάσκια του με κόπους και θυσίες, έχοντας πάντα δίπλα του την μάνα μας κατάφεραν μαζί να στήσουν από το μηδέν το νοικοκυριό τους. Κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα από τα μεγαλύτερα κοπάδια πρόβατα του χωριού και να χορτάσουν ψωμί τις επτά ψυχές που μεγάλωναν. Το τραγούδι ήταν ο αχώριστος σύντροφός του. Όταν ο λαλα-Στέργιος άρχιζε το βλάχικο τραγούδι το πρόσωπό του άλλαζε όψη. Γίνονταν άλλος άνθρωπος. Το βλάχικο τραγούδι πάντα τον ηρεμούσε, τον ξεκούραζε, του έδινε δύναμη και κουράγιο να ξεπερνάει της δυσκολίες της ζωής. Αμέτρητα τα τραγούδια. Τραγούδια του βουνού και της στάνης. Τραγούδια ιστορικά με αναφορές σε άγνωστους κλεφταρματωλούς των χρόνων της επανάστασης. Όμορφα τραγούδια του αρραβώνα, του γάμου. Τραγουδούσε συχνά και το αγαπημένο του τραγούδι για την δική του Βαγγελίτσα "Ένα παλλικαράκι ρούσο κι όμορφο Βαγγελίτσα μου......
Η μάνα καθισμένη δίπλα του τον άκουγε με προσοχή. Πότε-πότε συμμετείχε και αυτή με εκείνη τη γλυκιά φωνή της. Τα ήξερε όλα. Ήξερε για το καθένα πότε και για πια περίσταση πρέπει να λέγεται. Όταν ο λαλα-Στέργιος έκανε κάποιο φάλτσο, ή ξεχνούσε κάποιο στροφή ή ακόμη όταν έπιανε κάποιο τραγούδι που αυτή έκρινε ότι δεν ήταν της στιγμής και δεν έπρεπε να ειπωθεί αμέσως τον διέκοπτε. «Νού ιάστι τι αέστα τζούα κάντικλου» (δεν είναι για αυτή την ημέρα το τραγούδι) του έλεγε. Το τραγούδι κρατούσε ως αργά την νύχτα και ήταν για μας που εν τω μεταξύ είχαμε νυστάξει το πιο γλυκό νανούρισμα!! Τα χρόνια όμως πέρασαν, στη δεκαετία του 60 το μικρό χωριό Άνω Χριστός εγκαταλείφτηκε. Οι κάτοικοί του έκτισαν νέο οικισμό στο Κάτω Χριστός και από τότε, μαζί και με τόσα άλλα, έπαψε να τηρείται και το πανάρχαιο αυτό έθιμο της Αποκριάς. Σε μας που έχουμε βιώσει το έθιμο μένουν τώρα μέσα μας γλυκές οι μνήμες. Ελάχιστο χρέος μας να το καταγράψουμε και να το αφήσουμε παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. Υγεία και Καλή Σαρακοστή σε όλους.

Μιχάλης Μήσιος
κείμενο και φωτογραφίες

Βλάχοι στο Άνω ΧριστόςΑθανάσιος Μίσιος

 

Αναζήτηση