Πολιτισμός

Νεροπρίονο, δεύτερης γενιάς στο Μέτσοβο. Επιστολικό Δελτάριο (Αρχείο Στελ. Μουζάκη).Πριν χρόνια μαζί με διάφορα έγγραφα και παλαιά βιβλία, ήρθε στα χέρια μου και ένας μικρός αριθμός από τσαλακωμένα και ποντικοφαγωμένα σκόρπια μονόφυλλα. Τα κιτρινισμένα από το χρόνο και λιγδιασμένα από τη χρήση χαρτιά και οι χαραγμένοι πάνω τους λογαριασμοί με την μικρή πυκνή γραφή τους τράβηξαν αμέσως την προσοχή μου.

Τα ξεχώρισα, τα καθάρισα και περίμενα την κατάλληλη ευκαιρία για να τα παρουσιάσω, όπως έχω κάνει και με άλλα, κατά καιρούς, αντίστοιχα έγγραφα1. Τοπογραφικά τα έγγραφα αναφέρονται στο χωριό Βελεστίνο και στην περιφέρειά του γενικότερα, όπως επίσης και σε χωριά της περιοχής της Βωβούσας και του Περιβολίου. Από την άποψη του περιεχομένου αφορούν οικονομικές κυρίως, δοσοληψίες ενός τσέλιγκα, και μαρτυρούν, στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, πράξεις σχετικές με τη διαχείριση των κοπαδιών που είχε στη διάθεση του. Το σύνολο των εγγράφων ανήκει στο Βωβουσιώτη Αναγνώστη Βασιλάκη, ο οποίος κατοικεί, όπως εμφανίζεται από τα έγγραφα, τουλάχιστον από το 1871 έως το 1885 στο Βελεστίνο.
Επειδή πρόκειται, αφού ολοκληρώσω την έρευνά μου στα αναφερόμενα σ' αυτά χωριά αλλά και στις συγκεκριμένες οικογένειες, να προχωρήσω στην πλήρη παρουσίαση και έκδοση του αρχείου2, για το λόγο αυτό, θα περιοριστώ σε μία παρουσίαση της καταγραφης των εγγράφων, ενώ συμπληρωματικά θα καταθέσω και μικρή περίληψη του κάθε ενός. Επίσης όπου είναι αναγκαίο θα μεταφέρω και μερικά στοιχεία από τα ίδια τα κείμενα συνοδεύοντάς τα και με μικρό σχολιασμό. Ειδικότερα, η παρούσα μελέτη, που χαρακτηρίζεται από την αναζήτηση της οργανικής ενότητας ενός διαλυμένου αρχείου, δύναται να εγγραφεί στο πλαίσιο ενός ευρύτερου σχεδίου ερευνών που περιστρέφονται, τόσο γύρω από τα προβλήματα της ιστορίας του ορεινού χώρου, όσο και γύρω από εκείνα της προκαπιταλιστικής βιοτεχνίας.

 Η διαμόρφωση του χώρου της Θεσσαλίας

Προτού όμως προχωρήσω στην παρουσίαση τους, θα ήθελα να κάνω μερικές επισημάνσεις. Η ενσωμάτωση του Θεσσαλικού χώρου στην «Παλαιά Ελλάδα», όπως έλεγαν την προ του 1881 Ελληνική επικράτεια, πρόσθεσε 670 περίπου χωριά3, που αποτελούσαν συγκεντρώσεις, είτε ακτημόνων γεωργών (τσιφλίκια), είτε ανεξάρτητων μικροϊδιοκτητών (κεφαλοχώρια)4 αλλά και 584 μεγάλες ιδιοκτησίες5. Ταυτόχρονα όμως με την οριοθέτηση των νέων συνόρων δημιουργήθηκε για τους βλαχόφωνους κτηνοτρόφους της Πίνδου και ένα σημαντικό εμπόδιο, ιδιαίτερα, κατά τις περιοδικές, εποχικές αλλά και εμπορικές μετακινήσεις τους. Αναφερόμαστε σε αυτούς του Ανατολικου Ζαγορίου - κυρίως Περιβολιώτες και Βουβουσιώτες - οι οποίοι έρχονταν, κατά παράδοση, να παραχειμάσουν με τα κοπάδια τους στους πεδινούς οικισμούς της Θεσσαλίας6 και ιδιαίτερα σε αυτούς της περιοχής του Βελεστίνου7. Βασική αιτία από τη μια, η επέκταση των ελληνοτουρκικών συνόρων στα βόρεια της Θεσσαλίας, ανάμεσα στις ορεινές κοιλάδες-βοσκοτόπια των κοπαδιών με τους ημινομαδικους8 πληθυσμούς κτηνοτρόφων, θέσεις όπου τα χωριά τους και τα χειμαδιά του Θεσσαλικού κάμπου και από την άλλη η δημιουργία κατά το 1882 τελωνιακής ζώνης9.

Παράλληλα, είναι αναγκαίο να σημειώσουμε ότι, από το φόβο πως θα παραβιαστούν τα οριζόμενα στις συνθήκες10 οι Οθωμανοί τσιφλικάδες αμέσως μετά την προσάρτηση έσπευσαν να ξεπουλήσουν τα κτήματά τους. Το γεγονός αυτό υπήρξε η αιτία ώστε να αναπτυχθεί μια αρκετά σημαντική κίνηση γύρω από τη μεταβίβαση των οθωμανικών γαιοκτησιών, ιδιαίτερα στην Κωνσταντινούπολη όπου και οι έδρες των Ελλήνων χρηματιστών των παροικιών. Με τον τρόπο αυτό, μεγάλα ονόματα εμπόρων και χρηματιστών11που είχαν δημιουργηθεί από την πολιτική προστατευτισμού που εφάρμοσε η Οθωμανική αυτοκρατορία12, απόκτησαν την ιδιότητα και του γαιοκτήμονα. Ακολουθώντας το παράδειγμά τους και πολλοί τσελιγκάδες μετατρέψανε το πλεονάζον ζωικό τους κεφάλαιο σε έγγεια ιδιοκτησία, δηλαδή αγόραζαν και αυτοί κτήματα, πουλώντας ζώα.

Ταυτόχρονα, κάτω από τη σιωπηλή συναίνεση της ελληνικής κυβέρνησης που είχε μεγάλη ανάγκη από την εισροή κεφαλαίων, επέβαλαν νέους όρους και συνθήκες εργασίες στα τσιφλίκια. Αυτή υπήρξε, μεταξύ άλλων, η βασική αιτία δημιουργίας του μεγάλου Θεσσαλικού αγροτικού προβλήματος που ακόμα ταλανίζει το χώρο. Δυστυχώς και η κυβέρνηση του Χαριλάου Τρικούπη, εκπίπτοντας σε μια «αξιοθρήνητη αδράνεια»13, τους αναγνώρισε το δικαίωμα της απόλυτης κυριαρχίας στα κτήματα που αγόρασαν καταργώντας μάλιστα το φόρο της δεκάτης τον οποίον και αντικατέστησε με το φόρο επί των «αροτριώντων κτηνών»14 που αποδείχθηκε ιδιαίτερα επαχθής για τους μικροκαλλιεργητές.

Άμεσο αποτέλεσμα υπήρξε η ελάττωση των βοσκησίμων εκτάσεων. Φυσικό επακόλουθο η κατακόρυφη αύξηση, όπως θα δούμε της μίσθωσης των λιβαδιών15. Στην περιοχή του Βελεστίνου, ιδιαίτερα, μέσα σε δύο-τρία χρόνια η αύξηση έφθασε στα 28% και σε πολλές περιπτώσεις και το 50%.

Το περιεχόμενο και η συμβολή του αρχείου

Από την αναλυτική μελέτη των εγγράφων εμφανίζεται μία γλαφυρή εικόνα της καθημερινής ζωής που επικρατούσε στους κινητούς-ημινομαδικούς κτηνοτροφικούς πληθυσμούς16, αλλά και του όλου κοινωνικού και οικονομικού πλέγματος καθώς και των αλληλεπιδράσεών και συσχετισμών τους, τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι. ιδιαίτερα στα χωριά-κοινότητες της περιοχής των βλαχοφώνων17 Ελλήνων18, που βρίσκονται στις ανατολικές πλαγιές της Πίνδου19. Οι εμπορικές συναλλαγές, όπως διαφαίνεται, αποτελούσαν έναν ανοικτό κοινωνικό κύκλο στον οποίο μετείχαν δίκτυα που ανήκαν στην ίδια εθνοτοπική ομάδα. Αντλούνται μαρτυρίες για τις διαδρομές που ακολουθούσαν τα κοπάδια στο νομό Γρεβενών, αλλά και στους νομούς Κοζάνης και Βέροιας, κατεβαίνοντας προς τη Θεσσαλία με τελικό σταθμό τους, στα νότια, το Βελεστίνο και τις περιοχές γύρω από το Βόλο. Επίσης προς τα ανατολικά μέσα από τα Γρεβενά20, στην Έδεσσα, τα Γιαννιτσά και μέχρι τις περιοχές έξω από τη Φιλιππούπολη21. Τη διαδικασία συγκρότησης των κοπαδιών, τον αριθμό των συμμετεχόντων, το πλήθος των, τον αριθμό και την αναλογία κάθε είδους ζώου όπως επίσης, πληροφορίες για άλλους κτηνοτρόφους και εμπόρους με τους οποίους συνεργάζονταν κατά τις μετακινήσεις των. Ακόμα τη θέση και τις σχέσεις των μικροϊδιοκτητών κτηνοτρόφων(σμιχτές) αλλά και των ακτημόνων (τσοπάνηδες-γιδάρηδες) μέσα στον κτηνοτροφικό σχηματισμό, στο τσελιγγάτο22.

Επισημαίνονται και σχολιάζονται τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν με τους Τούρκους μπέηδες, με τις οικογένειές τους μα πολλές φορές και οι διενέξεις που αναφύονταν μεταξύ τους. Δίδονται ενδιαφέρουσες και πολύτιμες πληροφορίες για τα έξοδα που καταβάλλονταν κατά τη διαδρομή, τόσο για τους τσοπάνηδες, τους χαντζήδες και τους γιδάρηδες, όσο και για τροφές των ζώων. Καταγράφονται ακόμη οι απώλειες των ζώων από τους λύκους, τα βόλια των ληστοσυμμοριών, το κρύο και γενικά από τις κακουχίες.

Μέσα από τις μαρτυρίες εμφανίζονται διάφορες προσωπογραφικές λεπτομέρειες για πρόσωπα άγνωστα από άλλες πηγές, όπως επίσης και για τη θέση που κατείχαν στον κτηνοτροφικό πληθυσμό. Ακόμη, εμφανίζεται μεγάλος αριθμός τοπωνυμιών καθώς και ονόματα περιοχών χαρακτηριστικά των χρήσεών τους από τους κτηνοτρόφους και βέβαια ο διανυσματικός τρόπος με τον οποίο συνδέονται μεταξύ τους τα χωριά των περιοχών από όπου περνούσαν.

Αποκαλύπτεται ο τρόπος ζωής ενώ παράλληλα εντοπίζονται ιδιαίτερα πολιτισμικά πρότυπα. Καταγράφονται οι παροχές που έπαιρναν οι τζοπαναρέοι και οι γιδαρέοι για ένδυση, κάπες, ή υπόδηση τσαρούχια, για παπλώματα, για μπαλώματα των ρούχων. Ακόμη σε τροφή, κρασί, ταμπόλια αλεύρι για ψωμί, τυρί, αλλά και σε μετρητά όλα σε γρόσια κατά την ειδικότητα που είχαν στην ομάδα. Επίσης, η διαδικασία πώλησης των γιδιών όπου σε αντίστοιχο έγγραφο διασώζεται και η πρώτη σφραγίδα του νεοσύστατου Δήμου Φερών του έτους 1885.

Πρέπει ακόμη να επισημάνω, ότι, εκτός από τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά στοιχεία που μας παρέχουν για τις κινητές αυτές κτηνοτροφικές ομάδες, τα έγγραφα είναι πολύτιμα και σημαντικά και για το γλωσσολογικό πλούτο που περιέχουν. Διασώζουν λέξεις και εκφράσεις χαρακτηριστικές της παρεχόμενης εργασίας και ταυτόχρονα παρουσιάζεται το ντόπιο βλάχικο ιδίωμα όπως έχει διαμορφωθεί στο τέλος του 19ου αι. Για το λόγο αυτό κατά τη μεταγραφή τους διατηρείται η ορθογραφία και οι ιδιωματισμοί των κειμένων.

Οι ποικίλες αυτές δραστηριότητες, για τον καλύτερο έλεγχό τους καταγράφονταν από κάποιον σύντροφο, ορισμένο για το σκοπό αυτό, στα λεγόμενα «δεφτέρια»23. Μέσα από τις πυκνές περιγραφές τους γίνονται γνωστές οι κοινωνικό-οικονομικές συνθήκες της εποχής με κυρίαρχο τον έμπορο, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί τόσο στις τουρκοκρατούμενες, όσο και στις λεγόμενες, νέες επαρχίες24 της Ελλάδας.

Τέλος, αξίζει να σημειώσουμε ότι παρουσιάζουν και σημαντικό εθνολογικό ενδιαφέρον αφού καταγράφουν τρόπους και μορφές οργάνωσης της κτηνοτροφικής ημινομαδικής κοινωνίας στο εμπορικό κυρίως επίπεδο, αλλά και τις εργασιακές σχέσεις των συντροφιών μέσα από τις συμπληρωματικές αυτές δραστηριότητες.

Οι συντροφιές των κτηνοτροφών

Ελάχιστες και μεμονωμένες είναι οι πληροφορίες και πολύ περισσότερο οι μελέτες που αναφέρονται στους άτυπους συνεταιρισμούς των ημινομαδικών πληθυσμών25, των Βλάχων26, τις γνωστές ως «συντροφιές». Σχεδόν ανύπαρκτα είναι και συνολικά οικονομικά στοιχεία που να αναφέρονται στις συμπληρωματικές27 δραστηριότητες αυτών των σχηματισμών με τις εποχιακές μετακινήσεις28. Ειδικότερα σε αυτές που δημιουργούνταν κατά τη διάρκεια της μικρής, χρονικά, περιόδου της λειτουργίας τους. Για το λόγο αυτό η οικονομική και κοινωνική ιστορία τους ελάχιστα έχει αναπτυχθεί. Ακόμη, οι καθ' αυτό μελέτες οικονομικής ιστορίας αναπτύσσονται, κυρίως, σε λειτουργίες μοντέρνας οικονομίας29. Το γεγονός δύναται να δικαιολογηθεί, αφού η ανάγκη άφθονου τεκμηριωτικού υλικού ωθεί την έρευνα σε χώρους όπου αυτό διατίθεται. Η περίπτωση αυτή, ασφαλώς, δε συμβαίνει με το χώρο γενικότερα της παραδοσιακής ή προκαπιταλιστικής λεγόμενης βιοτεχνίας.

Νεροπρίονο, δεύτερης γενιάς στο Μέτσοβο. Επιστολικό Δελτάριο (Αρχείο Στελ. Μουζάκη).Νεροπρίονο, δεύτερης γενιάς στο Μέτσοβο. Επιστολικό Δελτάριο (Αρχείο Στελ. Μουζάκη).

Άτυποι συνεταιρισμοί μέσα από τα δεφτέρια

Σε μια σειρά από δεφτέρια του τσέλιγκα Αναγνώστη Βασιλάκη από το χωριό Βωβουσα30καταγράφονται οι σχετικές οικονομικές συναλλαγές με τις διάφορες κατά καιρούς «συντροφιές» του. Οι πληροφορίες που παραδίδονται για τα έξοδα που γίνονταν κατά τη διαδρομή, σε τρόφιμα, ρούχα, κρασί και ψωμί, τόσο για τους τσοπάνηδες, τους χαντζήδες και τους γιδάρηδες, όσο και για τροφές των ζώων σε σιτάρι, καλαμπόκι και τριφύλλι, είναι πολλαπλά πολύτιμες31.

Καταγράφονται μαρτυρίες και παραδίδονται στοιχεία, της δημιουργίας και λειτουργίας των άτυπων συνεταιρισμών του, όπως, μεταξύ των άλλων, για τη λειτουργία «πριονιού»32, του γνωστού νεροπρίονου33, για τη συμμετοχή του σε αντίστοιχη λειτουργία νερόμυλου34 κ.ά.. Ειδικότερα λεπτομέρειες για την υλοτόμηση, την επεξεργασία των κορμών με πριόνι, τη μεταφορά τους με τη βοήθεια των κερατζήδων35 αλλά και για το εμπόριο λευκής πριστής «καλλιτεχνικης» ξυλείας για οικοδομές, και τέλος, τις τιμές τους κατά τη χρονική αυτή περίοδο.

Εμφανίζονται μαρτυρίες δραστηριοτήτων συνεργατών του που συμμετέχουν στο «τσελιγκάτο». Χαρακτηριστικά αναφέρουμε. Αποτίμηση της εργασίας των ραφτάδων, της συντροφιάς του τυροκομείου αλλά και εκτίμηση του αντίστοιχου έργου του σαμαρά. Τα στοιχεία για τις συμπληρωματικές αυτές δραστηριότητες δίδονται πάντοτε με περιγραφή και αποτίμηση των παραγόμενων ειδών36 αναλυτικά, τις περισσότερες φορές, κατά τεμάχιο.

Από τη μελέτη και την επεξεργασία των στοιχείων των οικονομικών δοσοληψιών προκύπτουν πληροφορίες και στατιστικά δεδομένα περιοδικής παραγωγής γάλακτος, τυριού, βουτύρου, μαλλιού και κρέατος κατά είδος. Επίσης, η διαδικασία κατανομής σε κάθε ένα από τους δικαιούχους, ποια τα δοσίματα και τέλος με ποιον τρόπο διακανονιζόταν το χρεωστικό ή πιστωτικό υπόλοιπο στον έμπορο, που εδώ εμφανίζεται να είναι στις περισσότερες περιπτώσεις και με απορρόφηση του μεγαλύτερου όγκου της παραγωγής, ο ίδιος ο Βασιλάκης.

Συνήθως οι λογιστικές πληρωμές εξοφλούνται, σίγουρα μετά από συμφωνία αλλά και κατά παράδοση, ως αναγκαίο έθιμο,37 με ίσης αξίας αγαθά, όπως γεννήματα, αλεύρι, ρούχα, τυρί, κρέας κ.ά. Αποτέλεσμα της σε είδος αυτής συναλλαγής38 είναι ότι όλοι οι υπάρχοντες λογαριασμοί, συνδέονται μεταξύ τους και αλληλοπιστώνονται39. Ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις όπου μικρό μόνο μέρος αποπληρώνεται με μετρητά και τα οποία, όπως είναι φυσικό, καταβάλλονται στο τέλος της εκάστοτε διαχειριστικής περιόδου μετά το σχετικό διακανονισμό.

Η συνολική αναλυτική παρουσίαση και ο σχολιασμός τους, μαζί και με άλλα έγγραφα της περιοχής, που επίσης υπάρχουν στο προσωπικό μου αρχείο40, θα προσφέρει πιστεύω, παράλληλα με τα συναισθήματα και τα βιώματα των ατόμων μία ολοκληρωμένη και το κυριότερο αληθινή εικόνα της κοινωνικής αλλά και της καθημερινής εμπορικής οικονομικής ζωής των κινητών κτηνοτροφικών πληθυσμών που κάλυπταν μεγάλες περιοχές της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας στα τέλη του 19ου αι.

 

******

 

Ολοκληρώνοντας την παρουσίασή τους, προχωρούμε στην καταγραφή των εγγράφων.

 

Αρχείο της οικογένειας Αναγνώστη Βασιλάκη-Βωβουσιώτη
Αρχείο της οικογένειας Αναγνώστη Βασιλάκη-Βωβουσιώτη
Αρχείο της οικογένειας Αναγνώστη Βασιλάκη-Βωβουσιώτη
Αρχείο της οικογένειας Αναγνώστη Βασιλάκη-Βωβουσιώτη
Αρχείο της οικογένειας Αναγνώστη Βασιλάκη-Βωβουσιώτη
Αρχείο της οικογένειας Αναγνώστη Βασιλάκη-Βωβουσιώτη
Αρχείο της οικογένειας Αναγνώστη Βασιλάκη-Βωβουσιώτη
Αρχείο της οικογένειας Αναγνώστη Βασιλάκη-Βωβουσιώτη
Αρχείο της οικογένειας Αναγνώστη Βασιλάκη-Βωβουσιώτη
Αρχείο της οικογένειας Αναγνώστη Βασιλάκη-Βωβουσιώτη
Αρχείο της οικογένειας Αναγνώστη Βασιλάκη-Βωβουσιώτη
Αρχείο της οικογένειας Αναγνώστη Βασιλάκη-Βωβουσιώτη

 

Ο Βασιλάκης ως μεταπράτης βλάχος

Χαρακτηριστική περίπτωση άτυπου συνεταιρισμού αποτελεί ο αντίστοιχος του πριονιού. Ο συνεταιρισμός συγκροτήθηκε μεταξύ τεσσάρων συντρόφων και του Βασιλάκη, τέσσερις πριονάδες τον Οκτώβριο του 1871, οι οποίοι και κατέβαλλαν το συνολικό ποσό των 2.537 γροσίων το οποίο εξόφλησαν σε διάφορα κυκλοφορούντα νομίσματα41. Σύντομα στη συντροφιά προστίθενται και τέσσερις κερατζίδες καταθέτοντας ως συμμετοχή στο συντροφικό κεφάλαιο την προσωπική τους εργασία και τα ζώα τους για τις μεταφορές της ξυλείας. Τον Οκτώβριο του επόμενου έτους 1872, οι σύντροφοι λογαριάζονται και λαμβάνει έκαστος 887:20 γρόσια, αφού αφαιρέσουν τα έξοδα που έκαμαν για την λειτουργία του πριονιού, δηλαδή εισπράττουν καθαρό κέρδος 253:10 γρόσια. Προκύπτει επομένως μια καθαρή ετήσια απόδοση της τάξης του 40%. Το μέγεθος είναι ιδιαίτερα υψηλό. Ταυτόχρονα όμως ο Βασιλάκης τοκίζει με ένα υψηλό ποσοστό την αξία της παραγωγής για το χρονικό διάστημα της πίστωσης των αντίστοιχων παροχών, αφού δίνει στους άλλους το μερίδιό τους παρακρατώντας τόκο 11,50%42. Οι αγοραπωλησίες αγαθών και όλες οι συναλλαγές μεταξύ τους γίνονται σε γρόσια. Από την κίνηση γενικά των λογαριασμών μπορούμε να παρακολουθήσουμε και την εξέλιξη της Τουρκικής λίρας43.

Ο Βασιλάκης, πανέξυπνος, μεγάλο μέρος από το ποσόν των μεριδίων των συνεταίρων του τα συμψηφίζει με γεννήματα, σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι που τους εφοδιάζει κατά το διάστημα της συνεργασίας τους για τα ζώα τους, για τη διατροφή τους στο πριόνι, αλλά και για το σπιτικό τους, από αγορές που έχει κάμει ο ίδιος ή από αντίστοιχη παραγωγή.

Χαρακτηριστική περίπτωση το κρέας. Στη διαδρομή οι γιδαρέοι του τσελιγκάτου φροντίζουν τους φίλους και συγγενείς τους υλοτόμους και πριονάδες, που δουλεύουν πίσω το νεροπρίονο και τους εφοδιάζουν με «ζωντανό σφαγμένο», το οποίο χρεώνει στους δικούς τους λογαριασμούς φθηνότερα μάλιστα κατά 10 γρόσια από την τρέχουσα τιμή της αγοράς.

Η επιχειρηματικότητα44 και η δραστηριότητά του συνεχίζεται αγοράζοντας από το χωριό Μύλοι του Μετσόβου φλοκάτες, βελέντζες, για πούλημα και σαΐσματα, κάπες, δίμητο από βιλάρια (δηλαδή στόφα, γιδόμαλλο αργαλειού σε πλάτος 0,50-0,60 μ.)45 για το σπιτικό του και τους γιδαραίους του, μεταχρεώνοντας και τοκίζοντας ταυτόχρονα, τα χρήματά του.

Μέσα από τις καταγραφές, φανερώνονται έντονα η τεχνική εξειδίκευση και η ικανότητα οργανωτικής διαχείρισης, η συνεργατική παραγωγή, η κοινοβιακή συνείδηση, η κοινοτική διαχείριση και διοίκηση, στοιχεία που θα επηρεάσουν άμεσα τον τρόπο ζωής και την ανάπτυξη του νεοελληνικού βίου. Τέλος οι οικογενειακές διαμάχες που καταγράφονται στις επιστολές, δημοσιοποιούν ιδιωτικές συμπεριφορές και συναισθήματα, φιλοδοξίες και φόβους.

Ο Βασιλάκης ως έμπορος Βαλκάνιος

Είναι γνωστό ότι το οικονομικό σύστημα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και οι βασικές οικονομικές της αρχές προέκυψαν από μια παραδοσιακή αντίληψη σχετικά με το κράτος και την κοινωνία. Το Οθωμανικό κράτος παρέμεινε πιστό στο σύστημα των συντεχνιών46και αντιτάχθηκε σε εξελίξεις που μπορούσαν να οδηγήσουν σε ένα είδος βιομηχανικού καπιταλισμού, σε αντίθεση, γενικότερα, με την Ευρώπη. Οι κυριότεροι κλάδοι επενδύσεων για το σχηματισμό κεφαλαίου ήταν το διαπεριφερειακό εμπόριο και ο τοκισμός χρημάτων. Οι έμποροι και οι αργυραμοιβοί47 θα μπορούσαν να ονομαστούν καπιταλιστές επιχειρηματίες, αφού ήταν σε θέση να συγκεντρώνουν όσα πλούτη επιθυμούσαν. Είχαν στην κατοχή τους το αναγκαίο για τη χρηματοδότηση συναλλαγών κεφάλαιο, οργάνωναν την αποστολή καραβανιών, έκαναν επενδύσεις στις παραγωγικές περιοχές και συγκέντρωναν τα προϊόντα για να τα διαθέσουν σε άλλα μέρη. Τέλος είχαν τη δυνατότητα να μεταβάλλουν συνεχώς τις σχέσεις που όριζαν την παραγωγή, την αγορά,τον ανταγωνισμό και βέβαια το κέρδος. Σε κάθε στάδιο αυτών των διαπλεκόμενων επιχειρήσεων χρησιμοποιούσαν κατά κύριο λόγο την πίστωση. Η πίστωση ήταν αναπτυγμένη σε απίστευτο βαθμό. Κύρια αιτία η στένωση της κυκλοφορίας νομίσματος. Η έλλειψη αυτή και η παρουσία διαφόρων νομισμάτων, επέφερε ταυτόχρονα και την αύξηση των επιβαλλόμενων τόκων. Έτσι οι έμποροι ταυτόχρονα τόκιζαν τα κεφάλαιά τους, αφού η απόδοσή τους έφθανε μέχρι και το 20% αντί του συνήθους 10% που ανέφερε το Οθωμανικό εκκλησιαστικό δίκαιο το γνωστό ως hisba48.

Ο Βασιλάκης διαθέτοντας, επιχειρηματικό πνεύμα, ειδικές γνώσεις, τόσο των κτηνοτροφικών σχηματισμών όσο και γενικότερες εκμετάλλευσης του εργασιακού δυναμικού των βλάχων, κατάφερε να οργανώσει κάτω από την επίβλεψή του μια σειρά δραστηριότητες πολλές των οποίων εξυπηρετούσαν ένα μεγάλο εύρος αγοραστικών δυνατοτήτων δια μέσου των άλληλο-επικαλυπτόμενων συνεταιρισμών του, κατά τέτοιον τρόπον, ώστε να δημιουργεί αγορές και δίκτυα για όλα τα παραγόμενα ή συναλλασσόμενα μεταξύ αυτών προϊόντα. Μάλιστα η παραγωγή του νεροπρίονου κάλυπτε μεγάλο μέρος της αγοράς του Βόλου ενώ η συνεργασία του έφθανε και μέχρι την Αθήνα49.

Όσον αφορά το χρηματικό κεφάλαιο που διέθετε, θα μπορούσα να πω ότι αυτό δεν ήταν και πολύ μεγάλο. Στις οικονομικές δραστηριότητές του έθετε ως εγγύηση τη προσωπική και οικογενειακή του φερεγγυότητα. Στηρίχτηκε, κατά τη γνώμη μου σε μεγάλο βαθμό, στην εκμετάλλευση ποικιλοτρόπως των διαπροσωπικών σχέσεων, της γενικότερης προς την κοινωνία «καλής εικόνας» του ονόματός του, αλλά κυρίως διαθέτοντας θάρρος ώστε να αναλαμβάνει πολλές φορές και ρίσκα.

Δε γνωρίζουμε αν είχε διδαχθεί50 αριθμητική (τον άμπακο) του εμπορίου51, ή απλά ακολουθούσε τη πρακτική αριθμητική μιας από τις πάμπολλες εκδόσεις, λόγου χάριν του Γλυζούνη52, τη «Λογαριαστική» (1568) ή τέλος χρησιμοποιούσε τη γνώση μιας προφορικής παιδείας αλληλοδιδακτική,53 που σίγουρα βοηθιόταν από την εμπειρία της καθημερινής πράξης54.

 

Επίλογος

Τα στοιχεία που παρουσίασα έχω τη γνώμη ότι μπορούν να συμβάλουν, κατά το δυνατό, στην καλύτερη γνώση των συμπληρωματικών δραστηριοτήτων των συντροφιών, που δημιουργούνταν παράλληλα με τους βασικούς κτηνοτροφικούς σχηματισμούς. Αλλά και στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι Έλληνες Βλάχοι55 κατάφεραν να ενταχθούν στο σύστημα του αναπτυσσόμενου διαπεριφερειακού εμπορίου, κάτω από το βαρύ κλίμα των Οθωμανικών πιέσεων και των αποτελεσμάτων του Ρωσοτουρκικού πολέμου. Ταυτόχρονα αποτελούν και μια από τις καινούργιες μορφές με τις οποίες παρουσιάζεται στο προσκήνιο της ιστορίας ο νεοελληνικός βίος. Πιστεύω ότι θα ολοκληρωθεί με τη δημοσίευση καταγραφών για το τυροκομείο, τους μύλους και άλλες κτηνοτροφικές δραστηριότητες.

* * *

Προτού κλείσω τη σύντομη αυτή καταγραφή και παρουσίαση θα ήθελα να ζητήσω τη βοήθεια όλων, στην προσπάθειά μου του εντοπισμού στοιχείων των οικογενειών που αναφέρονται στα έγγραφα για ένα λεπτομερέστερο σχολιασμό.

 

ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΟΥΖΑΚΗΣ, πολιτικός μηχανικός, λαογράφος
Αρχείο της οικογένειας του Βωβουσιώτη Αναγνώστη Βασιλάκη, κάτοικου Βελεστίνου
Συμβολή στην έρευνα της οργάνωσης και της οικονομίας της ημινομαδικής κοινότητας
ΥΠΕΡΕΙΑ, ΤΟΜΟΣ 4, 2006
ΠΡΑΚΤΙΚΑ Δ' ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ «ΦΕΡΑΙ – ΒΕΛΕΣΤΙΝΟ – ΡΗΓΑΣ»
Βελεστίνο, 2-5 Οκτωβρίου 2003
Επιστημονική Εταιρεία Μελέτης Φερών Βελεστίνου-Ρήγα

 

Δείτε επίσης το βιβλιο του Στέλιου Μουζάκη που βασίστηκε πάνω στη μελέτη του αρχείου:
ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΗΜΙΝΟΜΑΔΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ. ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΩΝ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Χριστίνα Αγριαντώνη, Οι απαρχές της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα τον 19° αιώνα (Αθήνα 1986).
Λάζ. Αρσενίου, Τα τσελιγγάτα (Λθήναι 1972).
Απ. Βακαλόπουλος, Εμμανουήλ Παππάς. «Αρχηγός και υπερασπιστής της Μακεδονίας». Η ιστορία και το αρχείο της οικογενείας του (Θεσσαλονίκη 1981).
Δέσποινα Βλάμη, Το φιορίνι το σιτάρι και η οδός του κήπου. 'Ελληνες έμποροι στο Λιβόρνο,1750-1868 (Αθήνα 2000).
Τάσ. Γριτσόπουλος, «Το αρχείο Μαρίας Σταματίου Λασκαρίδου Ποταμιάς Θάσου» Θασιακά 7(1982), σ. 341-386.
Θ. Δημαράς, «Ιδεολογική υποδομή του νέου ελληνικού κράτους. Η κληρονομιά των περασμένων, οι νέες πραγματικότητες οι νέες ανάγκες», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους ΙΓ'(1977)
Ευτυχία Λιάτα, Φλωρία δεκατέσσερα στένουν γρόσια σαράντα. Η κυκλοφορία των νομισμάτων στον ελληνικό χώρο,15ο^-19^^ αι. (Αθήνα 1996).
Γ. Κουκλιάτης, Το αρχείο οικογενείας Κώττα. Συμβολή στην ιστορία του χωριού Πετροκέρασα (Ραβνά) Χαλκιδικής κατά το 19ο αιώνα (Θεσσαλονίκη 2000).
Χρ. Λουκος-Δημ. Σαμίου, Οικονομικές συμπεριφορές, ψυχολογία και βιοτικό επίπεδο ενός συριανού τοκιστή: Στέφανος Ρήγας (Αθήνα 1991).
Κ. Μελάς, Εμπορικό εγχειρίδιο (Αθήνα 1848).
Στέλ. Μουζάκης, «Συμπληρωματικές δραστηριότητες των κτηνοτρόφων της Πίνδου το β' μισό του 19ου αιώνα. Συμβολή στην έρευνα της οργάνωσης και της οικονομίας της ημινομαδικής κοινότητας», Θεσσαλικό Ημερολόγιο 25 (Λάρισσα 1994), 225-38.
Μεν. Παρλαμάς, Το ημερολόγιο του Κωνσταντίνου Κοζύρη 1831-1845 (Ηράκλειο Κρήτης 1947).
Βαγγ. Πρόντζας, Οικονομία και γαιοκτησία στη Θεσσαλία,1881-1912 (Αθήνα 1992).
Τριαντ. Σκλαβενίτης, Τα εμπορικά εγχειρίδια της Βενετοκρατίας και Τουρκοκρατίας και η εμπορική εγκυκλοπαίδεια του Νικολάου Παπαδόπουλου (Αθήνα 1991).
Γ. Σπέης, Το Γκλεζούνι. Η δημιουργία της ναυτιλίας των Οινουσσών μέσα από ένα ναυτικό-εμπορικό μαθηματάριο του 1874 βασισμένο στηΛογαριαστική του Ε. Γλυζούνιου του 16ου αιώνα, (Ταμείο Ευπραγίας Οινουσσών 1997).

 

 Νεροπρίονο, δεύτερης γενιάς στο Μέτσοβο. Επιστολικό Δελτάριο (Αρχείο Στελ. Μουζάκη).

Φωτ. 1. Νεροπρίονο, δεύτερης γενιάς στο Μέτσοβο. Επιστολικό Δελτάριο
(Αρχείο Στελ. Μουζάκη).

STELIOS MOUZAKIS

Documents and notebooks (deftters) of the last part of the 19 th century from Thessaly It's about a first analysis of documents and deftter of the chief shephered Vasilakis Vovousiotis' archives, Velestino's inhabitant. This archives contains evidences for the prices of goods also social and civilizing elements.

 

Απόσπασμα από «δεφτέρι» του Βασιλάκη. Ο λογαριασμός για το πριόνι. Έγγραφο 19, φ. 1 (Αρχείο Στελ. Μουζάκη).Φωτ. 2. Απόσπασμα από «δεφτέρι» του Βασιλάκη. Ο λογαριασμός για το πριόνι.
Έγγραφο 19, φ. 1 (Αρχείο Στελ. Μουζάκη).

 

 Διάγραμμα των δραστηριοτήτων του Βασιλάκη.

Φωτ. 3. Διάγραμμα των δραστηριοτήτων του Βασιλάκη.

  

1. Στέλ. Μουζάκης, Ανέκδοτοι ληξιαρχικοί κώδικες χωρίου Κουκουβάουνων. Το τεφτέρι του παπα-Μιχάλη (Μεταμόρφωση 1982). Στέλ. Μουζάκης, «Σελίδες από το εργατικό κίνημα στην Άμφισσα και οι προσπάθειες του Μητροπολίτου Φωκίδας Αθανασίου», Τετράμηνα 48-49 (Άνοιξη '92), σ. 3267-3272. Στέλ. Μουζάκης, «Κρητικοί πρόσφυγες του 1868, ο εφημέριος δημοδιδάσκαλος Γεώργιος Παπαμιχαήλ και ο ληξίαρχος Σιδέρης Γκιόκας στο χωριό Νέα Λιόσια. Σχόλια και παρατηρήσεις σε ανέκδοτους ληξιαρχικούς κώδικες», Ελλωτία (Χανιά 1995), σ. 95-108.
2. Σώζονται, γενικότερα, αρκετά οικογενειακά αρχεία όπου όμως εμπεριέχονται πληροφορίες για θέματα ευρύτερα, κυρίως των χωριών η στενά της οικογένειας. Βλ. Γ. Κουκλιάτης, Το αρχείο οικογένειας Κώττα. Συμβολή στην ιστορία του χωριού Πετροκέρασα (Ραβνά) Χαλκιδικής κατά το 19ο αιώνα (Θεσσαλονίκη 2000). Τάσ. Γριτσόπουλος, «Το αρχείο Μαρίας Σταματίου Λασκαρίδου Ποταμιάς Θάσου» Θασιακά 7(1982), σ. 341-386. Απ. Βακαλόπουλος, Εμμανουήλ Παππάς. «Αρχηγός και υπερασπιστής της Μακεδονίας». Η ιστορία και το αρχείο της οικογενείας του (Θεσσαλονίκη 1981). Μεν. Παρλαμάς, Το ημερολόγιο του Κωνσταντίνου Κοζύρη 1831-1845 (Ηράκλειο Κρητης 1947).
3. Χρ. Κλειώσης, Ιστορία της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Αθήνα 1977), σ. 250.
4. Βλ. σχετικές μελέτες, Γ. Αγγελόπουλος, Περί της τοπικής διοικήσεως εν Ελλάδι εν συγκρίσει προς την εν Γαλλία και Αγγλία (Αθήνα 1879). Π. Αργυρόπουλος, Δημοτική Διοίκησις εν Ελλάδι (Αθήνα 1843).
5. Κ. Βεργόπουλος, Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα (Αθήνα 1975), σ. 134-135 όπου αναφέρει ότι τα 335 ήταν τσιφλικοχώρια και τα 323 ελευθεροχώρια.
6. Για τους κυριότερους τόπους παραχειμάσεως των βλαχοφώνων κτηνοτρόφων, κυρίως Περιβολιωτών, Βουβουσιωτών κ.ά. βλ. Θεοδ. Σαραντής, Το χωριό Περιβόλι Γρεβενών (Αθήνα 1977), σ.59-60. Στέλ. Μουζάκης, «Τιμές αγαθών και πολιτισμικά στοιχεία για τους κινητούς κτηνοτροφικούς πληθυσμούς του Βελεστίνου. Μαρτυρίες από έγγραφα και δεφτέρια του τέλους του 19ου αιώνα. Αρχείο Βασιλάκη Βοβουσιώτη, κατοίκου Βελεστίνου». Β' Επιστημονικό Συνέδριο Φεραί - Βελεστίνο - Ρήγας, Βελεστίνο 2-4 Οκτωβρίου 1992, Πρακτικά 2 (1995), σ. 230-48. Ακόμη βλ. Στέλ. Μουζάκης, Εποχικές συσσωματώσεις κτηνοτρόφων, (σε έκδοση).
7. Στις 10 Μαΐου 1882 ο τότε Υπουργός Εσωτερικών Χ. Τρικούπης απηύθυνε την υπ' αρ. 19621 σχετική εγκύκλιο. Σε εκτέλεση αυτής με το Διάταγμα της 17-5-1882 (ΦΕΚ 50/1882) ιδρύεται ο δήμος Βελεστίνου και περιλαμβάνει τα χωριά Βελεστίνο, Σέσκουλο, Μουσαφακλί, Άγιο Γεώργιο, Περσουφλί, Ουζλάρ, Τακταλασμάν, Κανάλια, Νταμπεγλί, Γερμί, Σαρατζί και Κονιάρ (Αλέξ. Δρακάκης - Στυλ. Κουνδούρος, Αρχεία περί της συστάσεως και εξελίξεως των δήμων και κοινοτήτων 18361939 και της διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους, 1(Αθήνα 1939), σ. 133, 184).
8. Σ. Λιάκος, Σύντομη επισκόπιση της Ιστορίας των Αρμενταρίων της Μικροευρώπης (Θεσσαλονίκη - Δεκέμβριος 1974), σ. 19
9. Οι εμπορευόμενοι της Θεσσαλίας αναγκάζονται να προμηθεύονται τα είδη εισαγωγής από τη Θεσσαλονίκη. Αντίθετα στη Λάρισα και το Βόλο αναπτύσσεται το εξαγωγικό εμπόριο, κυρίως σιταριού και κριθαριού. Βαγγ. Πρόντζας Οικονομία και γαιοκτησία στη Θεσσαλία (1881-1912), ΜΙΕΤ (Αθήνα 1992), σ. 152-3.
10. Συνθήκες του Βερολίνου 1878 και της Κωνσταντινούπολης 1881. Στο άρθρο 4 της Συνθήκης όριζε: «το δικαίωμα της ιδιοκτησίας επί των παραχωρουμένων στην Ελλάδα εδαφών θέλει αναγνωριστεί υπό της Ελληνικής Κυβερνήσεως». Το εδάφιο Β' του άρθρου 6 καθόριζε: «ουδεμία τροποποίησις δύναται να επιτευχθεί εις τας μεταξύ ιδιοκτήτου και καλλιεργητού σχέσεις ειμή δια γενικού νόμου εφαρμοστέου καθ' όλον το Βασίλειον» (Χρ. Βραχνιάρης, Πρώιμες εξεγέρσεις των αγροτών στο Θεσσαλικό χώρο (1881-1883). Ο ρόλος και η συμβολή του Νικολάου Ταρμπάζη (Λάρισσα 1995), σ. 12-13)
11. Ο Χρ. Ζωγράφος, ο Δ. Σκυλίτζης, ο Συγγρός, οι Μπενάκηδες, που είχαν και ιδιαίτερες σχέσεις με το Πατριαρχείο, ο Ζαρίφης, ο Ζάππας, ο Καρτάλης κ.ά.
12. Traían Stoianovich, «Ο κατακτητής ορθόδοξος Βαλκάνιος έμπορος», μετ. Ντόρα Μαμαρέλη, Οικονομική Δομή των Βαλκανικών χωρών (Αθήνα 1979), σ. 298.
13. Κ. Βεργόπουλος, ό.π., σ. 121.
14. Οι μεγαλοϊδιοκτήτες γλίτωσαν σημαντικά ποσά ενώ η νέα φορολογία έπεσε στους μικροϊδιοκτήτες και καλλιεργητές που διέθεταν ένα ζευγάρι βόδια. Αποτέλεσμα να πουλήσουν τα κτήνη, να περιοριστούν οι καλλιέργειες και να οπισθοδρομήσει η γεωργία (Χρ. Βραχνιάρης, ό.π., 22-23.)
15. Ανάμεσα στα 1883 και 1884 υπήρξε μια αύξηση του μισθώματος των λιβαδιών που ανήλθε σύμφωνα με τραπεζικές εκτιμήσεις στο 50%-80%. (Πηγή ΙΑΕΤΕ, XXII Τράπεζες, ΠΤΗ λυτά έγγραφα Φάκ. 9).
16. Βλ. Γ. Χιονίδης, «Οι ανέκδοτες αναμνήσεις του Γιώτη Ναούμ για τους Βλάχους της Ηπείρου και της Μακεδονίας στη διάρκεια του 19ου αιώνα», Δ' Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο, Πρακτικά (Θεσσαλονίκη 1983), σ. 43-48.
17. Ιωάν. Σταματέλος, «Απογραφικά. Περί πληθυσμών Ηπείρου, Θεσσαλίας και Μακεδονίας» Παρνασσός 2(1878), σ. 226, αναφέρει Έλληνες και Ελληνίζοντες Βλάχους και Αλβανούς που αναγνωρίζουν το Πατριαρχείο σε 384.000. Ιδιαίτερα για τα Γρεβενά ο αντίστοιχος πληθυσμός ανέρχεται σε 26.000.
18. Υποστηρίζεται η ελληνική καταγωγή και η ελληνική συνείδηση αυτών των πληθυσμών, Δ. Παπαζήσης, «Βλάχοι Κουτσόβλαχοι», ΗΕ 24(1975), σ. 150-160. Ακόμη Ηλ. Βασιλάς, «Βλάχοι, Κουτσόβλαχοι και Αρβανιτόβλαχοι», ΗΕ 25(1976), σ. 331-336.
19. Βασ. Νιτσιάκος, Οι ορεινές κοινότητες της Βόρειας Πίνδου (Πλέθρον 1995), σ. 38-78.
20. Σχετικά με τους βλάχικους πληθυσμούς της Ηπείρου γενικότερα, τις επιμειξίες, την επαγγελματική τους ζωή βλ. και Σπ. Στούπης, «Ελληνοαλβανοί - Τουρκαλβανοί - Αρβίνες - Ηπειρώται - Βλάχοι», ΗΕ 24 (1974), σ. 129-148.
21. Για τους αντίστοιχους χώρους των κτηνοτρόφων της περιοχής της Αχρίδας βλ. Στέλ. Μουζάκης, «Μαρτυρίες για τον Ελληνισμό της Ανατολικής Ρωμυλίας. Έγγραφα του 19ου αιώνα», Τετράμηνα 54-55 (Χειμώνας 94-95), 4032-4041, όπου υπάρχουν στοιχεία για τα βοσκοτόπια της περιοχής Πύργου και Σωζόπολης.
22. Λάζ. Αρσενίου, Τα τσελιγγάτα, (Αθηναι 1972), σ. 16. Β. Νιτσιάκος, «Η ημινομαδικη κτηνοτροφική κοινότητα στην Ήπειρο», Συνέδριο Ιστορίας Ήπειρος, Κοινωνία-Οικονομία 15ος - 20ος αι. Πρακτικά (Γιάννενα 1975), σ. 278. Για το πώς ξεχώριζαν τα ζώα που έσμιγαν, βλ. Δ. Μαλακάσης, «Μισθώσεις οικόσιτων ζώων (κτηνομισθώσεις)», Ηπειρωτική Εστία 31 (Γιάννενα 1982), σ. 352-355, όπου αναφέρονται ονομασίες σημαδιών και σημαδεμένων. Δ. Σέττας, Γλώσσα και Λαογραφία της Εύβοιας (Αθήνα 1960), σ. 44-46.
23. Λάζ. Αρσενίου, ό.π., σ. 17. Το δεφτέρι είναι ένα μικρό τετράδιο, όσο το κουτί από τα τσιγάρα, με 12 ή με 20 φύλλα. Κάθε μέλος του τσελιγκάτου το φέρει απαραίτητα σε τσέπη ειδική, ραμμένη από μέσα από το γιλέκο του. Έτσι κάθε μέλος του τσελιγκάτου καταγράφει όλες τις πράξεις και παρακολουθεί τα έσοδα και έξοδα. Δυο φορές το χρόνο γίνεται η εκκαθάριση λογαριασμών, «τζενίρουν» όπως λένε.
24. Σχετικά με τα προβλήματα και τις ιδιαιτερότητες των νέων επαρχιών βλ. Γ. Αγγελόπουλος,Περί της τοπικής διοικήσεως εν Ελλάδι εν συγκρίσει προς την εν Γαλλία και Αγγλία (Αθήνα 1879). Π. Αργυρόπουλος, Δημοτική Διοίκησις εν Ελλάδι (Αθήνα 1843).
25. Για το γενικότερο διαχωρισμό των νομαδικών πληθυσμών βλ. Σωκρ. Λιάκος, Σύντομη επισκόπηση της ιστορίας των Αρμενταρίων της Μικρευρώπης (Θεσσαλονίκη - Δεκέμβριος 1974).
26. Γ. Έξαρχος, Βλάχοι. Μνημεία ζωής και λόγου ενός πολιτισμού που χάνεται με πρόλογο του Αντ. Μπουσμπουκη (Αθήνα 1986).
27. Στέλ. Μουζάκης, «Συμπληρωματικές δραστηριότητες των κτηνοτρόφων της Πίνδου το β' μισό του 19ου αιώνα. Συμβολή στην έρευνα της οργάνωσης και της οικονομίας της ημινομαδικής κοινότητας», Θεσσαλικό Ημερολόγιο 25 (Λάρισσα 1994), 225-38.
28. Σχετικά με τις εποχιακές μετακινήσεις και τη διαδικασία τους και τους όρους «εποχιακή μετακίνηση» και «μόνιμος-ημιμόνιμος οικισμός» βλ. Ν. Ευστρατίου, «Η ζωντανή αρχαιολογία της ορεινής Ροδόπης. Ένα παράδειγμα». Συμπόσιο, Ιστορική αρχαιολογική, λαογραφική ερεύνα για τη Θράκη. Πρακτικά (1988), σ. 159-174.
29. Βασ. Παναγιωτόπουλος, «Οι απαρχές της πυριτιδοποιίας στη Δημητσάνα», Τα Ιστορικά 16 (1992), σ. 4.
30. Το Αρχείο Βασιλάκη Βοβουσιώτη κατοίκου Βελεστίνου βρίσκεται στην κατοχή μου και το αποτελούν 28 χειρόγραφα δεφτέρια, 12 έντυπες, δημοτικές, κυρίως, αποδείξεις εισπράξεως, τέσσερις επιστολές, από τις οποίες μία πολυσέλιδη και ποντικοφαγωμένη, πέντε τούρκικα έγγραφα (ταπία και αποδείξεις τελωνειακών τελών) και μία καλλιτεχνική φωτογραφία του Παναγιώτη Βασιλάκη με τη σύζυγό του. Από τα αναφερόμενα στα έγγραφα στοιχεία εμφανίζονται οι δοσοληψίες της οικογένειας του μεγαλοκτηνοτρόφου Αναγνώστη Βασιλάκη, με τους συνεργάτες του, τους συγγενείς του, και τους τσοπάνηδες του, μεταξύ των χρόνων 1871 και 1889, με αρκετά όμως κενά. Μαρτυρούνται τα ονόματα των Αναγνώστη Γεωργίου Βασιλάκη, του γιου του Βασίλη Αναγνώστη Βασιλάκη και των εγγονών του Παναγιώτη και Ιωάννη Βασιλείου Βασιλάκη.
31. Βλ. σχετικά Ευτυχία Λιάτα, Τιμές και αγαθά στην Αθήνα 1839-1846 (Αθήνα 1984).
32. Αντίστοιχα στοιχεία, από όσο γνωρίζω, σώζονται μόνον στο Άγιον Όρος βλ. Πορφύριος μοναχός Σιμωνοπετρίτης - Στ. Μαμαλούκος, «Τα νεροπρίονα της Σιμωνόπετρας», Επιστημονική Συνάντηση, Το νερό πηγή ζωής κίνησης καθαρμού, Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, Ιστορική Εθνολογική Εταιρεία Ελλάδος, 13-12-1997, Πρακτικά (Αθήνα 1999), σ. 99-104, όπου οι αρχειακές μαρτυρίες.
33.Το πρώτο νεροπρίονο, υδροπρίονο, εμφανίστηκε σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία, σε χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, όπου υπήρχαν πλούσια δάση, ήδη από το 1322, ενώ στη Βόρεια Ευρώπη από το 1530. Από εκεί, στα τέλη του 16ου αιώνα, η χρήση του εισέδυσε στις χώρες της Βαλκανικής. Χρησιμοποιούνταν μόνιμα στην Αλβανία, Σερβία, Βουλγαρία και στην Ελλάδα, κυρίως στη Μακεδονία και την Ήπειρο. Στα βλαχοχώρια μάλιστα της Πίνδου, ιδιαίτερα Βωβούσα, Περιβόλι, Λάιστα, Σαμαρίνα και Αβδέλλα, με την πάροδο του χρόνου δημιουργήθηκαν και «συντροφιές» ειδικευμένες στην κατασκευή και λειτουργία του νεροπρίονου. Στη νότια Ελλάδα, από μαρτυρίες που έχουμε, σπάνια λειτουργούσε κάποιο, κατασκευασμένο όμως, κατά κανόνα, από ειδικά συγκροτημένο ηπειρώτικο συνεργείο, το οποίο μετά το τέλος της συγκεκριμένης υλοτομίας το διέλυε. Το νεροπρίονο, είναι γνωστό και ως πριονόμυλος, ταβλόμυλος ή και απλά ως πριόνι. Μάλιστα σώζονται τοπωνύμια «πριόνια» στις περιοχές αυτές, θέσεις δηλαδή όπου υπήρχαν παλαιά εγκαταστάσεις νεροπρίονων. Φανή Οικονομίδου-Μπότσιου, «Υδροκίνηση. Μαντάνια, νεροτριβές, υδροπρίονα. Μια πρώτη προσέγγιση σε εργαστήρια του Β. Ελλαδικού χώρου», ΠρακτικάΑ' Τριημέρου Εργασίας ΠΤΙΕΤΒΑ (Αθήνα 1991), 177-190. Στέλ. Μουζάκης, «Τα νεροπρίονα της Πίνδου». Επιστημονική Συνάντηση, Το νερό πηγή ζωής κίνησης καθαρμού, Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, Ιστορική Εθνολογική Εταιρεία Ελλάδος, 13-12-1997, Πρακτικά (Αθήνα 1999), σ. 105-15.
34.Για τους νερόμυλους γενικά Στέφ. Νομικός, «Είδη μύλων στον ελληνικό χώρο», Εισηγήσεις Α' Κύκλου Συζητήσεων του Ινστιτούτου των Ελληνικών Μύλων (Φεβρουάριος - Μάιος 1998), σ. 5-8. Στέφ. Νομικός, «Άλεσμα με υδραυλική και αιολική ενέργεια», στο Ιστορία Νεοελληνικής Τεχνολογίας (Έκδοση ΠΤΙ της ΕΤΒΑ 1991). Ανδρομάχη Οικονόμου, «Οι υδροκίνητοι αλευρόμυλοι της περιοχής Δημητσάνας», στο Ο άρτος ημών. Από το σιτάρι στο ψωμί, Πρακτικά (Αθήνα 1994). Στέλ. Μουζάκης, «Ιδιοκτησιακό καθεστώς, δίκαιο και διαχείριση», Εφημερίδα Καθημερινή, Αφιέρωμα στους νερόμυλους, Επτά Ημέρες, 15-10-2000, σ. 5-7. Στέλ. Μουζάκης, «Στην ορεινή Ροδόπη», Εφημερίδα Καθημερινή, Αφιέρωμα στους νερόμυλους, Επτά Ημέρες, 15-10-2000, σ. 8-9. Στέλ. Μουζάκης, Οι υδροκίνητες εγκαταστάσεις στα ορεινά χωριά της Θράκης, Ημερίδα «Μονάδα Λαϊκής τέχνης και Λαϊκής αρχιτεκτονικής τμήμα Ιστορίας και αρχαιολογίας της φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου» Λευκωσία 17-6-2000. Στέλ. Μουζάκης, Οι νερόμυλοι της «Αγγλικής Εταιρείας της λίμνης Κωπαίδος», (Αθήνα 1999), (συνεργασία με Μαρία Γρυπάρη), χάρτης σχέδια. Στέλ. Μουζάκης, «Παρατηρήσεις σε νερόμυλους της περιοχής Αγίου Γεωργίου Λειβαδιάς». Γ' Διεθνές Συνέδριο Βοιωτικών Μελετών, Θήβα Σεπτέμβριος 1996, συνεργασία με Μαρία Γρυπάρη, Πρακτικά, Επετηρίς Εταιρείας Βοιωτικών Μελετών, Γ τχ. α' (Αθήνα 2000), σ. 1065-1079. Στέλ. Μουζάκης, «Οι Νερόμυλοι Κυθήρων και Αντικυθήρων». Α' Διεθνές Συνέδριο Κυθηραικών Μελετών. ΚΥΘΗΡΑ: Μύθος και Πραγματικότητα. Κύθηρα 20-24 Σεπτεμβρίου 2000, Πρακτικά 3 (Κύθηρα 2003), σ. 301-336. Στέλ. Μουζάκης, Νερόμυλοι Κυθήρων. «Το λαγκάδι στις Όχαιλες και οι νερόμυλοί του. Πρόταση τουριστικής αξιοποίησής των. Διημερίδα. Εκκλησία, Παιδεία-Εκπαίδευση και Πολιτισμός στα Κύθηρα», 21-22 Σεπτεμβρίου 2001. Πρακτικά (σε έκδοση). Stelios Mouzakis, «Policies for Mill Preservation in Greece. (Greek Proposals re Granada Contract)», International Molinology Journal of The International Molinological Society, 66 (2003),18-21. Στέλ. Μουζάκης, «Υδατικές σχέσεις στα Κύθηρα. Υδροκίνητες προβιομηχανικές εγκαταστάσεις. Μορφολογία, τυπολογία και περιβάλλον. Υδραυλικές γνώσεις, τεχνολογία κατά τους 16ο - 18ο αιώνες». Β' Ευρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών «ΗΕλλάδα των νησιών από τη Φραγκοκρατία ως σήμερα», Ρέθυμνο 10-12 Μάΐου 2002. Πρακτικά 2 (2004), 327-363. Στ. Μουζάκης, Η διαμόρφωση δικαίου στην προβιομηχανική τεχνολογία. Διαχείριση των υδάτων και οι «καινοτομίες» των μύλων από τις πηγές (σε έκδοση).
35. Το κερατζιλίκι εξασφάλιζε ένα μικρό πρόσθετο εισόδημα στα φτωχά κτηνοτροφικά νοικοκυριά και όπως έλεγαν οι ίδιοι. Δεν ήταν «δουλειά να γίνεις πλούσιος μα να βγάλεις καμμιά δραχμή να ξεπληρώσεις τα χρέη στους τσελιγγάδες και να εξασφαλίσεις ένα κομμάτι ψωμί αφού το τσομπανιλίκι δεν σου το εξασφάλιζε» (Βασ. Νιτσιάκος, ό.π., σ. 280)
36. Βλ. Στ. Μουζάκης, «Τιμές αγαθών και πολιτισμικά στοιχεία για τους κινητούς κτηνοτρο- φικους πληθυσμούς του Βελεστίνου. Μαρτυρίες από έγγραφα και δεφτέρια του τέλους του Ι90υ αι. Αρχείο Βασιλάκη Βοβουσιώτη κατοίκου Βελεστίνου» Β' Επιστημονικό Συνέδριο Φεραί - Βελεστίνο - Ρήγας, Βελεστίνο 2-4 Οκτωβρίου 1992. Πρακτικά Υπέρεια 2 (1995), σ. 230-48.
37. Οι Α. Wace - Μ. Thompson, Οι Νομάδες των Βαλκανίων, μετ. Παν. Καραγιώργος (Θεσ/νίκη 1989), σ. 82-83, δικαιολογουν την έλλειψη αυτή επειδή οι οικογενειάρχες στις αρχές του καλοκαιριου επενδυουν το διαθέσιμο ρευστό κεφάλαιο στην αγορά πρώτων υλών ή στη δημιουργία άτυπων συνεταιρισμών. Έτσι, σε κάθε οικογένεια υπάρχει έλλειψη μετρητών και συνεπώς οι συναλλαγές στα χωριά γίνονται με πίστωση ή και με είδος.
38. Με τον τρόπο αυτό καταγράφεται όλη η δραστηριότητά τους κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και βέβαια εφόσον ίσχυαν οι διάφοροι άτυποι συνεταιρισμοί, οι οποίοι δημιουργουνται άλλοτε αναγκαστικά και άλλοτε όχι, στο περιθώριο πάντοτε του βασικού κτηνοτροφικου συνεταιρισμού. Μοναδικά είναι και τα υπόλοιπα έγγραφα του αρχείου του Βασιλάκη (γράμματα, τουρκικά έγγραφα), τα οποία εμφανίζουν στοιχεία σχετικά με τη λειτουργία του τσελιγκάτου σε μία σειρά χρονικών περιόδων.
39. Με το σύστημα αυτό γίνεται φανερό ότι δημιουργείται ένα σημαντικό πρόβλημα παρακολούθησης των εμφανιζόμενων λογαριασμών, σε κάποιον τρίτο, ο οποίος πιθανόν θα ήθελε να προσπαθήσει την εκκαθάρισή του.
40. Στο αρχείο μου βρίσκεται και μεγάλος αριθμός ανέκδοτων εγγράφων που αναφέρονται σε χαμένες αλλά όχι λησμονημένες πατρίδες, όπως της Ανατολικής Ρωμυλίας, της Μ. Ασίας, αλλά και νησιών του Αιγαίου (Μυτιλήνης, Χίου, Συρου, Σκυρου) κ.ά.
41. Σχετικά με τα διάφορα ευρωπαϊκά νομίσματα βλ. Γ. Σιορόκας, «Ευρωπαϊκά νομίσματα στις ηπειρώτικες αγορές (1812-1814)», Δωδώνη 13 (Ιωάννινα 1984), σ. 189-228, ιδιαίτερα πίνακες Ι-ΙΥ.
42. Ο συνήθης τόκος σε Αγγλία,Τεργέστη, Συρο, Πάτρα και Κέρκυρα ανέρχεται μόλις στο 8% Ευτυχία Λιάτα, Τιμές και αγαθά στην Αθήνα (Αθήνα 1984), σ. 30.
43. Καθιερώθηκε ως νομισματική μονάδα της Τουρκίας το Ι844 επί σουλτάνου Αβδουλ Μετζίδ και ορίστηκε η αντιστοιχία σε 100 γρόσια, έχουμε δηλαδή μια ελάττωση 30% σε 31 χρόνια, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι τα επόμενα χρόνια ακολουθεί γρηγορότερους ρυθμούς. Έτσι το 1871 η λίρα αντιστοιχεί σε 106 γρόσια (έγγραφο 19) και το 1 αργυρό με 21 γρόσια. Το 1875 η λίρα αντιστοιχεί σε 130 γρόσια ενώ αναφέρονται και άλλες υποδιαιρέσεις της λίρας όπως, αργυρά ίσον με 26 γρόσια, εξάρι ίσο με 7.40 γρόσια και κολονάτο ίσο με 30 γρόσια. Όμως σε άλλη καταγραφή του 1876 το αργυρό το χρεώνει 29 γρόσια. Τέλος το 1878 η λίρα έχει φθάσει τα 137 γρόσια. Από την εξέταση των εγγράφων φαίνεται ότι ο Βασιλάκης πολλές φορές όταν του χρεωστουν λογαριάζει τη λίρα με κάτι παραπάνω 1-2 γρόσια δηλαδή τα τοκίζει με 1-1,5 % αλλά και σ' άλλη περίπτωση παίρνει 10 γρόσια για κάθε λίρα τόκο δηλαδή 7.40% (έγγραφο 18). Πρβλ. Ευτυχία Λιάτα,Φλωρία δεκατέσσερα στένουν γράσια σαράντα. Η κυκλοφορία των νομισμάτων στον ελληνικά χώρο,15ας-19 χς αι. (Αθήνα 1996), σ. 190 κ.εξ.
44. Βαγγ. Πρόντζας, Οικονομία και γαιοκτησία στη Θεσσαλία,1881-1912 (Αθήνα 1992) σ. 17-18.
45. Μ. Καλινδέρης, ό.π., σ. 189-90.
46. Ακολούθησε και σε αυτό την τακτική του Βυζαντίου βλ. J. Koder, «Επαγγέλματα σχετικά με τον επισιτισμό στο Επαρχιακό Βιβλίο», Α Διεθνές Συμπόσιο. Η καθημερινή Ζωή στο Βυζάντιο, Αθήνα 15-17 Σεπτεμβρίου 1988, Πρακτικά (Αθήνα 1989), σ. 363-371.
47. Στη μετατροπή εφαρμόζανε την αντιστοιχία, 1 λίρα = 5.45 Μετζίτια για τους εμπόρους, 1 Μετζίτη = 4.80 δρχ. για τον κολλυβιστή και για συναλλαγή με κατοίκους της Θεσσαλίας, 1 (20 F) = 22.40 δρχ. Έτσι ο κολλυβιστής κέρδιζε 0.40 δρχ. / 20 F από την αγορά και 0.40 δρχ./20 F από την πώληση, δηλαδή 0.80 δρχ. Βλ. Βαγγ. Πρόντζας, Οικονομία και γαιοκτησία στη Θεσσαλία,1881- 1912 (Αθήνα 1992), σ. 175 πίνακας 28.
48. Hisba Είναι οι διατάξεις με τις οποίες προστατεύονταν τα συμφέροντα του λαού από την κερδολατρία, το δόλο, τη καιροσκοπία και είχαν συμπεριληφθεί στο θρησκευτικό νόμο. Halil Inalcik, «Ο σχηματισμός κεφαλαίου στην Οθωμανική αυτοκρατορία», μετ. Ντόρα Μαμαρέλη, Οικονομική Δομή των Βαλκανικών χωρών (Αθήνα 1979), σ. 523-524.
49. Άλλωστε δεν ήταν και ο μόνος Βλάχος που είχε δοσοληψίες με την περιοχή της Αθήνας. Γνωστός είναι και ο Γιώργος Τζιολάκης μαζί με τον ανιψιό του Νικόλαο Γεωργίου έμποροι ξυλείας. Σχετ. (Ευτυχία Λιάτα, Τιμές ό.π., 38).
50. Για τα λειτουργούντα σχολεία την περίοδο αυτή στην περιοχή βλ. V. Berard, Τουρκία και Ελληνισμός. Οδοιπορικό στη Μακεδονία, μετ. Μ. Λυκούδης, εισαγ. Θ. Πυλαρινός (Αθήνα 1987), σ. 276-280.
51. Στις αρχές του 19ου αιώνα η Καπλάνειος Σχολή στα Γιάννενα με διδάσκαλο τον Αθανάσιο Ψαλίδα διδάσκει εμπορικό επάγγελμα και στα μαθήματα περιλαμβάνεται η Μαθηματική.
52. Τριαντ. Σκλαβενίτης, Τα εμπορικά εγχειρίδια της Βενετοκρατίας και Τουρκοκρατίας και η εμπορική εγκυκλοπαίδεια του Νικολάου Παπαδόπουλου (Αθήνα 1991), σ. 16 κ.ε. κυρίως σ. 8788. Η Λογαριαστική θα είναι για τα επόμενα διακόσια χρόνια το μοναδικό βιβλίο στο είδος του, στην ελληνική γλώσσα.
53. Όπ. π., σ. 29 αναφέρονται διάφορα βιβλία υπολογισμοΰ των τόκων. Γ. Σπέης, Το Γκλεζούνι. Η δημιουργία της ναυτιλίας των Οινουσσών μέσα από ένα ναυτικό-εμπορικό μαθηματάριο του 1874 βασισμένο στη Λογαριαστική του Ε. Γλυζούνιου του 16ου αιώνα, (Ταμείο Ευπραγίας Οινουσσών 1997).
54. Βέβαια, παρά τις κατά καιροΰς προσπάθειες διαφόρων να καλΰψουν το κενό, ακόμη και στα 1848 διαπιστωνότανε η έλλειψη εμπορικοΰ εγχειριδίου Κ. Μελάς, Εμπορικό εγχειρίδιο (Αθήνα 1848), σ. δ' «Αλλ' ημείς μολονότι είμεθα ο εμπορικότερος της Μεσογείου λαός όχι μόνον τοιούτων εκπαιδευτικών καταστημάτων στερούμεθα,αλλ' ουδέ πρόχειρόν τι εμπορικόν βιβλίον έχομεν προς λύσιν των καθ' εκάστην στιγμήν εις τας εμπορικάς εργασίας μας παρουσιαζομένων ζητημάτων και αποριών..».
55. Ευτυχία Λιάτα, ό.π., σ. 38 αναφέρει τους Ζαγοριανοΰς εμπόρους ξυλείας στην Αθήνα Γιώργο Τζιολάκη και τον ανιψιό του Νικόλαο Γεωργίου.