Πολιτισμός

Μισθοί και αμοιβές, τιμές και προϊόντα στο Συρράκο στις αρχές του 19ου αιώνα

Μισθοί και αμοιβές, τιμές και προϊόντα στο Συρράκο στις αρχές του 19ου αιώναΠόσο μπορεί να στοιχίζει μια οκά καφέ στο Συρράκο στις αρχές του 19ου αιώνα; Από πού φτάνει στη τοπική αγορά το ελαιόλαδο;

Ποια είναι η αμοιβή ενός αγωγιάτη για την μεταφορά προϊόντων από τα Γιάννενα στο Συρράκο και ποιο είναι το ημερομίσθιο ενός οικοδόμου που εργάζεται στο Συρράκο; Πόσο, δε, μπορεί να στοιχίζει η κατασκευή ενός σπιτιού;

Η πληθώρα τεκμηρίων, δικαιοπρακτικών εγγράφων και τα δεκάδες κατάστιχα λογαριασμών που εμπεριέχονται στα Αρχεία του Ιωάννη Κωλέττη και που αφορούν διακινήσεις και προμήθειες προϊόντων, καταβολές αμοιβών και μισθών, σημειώματα των λογαριασμών των μύλων των Κωλέττηδων από τους οποίους οι Συρρακιώτες προμηθεύονται βασικά είδη πρώτης ανάγκης δίνουν απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα και, παράλληλα, φωτίζουν και άλλες πτυχές της οικονομικής ζωής του Συρράκου εκείνης της εποχής. Ξεδιπλώνεται μπροστά μας ένας ολόκληρος κόσμος, οι σχέσεις των ανθρώπων, το βιοτικό και κοινωνικό επίπεδο, καθώς και η πολιτισμική ταυτότητα της ορεινής κοινότητας των αρχών του 19 ου αιώνα.

Η οικονομική θέση του Συρράκου σε σχέση με τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο

Η ακρίβεια την εποχή αυτή μεγάλωσε τα προβλήματα των ανθρώπων σε όλη την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Ο Γουίλιαμ Μάρτιν Ληκ περιγράφει με ζωηρά χρώματα την κατάσταση: «η έκφραση “εχαλάσθηκε ο κόσμος” είναι τόσο κοινή παντού που επαναλαμβάνεται όπου σταθείς, όχι μόνο από τους Έλληνες αλλά και από τους Τούρκους», περιγράφει ο Ληκ. Είναι η εποχή που η άνοδος της φτώχειας, η υπερβολική αύξηση των τιμών των τροφίμων και όλων των αναγκαίων για την ζωή καταστρέφουν πολλές οικογένειες.

Τα αίτια είναι οι κρατικές ανάγκες, η υποτίμηση του οθωμανικού νομίσματος, η αυξανόμενη φορολογία και «δοσίματα», οι οικονομικές αυθαιρεσίες των τοπικών διοικητών και, ιδίως, η καταστροφή της βιοτεχνίας που ήρθε ως συνέπεια της καταπιεστικής διακυβέρνησης του Αλή πασά.

Οι μισθοί, μολονότι έχουν υπερδιπλασιαστεί, ελάχιστα έχουν παρακολουθήσει τις τιμές των ειδών πρώτης ανάγκης. Ένα καλό παράδειγμα είναι αυτό της τιμής του ψωμιού που μέσα σε μια δεκαετία (1809-1819), από 4 παράδες φτάνει τους 24, δηλαδή, εξαπλασιάζεται.

Στο Συρράκο, αν και η αγορά φαίνεται ότι ακολουθεί τις τιμές των προϊόντων, τις αμοιβές και τα ημερομίσθια που επικρατούν στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο, ωστόσο, μπορούμε να μιλάμε με βεβαιότητα για μια υγιή και ανθηρή οικονομική κατάσταση που αντέχει τους κλυδωνισμούς του Οθωμανικού κράτους.

Η είσοδος συναλλάγματος σε γερά ευρωπαϊκά νομίσματα (Ευρωπαϊκά νόμισματα και η εισροή τους στην οικονομία του Συρράκου στις αρχές του 19ου αιώνα) από τους Συρρακιώτες εμπόρους του εξωτερικού, η ανθηρή κτηνοτροφία που παραμένει ο ισχυρότερος παράγοντας ολόκληρης της οικονομίας του τότε ελλαδικού χώρου, η λειτουργία των μύλων των Κωλέττηδων και του Παπασίμου που προμηθεύουν τα νοικοκυριά και την τοπική αγορά με προϊόντα πρώτης ανάγκης, η σταθερή κυκλοφορία του χρήματος που επιτυγχάνεται και με τους δανεισμούς των Κωλέττηδων προς όλες τις ταξικές κατηγορίες, καθώς και η απορρόφηση από την αγορά του Συρράκου αγαθών που παράγονται σε περιοχές που εξουσιάζει ο Κωλέττης, συνθέτουν μια εσωτερική οικονομία που στέκει σε γερές βάσεις.

Έχουμε να κάνουμε με μια «αυτοδιαχειριζόμενη οικονομία» που η ανάπτυξή της και η λειτουργία της μας παραπέμπει στις οργανωμένες «Πόλεις – Κράτη» της αρχαιότητας, αλλά και σε σύγχρονα μοντέλα οικονομικής διαχείρισης και δεν γνωρίζουμε ποια θα ήταν η εξέλιξή της αν οι καταστροφικές συνέπειες της εξέγερσης του Ιουλίου του 1821 δεν ανέκοπταν βίαια την πορεία της.

Η διακίνηση προϊόντων και οι τιμές τους στην αγορά του Συρράκου

Ο όγκος των πληροφοριών που μας παρέχουν τα Αρχεία του Ι. Κ. και που αφορούν την ποικιλία, την επάρκεια και τις τιμές των αγαθών που κυκλοφορούν, είναι τεράστιος. Η αξιολόγηση και επεξεργασία έπρεπε να είναι προσεκτική, και όχι τυχαία, έτσι ώστε να προσεγγίσουμε όσο το δυνατό περισσότερο μια αντιπροσωπευτική εικόνα του Συρράκου εκείνης της εποχής. Παράλληλα, δεν θα αποφύγουμε κι εδώ να συγκρίνουμε τιμές που επικρατούν στο Συρράκο με αυτές άλλων περιοχών του ελλαδικού χώρου, αντλώντας πληροφορίες από διάφορες πηγές, όπως τα αντίστοιχα Αρχεία της οικογένειας Δεληγιάννη στην Πελοπόννησο.

Αυτό που αρχικά εντυπωσιάζει, είναι η μεγάλη ποικιλία αγαθών που θα μπορούσε να βρει κάποιος μόνο στα παζάρια και στις κλειστές αγορές (μπεζεστένια) των μεγάλων αστικών κέντρων.

Αποικιακά προϊόντα, διάφορα μπαχαρικά (σαφράν, μαύρο πιπέρι κ.ά.), οπωροκηπευτικά και φρούτα (έως και καρπούζια), παστωμένα ψάρια, λουλάκι και άλλα φυτικά χρώματα που προέρχονται ακόμη και από την Ινδία, σαπούνι, χαρτί αλληλογραφίας και περιτυλίγματος, σουσάμι και σταφίδες, φυσέκια κυνηγιού και μπαρούτι, κοντυλοφόροι και λυχνάρια, ακόμη ενδύματα και υφάσματα εισαγωγής είναι μερικά από τα αγαθά που υπάρχουν στα καταστήματα του Μαντζαβίνη, του Φραγκογιάννη, του Λαγούδη, του Χολέβα, του Αναμίχα, του Τζαλοκώστα και άλλων και πιστοποιούν το υψηλό βιοτικό επίπεδο του προεπαναστατικού Συρράκου.

Από τα ακριβότερα διατροφικά προϊόντα της εποχής που μπορεί κανείς να βρει μόνο σε επιλεγμένες αγορές είναι ο καφές. Στο Συρράκο φτάνει από τις αγορές των Ιωαννίνων και των Τρικάλων και πωλείται από 4 έως και 7 γρόσια η οκά.

Σε πολλές περιπτώσεις και σε προϊόντα που η μεταφορά τους είναι δαπανηρή λόγω της μεγάλης απόστασης, δικαιολογημένα, οι τιμές τους είναι πολύ μεγαλύτερες από τις αντίστοιχες σε άλλες περιοχές. Για παράδειγμα, το λάδι (η τιμή του λαδιού έχει εκτοξευτεί εκείνη την εποχή λόγω των εξαγωγών προς την Ευρώπη). Στο Συρράκο φθάνει από την Πρέβεζα, την Πάργα, ακόμη και από το Μεσολόγγι και πωλούνταν χονδρικής στα καταστήματα έως και 70 γρόσια το φόρτωμα, όταν στα χωριά του Πηλίου πωλούνταν προς 45 γρόσια. Για την διακίνηση του λαδιού που ελέγχονταν από το Οθωμανικό κράτος επιβαλλόταν δασμοί (κουμέρκι), 10,20 γρόσια το φόρτωμα.

Πολλά προϊόντα διατροφής πωλούνταν στο Συρράκο στις ίδιες τιμές με αυτές που μας παραθέτει ο Ληκ στα χωριά του Πηλίου: το βούτυρο προς 1 γρόσι η οκά (από τα ακριβότερα προϊόντα διατροφής), το τυρί 15 παράδες η οκά, το μέλι 20 παράδες η οκά. Από τους καταλόγους των αγορών της οικογένειας Κωλέττη από τα μαγαζιά του Συρράκου συμπεράνουμε ότι κυκλοφορούσαν όλα τα είδη των οσπρίων: φασόλια, κουκιά, ρεβίθια, φακές και ρύζι, το οποίο πωλούνταν με κάτι λιγότερο από ένα γρόσι η οκά.

Μεγάλες διαφορές δεν υπάρχουν και στις τιμές των κρεάτων. Στα χασάπικα του Τόδα Καλυβιώτη, του Μπάζιου και του Κοντάκη πωλούνταν γίδινο και πρόβειο κρέας, ξίγκι και, σπανιότερα, βοδινό. Το γίδινο κρέας ήταν το ακριβότερο (κατά τον Ληκ θεωρούνταν το καλύτερο κρέας) και πωλούνταν προς 20 παράδες η οκά, ενώ τα υπόλοιπα (πρόβειο και βοδινό) πωλούνταν 8-10 παράδες η οκά. Τιμές για αρνίσιο κρέας δεν ανευρίσκουμε, παρά μόνο σε συγκεκριμένες περιόδους (Πάσχα - γάμοι) και πωλούνταν ολόκληρο και όχι με το ζύγι, 14 γρόσια το σφαχτό.

Πολλές είναι και οι πληροφορίες για τις αγοροπωλησίες των ζώων. Τα πρόβατα, τα κριάρια και τα γίδια πωλούνται από 8 έως 10 γρόσια. Τα βόδια και τα γελάδια από 60 έως 70 γρόσια, τα βόδια που χρησιμοποιούνται για όργωμα 100 γρόσια. Επίσης, τα άλογα που χρησιμοποιούνται για φόρτωμα (φορτωματίσια) 150 γρόσια, ενώ τα «καβατλίτικα» φτάνουν έως και 300 γρόσια.

Σε πολλές περιπτώσεις προϊόντα προσμετρούνται με διαφορετικά σταθμά κάθε φορά, κάτι που δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την σύγκριση τιμών. Για παράδειγμα, το κρασί προσμετρείται άλλοτε σε λίτρες και άλλοτε σε ασκιά, σε κανάτες ή και σε φορτώματα (τα μέτρα και σταθμά της εποχής θα αναλύσουμε σε επόμενη εργασία). Ένα φόρτωμα κρασί που φτάνει στο Συρράκο από το Βουλγαρέλι τον Μάρτιο του 1817 πωλείται από τους Κωλέττηδες στα καταστήματα του Συρράκου προς 7 γρόσια, τιμή που επικρατεί, επίσης, στην Πελοπόννησο και στην περιοχή των Αγράφων (το Βουλγαρέλι εκείνη την εποχή αποτελεί δημόσιο κτήμα. Τα δικαιώματα των εσόδων του και τον έλεγχο της μεγάλης γεωργικής παραγωγής του Βουλγαρελίου κατέχει νόμιμα ο Ιωάννης Κωλέττης. Εκτός από κρασί και ρακί, πολλά γεωργικά προϊόντα από το Βουλγαρέλι πωλούνται στην αγορά του Συρράκου).

Πολλές πληροφορίες μας παρέχουν τα Αρχεία του Ι.Κ. και για τα είδη ένδυσης και υπόδησης της εποχής. Η οικογένεια Κωλέττη διατηρεί λογαριασμό με το εμποροραφείο του Δημητρίου Φραγκογιάννη. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1817 μια «ποδιά ρούχινη» κοστίζει 5,5 γρόσια, ένα φουστάνι της Ξανθής Κωλέττη (μητέρας των Κωλέττηδων) 18,1 γρόσια, ένα διπλάρι (γυναικείο ένδυμα από λινό ύφασμα ή σπάρτο) της Βασιλικής (Βασιλική Πουλήση, υπηρέτρια των Κωλέττηδων) κοστίζει 6 γρόσια και ένα υποκάμισο του Ι. Κωλέττη 1,5 γρόσι. Ο Φραγκογιάννης διαθέτει στο κατάστημά του ακόμη και υφάσματα εισαγωγής όπως «ινδιάνες» (βαμβακερό ύφασμα), καθώς και «τζουμπιέδες» (τουρκ. cubbe- γούνινη επένδυση).

Αρκετά είναι και τα τσαρουχάδικα που λειτουργούν στο Συρράκο. Η οικογένεια Κωλέττη προμηθεύεται υποδήματα (τσαρούχια και παπούτσια) από το κατάστημα του Μπήτσιου. Τα τσαρούχια κοστίζουν 2 γρόσια, ενώ τα παπούτσια ακριβώς την διπλάσια τιμή, 4 γρόσια.

Κόστος κατασκευής οικίας

Το κόστος κατασκευής ενός σπιτιού στο Συρράκο ήταν και τότε μια πολύ δαπανηρή υπόθεση.

Οι λογαριασμοί της οικογένειας με τον «μάστορα Κύρκο» για μικροεπισκευές τον Μάρτιο του 1818 αποδεικνύουν ότι το οικοδομικό ημερομίσθιο δεν διαφέρει από τις τιμές που μας παραθέτουν οι Ληκ και Ασδραχάς για άλλες περιοχές και κυμαίνεται στους 45 παράδες. Η ξυλεία φτάνει στο Συρράκο από τους Μελισσουργούς ή και από το Προσήλιο αν πρόκειται για «σανίδια». Ένα φόρτωμα σανίδια από το Προσήλιο κοστίζει 8 γρόσια.

Για να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε το κόστος κατασκευής μιας τυπικής οικίας της εποχής (διώροφη με κατώγι και εμβαδό ανά όροφο περίπου 60 τ.μ.) χρησιμοποιήσαμε και τις πληροφορίες του Γουίλιαμ Ληκ που επισκέπτεται τους γειτονικούς Καλαρρύτες την ίδια εποχή: «οι πέτρες μεταφέρονταν από το λατομείο, ένα μίλι μακριά, από γυναίκες-υποζύγια. Για μια μεγάλη πέτρα που κουβαλούσαν στην πλάτη έπαιρναν 6 παράδες. Μπορούσαν να πραγματοποιήσουν δέκα δρομολόγια την ημέρα. Το κόστος αυτής της πέτρας ως την στιγμή που θα έμπαινε στον τοίχο έφθανε τους 10 παράδες. Οι πλάκες που έμπαιναν στην σκεπή αγοράζονταν 10 πιάστρα (γρόσια) οι 100, μικρές και μεγάλες. Η ξυλεία μεταφερόταν στον ώμο από τρεις ώρες μακριά με κόστος 2 πιάστρα ο πήχης. Όσο για τα ταβανοσάνιδα αγοραζόταν 35 - 40 παράδες το ένα…».

Με μια αρκετά λεπτομερή επιμέτρηση, όσο αυτό είναι δυνατό και δεδομένου ότι οι πληροφορίες μας είναι ακριβείς, συνυπολογίζοντας το κόστος των ξύλινων κουφωμάτων, των εσωτερικών επιχρισμάτων και τη διαμόρφωση των εξωτερικών χώρων, η δαπάνη μιας τέτοιας οικοδομής είναι σχεδόν αδύνατο να μην ξεπερνά τα 17.000 γρόσια.

Εκείνη την εποχή το ετήσιο καθαρό εισόδημα μιας κοινής κτηνοτροφικής οικογένειας με ζωικό κεφάλαιο 400 προβάτων δεν ξεπερνά τα 1.400 γρόσια.

Με αυτά τα στοιχεία επιβεβαιώνεται η ρήση ότι εντός του οικισμού ιδιοκτήτες σπιτιών ήταν μόνο οι έμποροι του εξωτερικού και του εσωτερικού, οι μεγαλοκτηνοτρόφοι - επιχειρηματίες (που έχουν στην κατοχή τους χιλιάδες αιγοπρόβατα), οι μεσοαστοί μόνιμοι κάτοικοι και, ίσως, κάποιοι αγωγιάτες (το επάγγελμα ήταν αρκετά επικερδές εκείνη την εποχή). Οι, δε, μικροί κτηνοτρόφοι, πιθανότατα, για την διαμονή τους κατά τους θερινούς μήνες χρησιμοποιούσαν πρόχειρες κατοικίες πέριξ του οικισμού ή και εκτός αυτού.

Μισθοί και Αμοιβές

Οι αμοιβές και τα ημερομίσθια στο Συρράκο στις αρχές του 19ου αιώνα, βρίσκονται σε αρκετά υψηλά επίπεδα σε σχέση με τις τιμές που βρίσκουμε στον υπόλοιπο Ελλαδικό χώρο. Η τεράστια οικονομική κρίση που μαστίζει το οθωμανικό κράτος εκείνη την εποχή έχει επηρεάσει λιγότερο από άλλες περιοχές την ακμάζουσα τοπική οικονομία. Στην πραγματικότητα, όμως, μολονότι μισθοί και αμοιβές έχουν, σχεδόν, διπλασιαστεί στο χρονικό διάστημα 1800 - 1820, ελάχιστα έχουν ακολουθήσει την αλματώδη άνοδο των τιμών των ειδών πρώτης ανάγκης.

Την εργασία, γενικότερα, θα πρέπει να την διακρίνουμε ανάλογα με τον χρόνο σε εποχιακή και ετήσια και, ανάλογα με την αμοιβή, σε μισθωτή εργασία και αμειβόμενη με βάση τον όγκο της δουλειάς (παρεχόμενης υπηρεσίας). Οι ειδικευμένοι εργάτες, όπως οι κτίστες, οι καλαντζήδες, οι τυροκόμοι, οι μυλωνάδες, οι βοσκοί κ.ά., απασχολούνται, συνήθως, εποχιακά. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο τρόπος αμοιβής διαφέρει. Οι κτίστες πληρώνονται με ημερομίσθιο, οι καλαντζήδες ανάλογα με το «καλάϊσμα», οι τυροκόμοι και οι μυλωνάδες άλλες φορές ανάλογα με την εργασία που παράγουν και άλλες με ημερομίσθιο, ενώ οι βοσκοί πληρώνονται ετησίως ή για τον μισό χρόνο και, κατά περίπτωση, ανάλογα με το ζωικό κεφάλαιο που έχουν υπό την επίβλεψή τους.

Το ετήσιο σύνολο εργάσιμων ημερών ήταν μικρό, περίπου διακόσιες μέρες, εξαιτίας του μεγάλου αριθμού θρησκευτικών εορτών οι οποίες τηρούνταν αυστηρά. Η αμειβόμενη εργασία (αγωγιάτες, γιατροί, κληρικοί κ.ά.) έχει σταθερές, συνήθως, τιμές και, επιπλέον, δεν επηρεάζεται από τις πολλές αργίες. Οι αμοιβές ποικίλουν ανάλογα με την εποχή, τη ζήτηση εργατών, το βαθμό δυσκολίας της εργασίας και αν μέρος της αμοιβής δινόταν σε τρόφιμα, ρουχισμό ή υποδήματα.

Δυστυχώς, τα Αρχεία δεν μας παρέχουν πληροφορίες και οικονομικά στοιχεία από τις εμπορικές δραστηριότητες των Συρρακιωτών στην Ευρώπη. Κάποια επαγγέλματα, όμως, αναπόφευκτα, επηρεάζονται από την ακμάζουσα εμπορική δραστηριότητα και οι αμοιβές είναι αρκετά μεγάλες. Τέτοιο παράδειγμα αποτελούν οι μεταφορές (αγωγιατισμός) οι οποίες θα μας απασχολήσουν σε ξεχωριστό κεφάλαιο. Αντίθετα, η μισθωτή εργασία επηρεάζεται από τις τιμές που επικρατούν σε άλλες περιοχές και κυμαίνεται από 20 παράδες (1/2 γρόσι) στην ανειδίκευτη εργασία έως και 60 παράδες στην ειδικευμένη. Αν αναλογιστούμε ότι το αγώγι από το Συρράκο στα Γιάννενα το 1816 στοιχίζει 6 έως 8 γρόσια για ένα «φόρτωμα», ένας αγωγιάτης με 5 ζώα εκτελώντας δύο μόνο δρομολόγια προς τα Γιάννενα την εβδομάδα συνυπολογίζοντας και τα έξοδά του (διανυκτέρευση και τροφή σε χάνι) και χωρίς να υπολογίσουμε ότι, συνήθως, επιστρέφει φορτωμένος, μπορεί να εισπράξει σχεδόν όσα ένας ανειδίκευτος εργάτης για 80 ημερομίσθια!

Σε πολλές περιπτώσεις αμειβόμενη εργασία και μισθωτή εμπλέκονται ανάλογα με τις συνθήκες και την εποχή. Για παράδειγμα, οι γιατροί του Συρράκου (Μπαχώμης και Τζαλοκώστας) κουράρουν εύπορες οικογένειες κατόπιν χρονικής συμφωνίας (associazione[ιταλική λέξη] = εταιρική συμφωνία) και πληρώνονται ετησίως ή εξαμηνιαίως:

Λογαριασμός του ιατρού μας Μπαχώμιου από 2 Χβρίου (Σεπτεμβρίου) 1817 έως 31 Μαρτίου 1818 δια ιατρικά της μητρός μας Ξανθής ασουλανία (γρόσια) 8,10.

Πολλές φορές, όμως, όταν δεν υπάρχει συμφωνία, ο γιατρός πληρώνεται ανάλογα με την παρεχόμενη υπηρεσία:

Λογαριασμός του ιατρού Μπαχωμίου με το οσπίτιόν μας:

Δια ιατρικά παιδιών 16,20, δια ιατρικά Γιαννούλας 1 γρόσι.

Κωσταντής Μασκλαβάνης, Σιράκου 14 Ιουνίου 1817.

Μια ιδιαίτερη περίπτωση είναι αυτή της αμοιβής των κληρικών. Οι κληρικοί εκείνη την εποχή δεν είναι μισθωτοί υπάλληλοι και πληρώνονται από τα δοσίματα και τα τυχερά του λαού. Στις μεγάλες μητροπόλεις, όπως των Ιωαννίνων, οι δεσποτάδες επιβάλλουν φόρους στις οικογένειες και τα καταστήματα των χριστιανών. Στην πόλη των Ιωαννίνων που υπάρχουν πολλές εύπορες οικογένειες χριστιανών και τα τυχερά των ιερέων ήταν αυξημένα οι δεσποτάδες αξίωναν μερίδιο και από τα κέρδη του απλού κλήρου (W. Leake). Στο Συρράκο, ένας από τους πολλούς κληρικούς που διακονούν εκείνη την εποχή, ο παπα - Ιωάννης Μπούτικος, πληρώνεται από τους Κωλέττηδες ετησίως:

Σιράκο τη 2 Χβρίου (Σεπτεμβρίου) 1817

Ο άγιος Οικονόμος παπα-Ιωάννης Μπούτικος, εφημέριός μας, δια τα χρονικά διαβάσματα του 1817 να λάβη από 26 8βρίου 1816 έως 1817 26 8βρίου, ένας ολόκληρος χρόνος:

33 υψώματα προς παράδες 4: ασουλανία (γρόσια) 3,12,

16 αγιασμοί προς παράδες 5: ασουλανία 2,

3 ευχέλαια προς παράδες 40: ασουλανία 3,

ευχές αδελφής μας Αικατερίνης 40 παράδες,

διαβάσματα παιδιών ασουλανία 4,20,

χρονική παράκλησις ασουλανία 10,

ονόματα χρονιάς ζώντων και τεθνεώτων ασουλανία 5 ……. Σούμμα ασουλανία: 32,22.

(Την Αποκριά να μου πληρώση τα 5 ταγάρια βρίζα που μου χρωστά και να του κλείσω τ’ άνωθεν.)

Όμως, τα Α.τ.Ι.Κ. μας δίνουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες και για ιερείς σε χωριά που αποτελούν «δημόσια γη» στους οποίους δίδεται κάποιος μικρός μισθός. Στο γειτονικό Προσήλιο (Δοβίζντιανα) για παράδειγμα, που ελέγχεται από τον Ιωάννη Κωλέττη, στους λογαριασμούς των εξόδων σημειώνονται ετήσιες αμοιβές διαφόρων δημοσίων λειτουργών:

Λογαριασμός από τα Δοβίζντιανα δια 1816-1817

Τα όσα πρέπει να πληρώσω:

Δια αρματογλιάτικο (αμοιβή για την προστασία από ληστές) ασουλανία 30

Δια 2 παπάδες ασουλανία 70

Δια δραγάτη ασουλανία 40

Δια τον Προεστόν ασουλανία 80 ….

Όσα, δηλαδή, εισπράττει ο παπα - Ιωάννης Μπούτικος μόνο από την οικογένεια Κωλέττη στο Συρράκο, εισπράττει ο ένας εκ των δύο ιερέων του Προσηλίου από την δημόσια αρχή για ένα έτος.

Κάποιες πληροφορίες διαθέτουμε και για τις αμοιβές που δίνονταν στους υπηρέτες, οι οποίες υπολογίζονταν πάντοτε σε ετήσια ή εξαμηνιαία βάση και περιλάμβαναν τροφή και κάποια είδη ρουχισμού. Ο Leake μας πληροφορεί ότι στο Συρράκο και στους Καλαρρύτες οι κοσμογυρισμένοι έμποροι, επηρεασμένοι από τον δυτικό τρόπο ζωής, προσλάμβαναν υπηρέτες -τριες, συνήθως από τα Γιάννενα και από τα Τρίκαλα. Η οικογένεια Κωλέττη έχει στην δούλεψή της, τουλάχιστον, τρεις υπηρέτες, τον Μήτρο και τον Βασίλη για εξωτερικές δουλειές και θελήματα (δεν έχουμε περισσότερα στοιχεία γι’ αυτούς, παρά μόνο για τον Μήτρο ότι ακολουθεί την οικογένεια μετά την φυγή της από το Συρράκο) και τη Βασιλική για τις δουλειές του σπιτιού (η Βασιλική Χρ. Πουλήση είναι Συρρακιώτισσα. Μετά την επανάσταση του 1821 βρίσκεται στην Κέρκυρα. Από εκεί, με επιστολή της στις 18 Σεπτ. 1824, ζητά από τον Ιωάννη Κωλέττη την επαναπρόσληψή της από την οικογένεια και τη μετάβασή της στο Ναύπλιο). Τον Σεπτέμβριο του 1817 η οικογένεια Κωλέττη ξοδεύει «δια τον δούλον της Βασίλη» σχεδόν 60 γρόσια (αρκετά μεγάλο ποσό για την εποχή) στο κατάστημα του Δ. Φραγκογιάννη για είδη ρουχισμού. Σε λογαριασμό του με τον Μήτρο, τον Οκτώβριο του 1818, ο Χρήστος Κωλέττης σημειώνει:

«Το κοπέλλι μας τον Μήτρο τον ερόγιασα από 26 Οκτωμβρίου έως 26 Απριλίου, μήνας έξι, προς γρόσια 24 τον μήνα (ασουλανία 144), τα τζαρούχια του και την θροφήν του».

Οι βοσκοί εκείνη την εποχή, συνήθως νεαροί ανύπανδροι άνδρες, ήταν αποκλειστικά μισθωτοί. Η συμφωνία προέβλεπε μισθό (τη ρούγκα ή ρόγα ή το χάρτζε) και, επιπλέον, ένα ζευγάρι υποδήματα και, σπάνια, φαγητό. Ο μικρότερος μισθός που βρίσκουμε στα Α. τ. Ι. Κ. ήταν 30 γρόσια για ένα εξάμηνο. Όταν το γάλα είναι πολύ και απαιτείται άρμεγμα δύο φορές την ημέρα, ο μισθός, σχεδόν, διπλασιάζεται, ενώ τους διατίθεται ψωμί και ξύδι το καλοκαίρι και τον χειμώνα στα χειμαδιά, επιπλέον, μια ποσότητα κρασί.

Στις στάνες των Κωλέττηδων τους θερινούς μήνες οι τυροκόμοι πληρώνονται ανάλογα με την ποσότητα του γάλακτος και με την θέση τους στη στάνη (μάστορας, βοηθός) από 20 έως και 40 παράδες ημερησίως. Όμοια με την αμοιβή του μάστορα τυροκόμου είναι και αυτή του μυλωνά (40 παράδες ημερησίως), ενώ το «ξάγι» (ποσότητα αλεύρου που παρακρατείται από τον μύλο) αποδίδεται στους ιδιοκτήτες, εν προκειμένω στους Κωλέττηδες. Άλλες πηγές μας πληροφορούν ότι στους μύλους που ιδιοκτήτες είναι οι ίδιοι οι μυλωνάδες η αμοιβή για το άλεσμα είναι μόνο το «ξάγι».

Η διαφοροποίηση του ημερομισθίου για τον αρχιμάστορα και τους βοηθούς, όπως για τους τυροκόμους, ισχύει και για τους οικοδόμους όπως προκύπτει από τα κατάστιχα των λογαριασμών του Χρήστου Κωλέττη με τον μάστορα Κύρκο. Το ημερομίσθιο του μάστορα φτάνει τους 60 παράδες, ενώ των βοηθών του 35 παράδες. Η διαδικασία, δε, κουβαλήματος της πέτρας από γυναίκες «υποζύγια», πληροφορία που μας δίδει ο W. Leake έχοντας επισκεφθεί εκείνη την εποχή τους γειτονικούς Καλαρρύτες, φαίνεται ότι ισχύει και στο Συρράκο. Πρόκειται για μια πολύ σκληρή εργασία που, όμως, άφηνε ένα γερό μεροκάματο:

«1818 τη 28 Αυγούστου, Σιράκου. Επλήρωσα των γυναικών δια το κουβάλημα της πέτρας εις τον κήπον μας, ως ο λογαριασμός, ασουλανία 118,32».

Οι καλαντζήδες, που φτάνουν στο Συρράκο συνήθως από τα Κατσανοχώρια ή το Μιχαλίτσι, πληρώνονται με το κομμάτι από 1 έως 3 γρόσια :

«Τη 26 Ιουλίου 1818, του Κώστα Τάση από Φορτόσι, Κατζανοχώρι, δια καλαλιστικά ενός τετζερέ μεγάλου, του δεύτερου σινιού και του καζανιού μας έδωσα γρόσια 4».

Σε αντίθεση με τους περισσότερους δείκτες αμοιβών του προεπαναστατικού Συρράκου που είναι αρκετά υψηλοί για την εποχή, καθώς και με την προσφιλή τακτική των πιο σύγχρονων Συρρακιωτών να είναι γενναιόδωροι με τους μουσικούς - οργανοπαίχτες, οι Συρρακιώτες εκείνης της εποχής, μάλλον, δεν ξόδευαν και πολλά για την διασκέδασή τους. Από τους λίγους λογαριασμούς τέτοιου είδους που βρίσκουμε στα κατάστιχα των λογαριασμών, αν και δεν έχουμε στοιχεία για τα μέλη που αποτελούν μια κομπανία, οι αμοιβές είναι ιδιαίτερα χαμηλές και κυμαίνονται από 2 έως 4 γρόσια:

«Δια όργανα, δια τον γάμο της Κατέρως, επλήρωσα τους γύφτους ασουλανία 2,30».

Αν κάνουμε έναν, ακόμη, παραλληλισμό με ημερομίσθια και αμοιβές αυτής της εποχής και με τιμές προϊόντων πρώτης ανάγκης (ένα μέσο μεροκάματο 35 παράδων αντιστοιχεί σε λιγότερο από μια οκά ρύζι ή σε 2 οκάδες τυρί ή σε 1,5 οκά γίδινου κρέατος), μπορεί να αντιληφθεί κανείς ότι ένα κομμάτι του πληθυσμού ζει στα όρια της φτώχειας.

Οι περισσότεροι, όμως, από αυτούς που απασχολούνται σε φθηνή εργασία στο προεπαναστατικό Συρράκο έρχονται από άλλα γειτονικά χωριά, ενώ οι Συρρακιώτες που απασχολούνται σε εποχιακή μισθωτή εργασία (βοσκοί, βοηθοί τυροκόμων κ.ά.), καθώς και μικροί αγωγιάτες ασχολούνται, παράλληλα, με την κτηνοτροφία κατέχοντας ένα μικρό ζωικό κεφάλαιο που τους αποδίδει ένα, επιπλέον, εισόδημα.

Γιώργος Βαΐτσης
Πρόεδρος Τ.Κ. Συρράκου
Λοχαγός Σ.Ξ. Ε.Α.
Η εργασία αποτελεί μέρος της σειράς
«Οικονομία στο Συρράκο στις αρχές του 19ου αιώνα. Τα αρχεία του Ιωάννη Κωλέττη» - (ΦΩΣ ΣΤΟ ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΣΥΡΡΑΚΟ)»,
που δημοσιεύεται την τελευταία πενταετία στην εφημερίδα «Αντίλαλοι του Συρράκου.

 

Πηγές: Αρχεία Ιωάννη Κωλέττη

Βιβλιογραφία

  1. Βασίλειος Κρεμμυδάς (Συγκυρία και εμπόριο)

  2. Ευτυχία Λιάτα (Αρχείο της Οικογένειας Δεληγιάννη)

  3. Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη (Η Προεπαναστατική Ελλάδα)

  4. Σπυρίδων Ασδραχάς (Ελληνική Κοινωνία και Οικονομία)

  5. W. Leake (Travels in Northern Greece)

  6. Στάθης Ν. Τσοτσορός (Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί στον ορεινό όγκο,1715-1828).

  7. Β. Τσακανίκα, Ι. Ισπικούδης (Η ημινομαδική κτηνοτροφία ως κύρια οικονομική δραστηριότητα των Βλάχων της Β. Πίνδου).

 

Διαβάστε τα υπόλοιπα:

Οικονομία στο Συρράκο και η επιρροή στην γύρω περιοχή στις αρχές του 19ου αιώνα
Ευρωπαϊκά νόμισματα και η εισροή τους στην οικονομία του Συρράκου στις αρχές του 19ου αιώνα
Μισθοί και αμοιβές, τιμές και προϊόντα στο Συρράκο στις αρχές του 19ου αιώνα