Περιηγήσεις

Τσούκα Πέτσικ

Τσούκα ΠέτσικΤην συναντάμε κυρίως ως Τσούκα Πέτσικ αλλά και ως Τσούκα Πετς ή Τσούκα αλ Πέτσιου. Από πού πήρε όμως το όνομα της η ψηλότερη κορυφή του Γράμμου (2520);

Στο βιβλίο του Άγγελου Σινάκη «ο Γράμμος και τα μαστοροχώρια της Κόνιτσας» υπάρχει η ιστορία που σύμφωνα με την τοπική παράδοση έδωσε το όνομα της στην κορυφή του 4ου ψηλότερου βουνού της Ελλάδος.

Από εκεί μεταφέρετε και εδώ:

«Παραθέτουμε τη λαϊκή παράδοση για την ονομασία, όπως την άφησε γραμμένη ο αείμνηστος Βουρμπιανίτης δάσκαλος Χαράλαμπος Νικ. Ρεμπέλης (1887 -1947).

«Η Τσιούκσ Πέτς, (κατά Κώτσιο Παπαχρήστον από Τούρνοβον -Γοργοπόταμος). Απ’ οχπάν’ απ’ το Ροζντόλ’ είναι μια κορφή τ’ς Σκάλας που τη λεν’ Τσιούκα Πέτς, που είναι ντιπ γκόλια, γιοτ’ είναι πολύ ψηλή και καν’ κρύγιο. Το καλοκαίρ’ βόσκ’ν εκεί τα πρόβατα τα Πετουλαίικα που βγαίν’ ν απ’ εδώ κι’ άλλα βλάχ’κα που βγαίν’ ν από την Κολώνια, γιατ’ είναι στο σύνορο. Από την Τσιούκα Πέτς αγναντεύοντοι πεκείθε η Κολώνια, τα βουνό του Σκραπαριού και της Γκιόρτζιας κι’ ο κάμπος τ’ς Μπίλιστας. Μια βολά, θα είναι καμμιά ‘κατοστή χρόνια, έσμιξαν εκεί στη κορφή καταρραχής τρείς – τέσσερ’ς τσιελεγκάδες και ξέχαζαν και κουβέντιαζαν για το να και για τ’ άλλο. Εκεί που μασ’λατούσαν έβαλαν στοίχημα σε χίλια πρόβατα και σ’ εκατό αργκελέδες για να τα παρ’ εκείνος που θα αποφασίσ’ να κάτσ’ ένα χειμώνα σ’ αυτή τη κορφή μέσα σε μια πετρένια καλύβα που θα την έφκιαναν μέσα στης γης. Απ’ τ’ς τέσσερ’ς τσιελεγκάδες μονάχα ένας, ο Πέτ’ς(Πέτρος), δέχτ’κε να κάτσ’ όλον το χειμώνα, μον’ να τάχ’ όλα, να μη του λείπ’ τίποτες. Τόφειακαν μια καλύβα καλή και γερή, τόβαλαν μέσα θροφή, νερό, ξύλα, σεπάσματα κι’ άλλα χρειγιαζούμενα και στα ‘βγα τ’ Άι Δημήτρ’ πόφ’γαν οι βλάχ’ για τα χειμαδιά, ο Πέτ’ς κλείσκε μέσα στην καλύβα. Πέρασ’ όπως – όπως ο δόλιος ο Πέτ’ς το Χαµένο (Νοέμβριο) μον’ σα μπήκ’ ο Αντριγιάς (Δεκέμβριος) κι’ αρχίν’ς ο βαρύς χειμώνας κι’ έπεσαν κάνα δύο – τρίγια μέτρα χιόν’ και φ’σούσε τ’ ανεμοσούρ’ μετάνοιωσε ο καημένος, μον’ πώς να φύγ’; Δε μπορούσε! … Κακοπέρασ’ ο μαύρος και στον Αντριγιά και το Γενάρ’, μόν’ στα ‘μπα του Φλεβάρ’ απελπίσ’κ’ ο Πέτ’ς και γράφ’ σ’ ένα χαρτί:

Ως τα τώρ’, αδέρφια, βαστάχ’κα, νταγιάντ’σα, μον απέδω κι ομπρός κιοτεύω, δε θα μπορέσω να νταγιαντίσω …. θα πεθάνω. Ως τώρα ούτ’ από κρύγιο ‘πόφερα. ούτε από τομ πάγο ούτ’ από θροφή. Τον αγέρ’ ωρ’ αδέρφια, τον αγέρα δε μπορώ να ‘ποφέρω, με ξεκούφανε μέρα νύχτα το βουγγητό τ’ αγέρα, Κουνιέτ’ ο τόπος ώρ’ αδέρφια, και μου φαντάζ’ πως γκυλιούμαι ολοένα στα κατάβαθα τ’ς γής. Αν πεθάνω, θα πεθάνω απ’ το βουγγητό τ’ αγέρα, όχ’ από τίποτες άλλο. Αν θέλετε δίνετε το μισό το στοίχ’μα στο παιδί μ’ τον Πήλιο …

Το Μάη πού ‘ρθαν οι βλάχοι ανέβκαν ίσια στο βουνό, ηύραν την καλύβα και μέσα τον τσιέλεγκα τομ Πέτ’ς πεθαμένον σύξυλο! Από τότες αυτή την κορφή τ’ν είπαν Τσιούκσ Πέτς, κι’ όντας οι πιραστικοί βγαίνουν καμμιά βολά στο σκάρ’σμα ή στο σουρούπωμα ως εκεί. Παίρν΄ν με τη φλοέρα τους το μοιργιολόϊ του Πέτ’ ς, έτσ’ σε χαβά αρβανιτοβλάχ’ κο …».

 

πηγή: apeirosgaia.wordpress.com

Τσούκα Πέτσικ