Συρράκο, 15 Αυγούστου 1930. Αρχείο Κ. Μπίτσιου

Slider

Πολιτισμός

Τα χειμαδιά των βλάχων στο Κεφαλόβρυσο

Κεφαλόβρυσο Ο Νικόλαος (Κόλα) Κιόσσης κοιμάται, photo Margaret HasluckΗ ζωή των βλάχων χωρίζεται σε δυο εποχές. Την καλοκαιρινή και την χειμωνιάτικη.

Εκείνο που έχει περισσότερη σημασία για τους βλάχους είναι η ζωή τους το καλοκαίρι πάνω στα βουνά και τούτο τον τρόπο ζωής έχουν αποδεχθεί και τραγουδήσει, ενώ τα χειμαδιά είναι κάτι που τους επιβάλλεται σαν δεύτερος τρόπος ζωής μια και είναι υποχρεωμένοι να κατεβαίνουν στα χειμαδιά, αφού τα ποίμνιά τους δεν ζούνε στα χιόνια.

Από τον 2ο μ.Χ. αιώνα, που άρχισε η Λατινοφωνία, και επομένως και η γέννεση των βλάχων, ο χώρος από τον Αίμο και το Δυρράχιο μέχρι το Ταίναρο ήταν ενιαίος Διοικητικά (Ρώμη, Βυζάντιο, Τουρκοκρατία) και αυτό βοηθούσε τον τρόπο ζωής τους, μια και μπορούσαν από τα καλοκαιρινά βοσκοτόπια, να κατεβαίνουν στα χειμερινά, χωρίς δυσκολίες και διατυπώσεις.

Ο κορμός της Πίνδου, με τις παραφυάδες της ήταν η σπουδαιότερη περιοχή των καλοκαιρινών βοσκότοπων, όπου ανέπτυξαν και τους οικισμούς τους, που αργότερα εξελίχθηκαν σε σπουδαία οικονομικά και πνευματικά κέντρα όπως η Μοσχόπολις, η Γραμμούστα, η Σαμαρίνα, το Μέτσοβο, ενώ οι χειμερινοί βοσκότοποι εκτείνονται στις παράλιες πεδινές εκτάσεις του Ιονίου από το Δυρράχιο μέχρι την Αιτωλοακαρνανία και την Δυτ. Πελοπόννησο καθώς και στις πεδιάδες της Θεσσαλίας και Μακεδονίας.

Όσες φορές ο χώρος αυτός δεν τελούσε υπό ενιαία Διοίκηση οι Βλάχοι αντιμετώπιζαν πρόβλημα επιβιώσεως γι’ αυτό και πολιτεύονταν πάντα κατά τρόπον που να μπορούν να έχουν ελεύθερες διαβάσεις προς τα χειμαδιά και αντίστροφα.

Στα νεώτερα χρόνια, 17ος αιώνας, οι βλάχοι της περιοχής Κορυτσάς, της Φράσιαρης, της Κολωνίας και της Νεμέρτσικας, οι και Αρβανιτόβλαχοι αποκαλούμενοι, τον χειμώνα κατέβαιναν στην περιοχή Αγ. Σαράντα, Εξαμίλιων της Αλβανίας και στην περιοχή της Σαγιάδας, Φιλιατών και Ηγουμενίτσας καθώς επίσης και στην πεδινή Θεσσαλία.

Πριν το 1822 οι Βλάχοι της Νεμέρτσικας, που κατοικούσαν στο Μπιτσκόπουλο, το σημερινό Παλαιοχώρι, είχαν για χειμαδιά την περιοχή του Ξηρόμερου. Μετά όμως τον θάνατο του Αλή Πασά, οι τσελιγκάδες εκείνοι όπως ο Γιάνκος Τσιαρχώσης, στενός φίλος του Αλή, ο Κουτσομπίνας και πολλοί άλλοι μικρότεροι εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο Ξηρόμερο όπου ίδρυσαν τα χωριά Στράτος, Όχθια, Παλαιομανίννα, Κατσάρου κ.ά.

Όταν αργότερα, περί το 1840, έγινε το Κεφαλόβρυσο, από βλάχικες κτηνοτροφικές φάρες των παραπάνω περιοχών, αλλά και από φάρες που ήρθαν από το Ξηρόμερο της Αιτωλοακαρνανίας, είχαν για χειμαδιά τους την περιοχή των Εξαμίλλιων της Κονίσπολης, από το ακρωτήριο Στύλος μέχρι τη Σαγιάδα των Φιλιατών.

Στις περιοχές αυτές οι Κεφαλοβρυσίτες εξακολουθούσαν να ξεχειμάζουν μέχρι το 1940 και μετά την ίδρυση του Αλβανικού Κράτους δηλαδή το 1912.

Εξακολουθούσαν δηλαδή να είναι οι τσελιγκάδες χωρίς σύνορα.

Μετά το 1940 και την κατάκτηση της Αλβανίας από το στρατό του Μουσολίνι, το προηγούμενο ειδικό καθεστώς της ελεύθερης δηλαδή διάβασης των ποιμνίων στα Ελληνολβανικά σύνορα, σταμάτησε να ισχύει και οι Κεφαλοβρυσίτες ξεχείμαζαν μόνο σε Ελληνικά εδάφη ήτοι στις περιοχές από το ακρωτήριο Στύλος μέχρι Σαγιάδα, Φιλιάτες και Ηγουμενίτσα που τότε ήταν ένας μικρός οικισμός.

Οι τσελιγκάδες της περιοχής του Πωγωνίου Βλάχοι, Κεφαλοβρυσίτες ως επί το πλείστον αλλά και άλλοι Πωγωνήσιοι, πριν ακόμα αναπτυχθεί η αστική τάξη στο Πωγώνι, σαν καλοκαιρινούς βοσκότοπους, είχαν όλο σχεδόν το Πωγώνι και πιο συγκεκριμένα: Νεμέρτσικα, Κουτσόκρανο, Λέπενο, Λαμπάντζα, Μπούρτσια, Μυρμήγκιαρη, Πύργος, Καραγιάννη, Βροσίνα, Μπιτσκόπουλο, Παλιοχώρι, Κουλούρι Γιάνκου, Κρανιά, Μπασμπάλλη, Μουντόπουλο, Σταυροσκιάδι, Παππαλάκκος, κ.λπ.

Σε καθένα από αυτά τα μέρη ξεκαλοκαίριαζε και μια στάνη, ένα τσελιγγάτο που οι Βλάχοι του Κεφαλοβρύσου, την λέγανε (Tureshti). Η λέξη είναι λατινική Turma=κοπάδι. Κάθε τσέλιγγας νοίκιαζε για τα κοπάδια του, στα οποία υπολόγιζε και τα πρόβατα των άλλων τσομπαναραίων που είχε μαζί του, κάποια περιοχή κρατική, κοινοτική ή και ιδιωτική, για έξη μήνες (από το τέλος Απριλίου έως του Αγίου Δημητρίου) για να ξεκαλοκαιριάσει και από το τέλος του Οκτωβρίου μέχρι τέλος Απριλίου για να ξεχειμωνιάσει. (Χειμαδιά ariu). Μερικοί είχαν ιδιόκτητα χεμαδιά ή καλοκαιρινούς βοσκοτόπους όπως ο Ίντζιος από τον Παλαιόπυργο, ο Παπαδόπουλος από το Βασιλικό, ο Μπαδήμας από το Δελβινάκι και παλιότερα ο Κιτσώνας από τον Αγ. Κοσμά.

Κανένας όμως Κεφαλοβρυσίτης τσέλιγγας στα νεώτερα χρόνια δεν είχε ιδιόκτητο βοσκότοπο. Αυτό γινόταν διότι οι Κεφαλοβρυσίτες τσελιγγάδες, δεν είχαν την αίσθηση του ντόπιου, του μόνιμα εγκατεστημένου κάπου, παρόλο που είχαν δημιουργήσει χωριό, το Κεφαλόβρυσο, δεν σιγουρεύονταν ότι θα ήταν πάντα εδώ. Κάτι θα συνέβαινε και θα αναγκάζονταν να φύγουν όπως είχε συμβεί, με τόσες άλλες περιπτώσεις. Σίψυχα, Μοσχόπολη, Γράμμοστα, Θοδωρίτσα, Λέπενο κ.λπ.

Ύστερα επικρατούσα αντίληψη σε αυτούς ήταν ότι κοινωνικά καταξιωμένος ήταν όποιος είχε πολλά πρόβατα-κοπάδια κι όχι όποιος είχε πολλά κτήματα.

Οι μεγάλοι Κεφαλοβρυσίτες τσελιγκάδες Γιαννάκη Γιάννος και Πήλιο Κούρος, που είχαν μεγάλες ιδιοκτησίες στην Αλβανία, εγκατέλειψαν το χωριό με τα γεγονότα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, το 1917 και εγκαταστάθηκαν στην Αλβανία.

Το τσελιγγάτο (tureshti) αποτελούσαν οι τσομπαναρέοι, βοσκοί, καρβανάρηδες (υπεύθυνοι για τα μεγάλα φορτηγά ζώα άλογα, μουλάρια, κ.λπ.) που ήταν συνήθως συγγενείς. Αδέλφια, ξαδέλφια, γαμπροί του τσέλιγγα (πατριαρχική οικογένεια), οι οποίοι έπαιρναν μισθό, που οι βλάχοι το λένε ruga, σαν τσομπαναρέοι, αν είχαν όμως δικά τους πρόβατα, συμμετείχαν στα έξοδα και έσοδα του τσελιγγάτου, ήταν δηλαδή τούτοι οι τσομπαναρέοι υπάλληλοι και μέτοχοι, αλλά λέγονταν και πιστικοί σαν οι έμπιστοι του κοινοβίου, διότι πέρα από τα άλλα ήταν υποχρεωμένοι να προστατεύουν τα συμφέροντα του τσελιγγάτου, από κάθε επιβουλή, ακόμα και ένοπλη, γιαυτό και οπλοφορούσαν όλοι τους.

Το καλοκαίρι όλες οι Tureshties έμεναν στο Κεφαλόβρυσο, ενώ το χειμώνα έμεναν σε καλύβες η κάθε μια στο δικό της χειμάδι.

Κάθε Φθινόπωρο, συνήθως μετά του Αγίου Δημητρίου, ο τσέλιγγας καθόριζε την ημέρα της αναχώρησης. Ξεκινούσαν από τα γύρω βουνά τα κοπάδια και από το Κεφαλόβρυσο οι οικογένειες και έδιναν ραντεβού στον πρώτο σταθμό που το λέγανε κονάκι, όπου θα διανυκτέρευαν.

Ο Νικόλαος (Κόλα) Κιόσσης, photo Margaret HasluckΟ Νικόλαος (Κόλα) Κιόσσης, photo Margaret Hasluck

Τα κονάκια ήταν γνωστά σε όλους και βρίσκονταν στο δρομολόγιο από Κεφαλόβρυσο μέχρι την Σαγιάδα η δε απόσταση μεταξύ τους ποίκιλε ανάλογα με την εδαφική διαμόρφωση. Μπορούμε όμως να πούμε ότι ήταν μια μέρα πορεία του κοπαδιού βόσκοντας. Τα κοπάδια πρωί πρωί ξεκινούσαν για το επόμενο κονάκι, αφού πρώτα οι τσομπαναραίοι φόρτωναν το λιτό τους νοικοκυριό στα μουλάρια ή άλογα. Γαϊδούρια οι βλάχοι δεν χρησιμοποιούσαν, παρά μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις. Τα συμπαθητικά τετράποδα, οι Κεφαλοβρυσίτες δεν τα είχαν σε υπόληψη. Στο καραβάνι των φορτηγών, που επόπτευε ο καρβανάρης, υπήρχε μόνο ένα γαϊδούρι κι αυτό μόνο για αναπαραγωγή.

Στα κονάκια έφταναν πρώτα οι οικογένειες, διότι τα πρόβατα πήγαιναν βόσκοντας, στήνανε τις σκηνές, που οι βλάχοι τις λένε τέντες, τις οποίες κουβάλαγαν με τα ζώα μαζί με τις φούρκες (ορθοστάτες).

Μια τέντα (σκηνή) αποτελούνταν από τέσσερα-πέντε τραγιόμαλα φύλλα με ένα μέτρο πλάτος και πέντε μέτρα μήκος, τα οποία ύφαιναν στον αργαλιό μόνες τους οι γυναίκες.

Από το ίδιο ύφασμα φτιάχνανε και την κάπα, που οι Βλάχοι την λένε καπότα, ενώ ένα άλλο είδος κάπας, πιο ελαφριά και πιο κομψή, την φτιάχνανε πάλι οι ίδιες στον αργαλειό από μάλλινο ύφασμα και την λέγανε timbari. Η kapota ήταν ένα είδος αντιανεμικού και αδιάβροχου παλτού, διότι το τραγιόμαλο προστατεύει αποτελεσματικά από την βροχή, ενώ η timbara ήταν πιο ζεστή και χρησίμευε και για κουβέρτα.

Μόλις ξεφόρτωναν, στήνανε τις σκηνές, άναβαν φωτιές, ετοίμαζαν πρόχειρο φαΐ, στήνανε πρόχειρα μαντριά με βάτα και παλιούρια, άλλα για τα πρόβατα και άλλα για τα γίδια και περίμεναν τους τσομπαναρέους που θα έρχονταν λίγο πριν νυχτώσει, αν όλα πήγαιναν καλά, διότι δεν ήταν λίγες οι φορές, που συνέβαιναν διάφορα έκτακτα περιστατικά (ραγδαίες βροχές, πλημμυρισμένα ποτάμια, επίθεση κλεφτών, ιδίως Λιάπηδων ή και λύκων κ.λπ.).

Επί Τουρκοκρατίας, υπήρχε σε κάθε μεγάλο τσελιγγάτο και ένας Αλβανός Μουσουλμάνος, Τσάμης ή Λιάπης που λέγονταν Κομπόρ και δουλειά του ήταν να προστατεύει το τσελιγγάτο από διάφορους κλέφτες, ληστές κ.λπ. Οι Κομπόρ ήταν και αυτοί αρχηγοί Φαρών ή είχαν υπό την επιρροή τους ένοπλους φίλους ή συγγενείς, όπως ήταν και οι ληστρικές ομάδες της εποχής, και η μόνη διαφορά τους ήταν ότι αυτοί επέβαλαν τον νόμο ή το έθιμο και όχι λίγες φορές έρχονταν σε σύγκρουση, λόγω των καθηκόντων τους με τους ληστές, με τους οποίους μπορεί να ήταν ομόθρησκοι, ομοεθνείς και γενικά άνθρωποι της ίδιας κοινωνίας.

Η προσωπικότητα και το κύρος, που είχαν στην περιοχή οι κομπόρ, ήταν μέτρο αποτροπής των ληστών, οι οποίοι ήξεραν ποιος κομπόρ προστάτευε το κάθε τσελιγγάτο και εάν αποτολμούσαν ληστεία θα είχαν να κάνουν περισσότερο με τον κομπόρ παρά με τον τσέλιγγα.

Είναι χαρακτηριστικό το περιστατικό κάποιου τσέλιγγα ο οποίος όταν έμαθε ποιοι του κλέψανε τα πρόβατα είπε στον κομπόρ του τσελιγγάτου του, να αφήσει να περάσει έτσι το περιστατικό, εκείνος όμως πήγε στους ληστές και απαίτησε να του επιστραφούν τα πρόβατα. Όταν οι ληστές αρνήθηκαν τους σκότωσε επί τόπου. Ήταν μια μικρογραφία αρματωλών και κλεφτών μεταξύ μουσουλμάνων, αλλά δεν θα ήταν και άσχετο αν λέγαμε ότι ήταν μετεξέλιξη των μπορτζηλήδων της κραταιάς Μοσχόπολης, οι οποίοι τελικά έγιναν οι καταστροφείς της.

Όσα κοπάδια ξεκινούσαν από την Νεμέρτσικας, Δρυμάδες, κάνανε το πρώτο κονάκι στην Βοστίνα (Πωγωνιανή), το δεύτερο στο Γκούβερι (Φαράγγι) και συναντιόνταν με τις οικογένειές τους στην Στρατίνιστα, και από εκεί και κάτω πορεύονταν μαζί.

Όσα ξεκινούσαν από το Κεφαλόβρυσο και τα γύρω από αυτό μέρη, κάνανε το πρώτο κονάκι στο Μέγα (la kebu di la mega) ή στην τοποθεσία Λέπενο, το άλλο κεφαλοχώρι του Πωγωνίου που καταστράφηκε από Τουρκαλβανούς τον 18ο αιώνα.

Απ’ εκεί κατέβαιναν στο Ρέμα Γαλάνη, και διέσχιζαν την γραφική κοιλάδα του Γυφτοπόταμου μέχρι την Κάτω Λάβδανη. Ο Γαλάνης ήταν Λιάπης και λέγονταν Ζέπας που αλλαξοπίστησε και είχε τα μαντριά του σε τούτο το μέρος.

Η διαδρομή μέσα από αυτή την κοιλάδα είναι μαγευτική. Τα πρώτα νερά του Γυφτοπόταμου ξεκινούν από τον αυχένα του Αη Νικόλα, μαζεύει νερά από τους λοφίσκους του Κασιδιάρη και της Μουργκάνας, διασχίζει την μικρή κοιλάδα με τα χέρσα χωράφια και κάτω από βαθύσκια πλατάνια συναντά, πέρα από το Ρέμα Γαλάνη, τον Δρίνο και από εκεί στο Αργυρόκαστρο και Ιόνιο.

Ο κακοκουρεμένος Κασιδιάρης, από την αριστερή μεριά και ο αγριωπός όγκος της Μουργκάνας, από την δεξιά μεριά, όρθιοι σαν μυθικοί γίγαντες, που ζυγιάζει ο ένας την δύναμη του άλλου, μοιάζουν να δείχνουν τον δρόμο στους αιώνιους τόπους ανεβοκατεβάτες, τους «κάρτα-πολυπλάνητες» και να τους προστατεύουν από τους κακούς δαίμονες και τα στοιχεία της φύσης, ενώ η Παναγιά πάνω από το μοναστήρι του Μακραλέξη, χτισμένο στις μούργκες πλαγιές της Μουργκάνας από την εποχή του Βυζαντίου, στέλνει το αιώνιο γλυκό της φως πάνω από τα κοπάδια και τις οικογένειες τους.

Έχοντας την Στρατίνιστα αριστερά και την Καστάνιανη δεξιά εκεί κοντά στην γέφυρα που ενώνει τώρα τα δυο χωριά κάνουν το δεύτερο κονάκι.

Απ’ εκεί περνούσαν το ρέμα της Άσπρης, άφηναν αριστερά το Ψηλόκαστρο, Δημοκόρη, Λάβδανη μέχρι τον αυχένα του Αη-Νίκο, Κάτω Λάβδανης, όπου εγκατέλειπαν την κοιλάδα του Γυφτοπόταμου, άφηναν αριστερά το χωριό Βρίστοβο και ακολουθούσαν την κοιλάδα Λαγκαβίτσα, παραποτάμου του Καλαμά μέχρι την Κάτω Λάβδανη, όπου κάνανε το τρίτο κονάκι, ενώ άλλοι κάνανε το τρίτο κονάκι στο παραπάνω αυχένα του Αη Νικόλα.

Μετά, περνούσαν τις δυο μικρές πέτρινες γέφυρες της Κάτω Λάβδανης, κι ακολουθούσαν το ρέμα του Κοσοβίτικου ποταμού, που πηγάζει από το χωριό Κοσοβίτσα της Β. Ηπείρου, δέχεται τα νερά των πηγών της Μουργκάνας και των Νότιων αντερισμάτων του Κασιδιάρη, λίγο παρακάτω πλουτίζεται με τα νερά των πηγών Κεφαλόβρυσου και οι Βλάχοι το λένε Isvuru etsel lailioy (πηγή με τα μαύρα νερά) καιπαραπάνω από την Βροσύνα χύνεται στον Καλαμά και από εκεί στο Ιόνιο.

Όσο ωραία ήταν τούτη η διαδρομή την Άνοιξη, μέσα από θεόρατα πλατάνια και πλούσιους βοσκότοπους της κοιλάδας, τόσο γίνονταν κόλαση, το Φθινόπωρο όταν έβρεχε και πλημμύριζαν τα ποτάμια και λάσπιαζε ο τόπος, ιδίως από την Γλούτσα μέχρι το Βορτόπι.

Η διαδρομή άφηνε δεξιά τα χωριά Κουρεμάδι, Λίστα, ενώ αριστερά απέναντι από το ποτάμι ήταν το χωριό Τσιμπουκάτες (Καλλιθέα) ακολουθούσε πότε την δεξιά και πότε την αριστερή κοίτη του ποταμού, μέχρι τις πηγές Κεφαλοβρύσου, οπότε έπιαναν την δεξιά κοίτη, διότι μετά τον εμπλουτισμό του από τις πηγές, το ποτάμι γίνονταν αδιάβατο και κάνανε το τέταρτο κονάκι στο εκκλησάκι της Παναγιάς, η στην θέση Λία Ντούκα.

Η τοποθεσία πήρε το όνομά της από τον Κεφαλοβρυσίτη Βλάχο Λία Ντούκα, που δολοφονήθηκε από ληστές στην εκκλησία της Παναγίας. Τούτος έρχονταν από την περιοχή της Τσαμουριάς, με πολλούς άλλους Κεφαλοβρυσίτες και με πολλά ζώα φορτωμένα λάδι και σε συμπλοκή που έγινε σε αυτό το μέρος οι ληστές σκότωσαν τον Λία Ντούκα και τραυμάτισαν αρκετούς άλλους της παρέας του.

Απο εκεί η πορεία εξακολουθούσε έχοντας αριστερά το ποτάμι της Αγ. Μαρίνας που μετά τον εμπλουτισμό του από τις πηγές του Κεφαλοβρύσου, αλλάζει όνομα και λέγεται Λαγκαβίτσα, αφήνουν δεξιά το χωριό Γλούστα (Κεφαλοχώρι) περνούσε μέσα από τους λασπότοπους των οικισμών Γιωτάτικα, Εξαρχάτικα, Λαπάτικα, αφήνει δεξιά το χωριό Γαρδίκι, κόβουν κάθετα τον δημόσιο δρόμο που συνδέει τα χωριά της Μουργκάνας με την Βροσύνα, περνάνε το Ρέμα Τουρίτσας, που έρχεται από το Μπαμπούρι και στο ύψος του χωριού Τσιμπουκάτες, εγκατέλειπαν την κοίτη του Λαγκαβίτσα και ανηφορούσαν τις πλαγιές του όρους Βελούνα, όπου στο ύψωμα αλώνι δίπλα από την εκκλησία κάνανε το πέμπτο κονάκι.

Τούτη είναι η πιο δύσκολη και κοπιαστική διαδρομή, ιδίως το Φθινόπωρο, διότι ο δρόμος από το Γαρδίκι μέχρι το ρέμα Τουρίτσα, είναι βαλτώδης και τα ζώα, φορτωμένα όπως ήταν βάλτωναν στην λάσπη και πολλές φορές ήταν αδύνατο να προχωρήσουν και η κατάσταση γινόταν αφόρητη όταν για να τα βγάλουν από την λάσπη, αναγκάζονταν να τα ξεφορτώσουν και τούτο δεν ήταν καθόλου εύκολο διότι βούλιαζαν και οι ίδιοι μέσα στη λάσπη.

Άλλη μια δυσκολία ήταν το πέρασμα του ποταμού Τουρίτσα, διότι ήταν ένα ύπουλο ποτάμι. Οι ντόπιοι το περνούσαν μπαίνοντας μέσα σε ένα καλάθι που είχαν κρεμάσει πάνω σε ένα σχοινί, δεμένο σε πλατάνια της δεξιάς και αριστερής όχθης. Άλλοτε, περνούσαν πάνω σε μια πρόχειρη γέφυρα, καμωμένη από ξύλα και σχοινιά δεμένα σε κορμούς πλατάνων από τη μια μέχρι την άλλη όχθη. Το πέρασμα επικίνδυνο διότι έπρεπε να ισορροπεί κανείς πάνω στα δυο σχοινιά που ταλαντεύονταν λόγω της μεγάλης απόστασης.

Από τούτη τη γέφυρα περνούσαν μόνο οι οικογένειες. Οι Κεφαλοβρυσίτες όμως, πολλές φορές, αν το ρέμα είχε πολλά νερά από τις βροχές, αναγκάζονταν να περνάνε και τα πρόβατα πάνω από την.. .αερογέφυρα.

Τραβάγανε πρώτα το γκεσέμι πάνω στην αερογέφυρα, για να ακολουθήσει το κοπάδι. Οι λοιποί τσομπαναρέοι με φωνές άγριες, που γινόταν ακόμα πιο άγριες από τον αντίλαλο της χαράδρας και το συνεχές βουητό του ορμητικού χειμάρρου, αλλά και από την απελπισία τους, όταν από το στριμοξίδι και την αγωνία κάποια πρόβατα παραπατούσαν πέφτανε στο ρέμα και χάνονταν στα θολά του νερά. Αλλες φορές, πάλι περνούσαν τα κοπάδια μέσα από το ρέμα του ποταμού. Τότε πάθαιναν τις μεγαλύτερες ζημιές, διότι, όπως είπαμε, τούτο το ρέμα ήταν, ύπουλο, βουβό. Ενώ δηλαδή έδειχνε ήρεμο ξαφνικά αγρίευε και κατέβαζε θολούρα και κούτσουρα και παρέσερνε τα πρόβατα ακόμα και ανθρώπους.

Μετά το αλώνι, άφηναν δεξιά το χωριό, Βορτόπι (Ανάβρυτον) περνούσαν από το χωριό Γιουλέκα (Σουγιώτου, Μπαδήμα) και στον αυχένα της Κεραμίτσας στη θέση Πρέσπα κάνανε το έκτο κονάκι.

Η θέση Μπαδήμα ονομάστηκε έτσι διότι εδώ ο Κεφαλοβρυσίτης, Κώστα Γκρότσης σκότωσε τον Δελβινακιώτη τσέλιγγα Μπαδήμα που είχε ιδιόκτητο χειμαδιό στο βουνό Μαυροβούνι στην Σκουπίτσα (Κεστρίνη), δίπλα από την Μαντούκα, το χειμαδιό του Μεβγεζινού (Παλαιοπυργίτη) τσέλιγγα Νικόλα Ίντζου.

Και τούτο το δρομολόγιο ήταν ένα δύσκολο πέρασμα, διότι μετά το ξεμπέρδεμα, με την λάσπη και το πέρασμα του χειμάρρου Τουρίτσα, άρχιζε η δύσκολη ανηφόρα στις πλαγιές του βουνού Βελούνα, όπως αναφέρθηκε παραπάνω.

Τα πρόβατα, εξαντλημένα από την πολυήμερη πορεία, δυσκολεύονταν να περπατήσουν στις απότομες πλαγιές και είτε μένανε και ψοφούσαν είτε αναγκάζονταν οι τσομπαναρέοι να τα παίρνουν αγκαλιά είτε ακόμα ξεκόβονταν πολλά μαζί και αν δεν παίρνανε είδηση, μένανε εκεί και τα έβρισκαν οι Βορτοπιώτες. Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι τσομπαναρέοι, όταν παίρνανε είδηση ότι λείπανε πρόβατα, ψάχνανε όλη τη νύχτα ή και την άλλη μέρα να βρουν το χαμένο τους βιός. Έτσι το βλέπανε.

Μπορεί να ήταν του τσέλιγγα τα πρόβατα, αλλά μια τέτοια απώλεια, έδινε την αίσθηση στην μικρή κοινωνία του τσελιγγάτου και όλων γενικά των μπιστικών τσομπαναρέων, ότι ο απρόσεκτος τσομπάνος, δεν ήταν άξιος να φυλάξει κοπάδι και τούτο δεν το επέτρεπε στον εαυτό του ένας καλός προβατάρης.

Πληγώνονταν το φιλότιμό του και ήταν θέμα τιμής πλέον του ιδίου να βρει το χαμένο πρόβατο, ή το μικρό ξεκομμένο κοπάδι.

Τούτη ήταν πιο δύσκολη διαδρομή της πορείας διότι εκτός από τις λάσπες και τους χειμάρρους είχε να κάνει και με τον ανηφορικό δρόμο της Βελούνας αλλά και με τις ληστείες των κατοίκων, των γύρω περιοχών.

Ήταν το πέρασμα του Θησέα στην κακιά σκάλα.

Οι βλάχοι εδώ, κανόνιζαν να περνάνε μέρα, διότι τη νύχτα τα πράγματα γίνονταν πιο δύσκολα με τους ντόπιους κάτοικους του χωριού Βορτόπι.

Οι Βορτοπιώτες δεν ήταν εύκολη υπόθεση, διότι ξέρανε καλά την περιοχή και τις δυσκολίες της, αλλά ξέρανε και το ακριβές δρομολόγιο των κοπαδιών και τις συνήθειες των Βλάχων και σκαρφίζονταν πολλά κόλπα για να κλέψουν ότι μπορούσαν από τα διερχόμενα κοπάδια.

Σκάβανε π.χ. λάκκους, παγίδες στο δρόμο που θα περνούσαν τα πρόβατα, τα σκέπαζαν με κλαδιά από πουρνάρι και όσα πέφτανε μέσα στο λάκκο, ήταν............ δικά τους, αν οι τσομπαναραίοι δεν τα παίρναν είδηση. Το βράδυ που τα μέτραγαν στο κονάκι ίσως να ήταν αργά, διότι οι Βορτοπιώτες είχαν φροντίσει να τα σφάξουν ή να τα βάλουν στο δικό τους κοπάδι.

Ακόμα μπορούσαν κρυμμένοι στις βατσουνιές να παρακολουθούν, επί ώρες κάποιο κοπάδι και είτε άρπαζαν κάποιο πρόβατο που θα περνούσε δίπλα τους και το κρατάγανε μέχρι να απομακρυνθεί το κοπάδι με τους βοσκούς, είτε μαζεύαν κάποιο ξεκομμένο από το κοπάδι πρόβατο που δεν μπορούσε να περπατήσει και το σφάζανε. Αν ξεκόβονταν πολλά τότε τα πράματα ήταν ακόμα χειρότερα. Τα έπαιρναν όλα. Οι γέροι Κεφαλοβρυσίτες ακόμα τους φοβούνται τους Βορτοπιώτες.

Λένε δηλαδή ότι αυτοί ήταν πολύ καλύτεροι από εμάς στο κλέψιμο των προβάτων. Αλλες εποχές, άλλα ήθη.

Οι Ξεχωρίτες είχαν άλλο σύστημα πιο συνεταιρικό. Μαζεύαν τα κλεμμένα πρόβατα στο κατώι κάποιας εκκλησίας και στο τέλος κάθε εβδομάδας τα πηγαίνανε στο Τσαμαντά όπου τα πουλάγανε και μοιράζονταν τα χρήματα.

Οι Κεφαλοβρυσίτες λέγανε «απόψε δεν πέρασε ούτε λύκος ούτε Ξεχωρίτης».

Στον αυχένα της Πρέσπας, υπάρχει ένα εικόνισμα του Αγίου Κων/νου και Ελένης. Το έχει κάνει ο γιός του Κώστα Φούκη, που σκοτώθηκε εδώ από νάρκη το 1948, ενώ ερχόταν με άλλους από το χειμάδι.

Απ’ εκεί, έπαιρναν την κατηφόρα, περνούσαν από το Κοκκινολιθάρι, κατέβαιναν στο ρέμα Τσουρουλού, ακολουθούσαν την κοίτη του μέχρι το καφενείο του Τρύφωνα, μετά περνούσαν έξω από το χωριό Δάφνη και ακολουθώντας την αριστερή κοίτη του ρέματος Δάφνη, κάνανε το έκτο κονάκι στην θέση Τόρη κοντά στο χωριό Φοινίκη.

Από την κοιλάδα που βγάζει στον Τρύφωνα αν κοιτάξει κανείς προς το Κοκκινολιθάρι, στην κορυφή του βουνού, θα δει ένα εκκλησάκι που μοιάζει να είναι καρφωμένο, στο γαλάζιο νταβάνι του ουρανού.

Έτσι σαν κάτι ζωγραφιές που κάνουν τα παιδιά που έχουν τους δικούς τους προοπτικούς κανόνες και μπορούν, να βάλουν ένα άλογο πάνω σε ένα δέντρο χωρίς να τους παραξενεύει. Φαίνεται να κρέμεται από τον ουρανό, όπως ο πολυέλαιος που κρέμεται από τον θόλο της εκκλησίας, παρά να έχει θεμέλια στη γη.

Λένε ότι, όταν η κορυφή, πάνω στην οποία είναι χτισμένο, ξεκόπηκε από το βουνό και κύλησε προς τα κάτω για να σταματήσει εκεί που βρίσκεται τώρα, το εκκλησάκι ακολούθησε την πορεία της κορυφής, χωρίς να γκρεμιστεί, σαν να ήταν από χαρτί καρφιτσωμένο με πινέζα.

Η θέα του είναι μαγευτική.

Η τοποθεσία Τόρη, πήρε το όνομά της, από τον Μήτση Τόρη, που δολοφονήθηκε από αγνώστους, μάλλον πληρωμένους Τουρκαλβανούς, την ώρα που κρατούσε την φανέλα του πάνω στη φωτιά για να καούν οι ψείρες.

Απ’ εκεί, μέσα από τον κάμπο της Φοινίκης στήνανε το επόμενο έβδομο κονάκι στα Τουρκικά μνήματα των Φιλιατών.

Απ’ εδώ και κάτω, κάθε τσελιγγάτο έπαιρνε την δική του πορεία, έπαιρνε την άγουσα προς το δικό του χειμαδιό.

Αν η φθινοπωρινή πορεία των Βλάχων προς τα χειμαδιά, έμοιαζε να είναι η πορεία της Περσεφόνης στον Άδη, εδώ από το Φιλιάτι και κάτω, ήταν ο Άδης των Βλάχων του Κεφαλοβρύσου, απ’ όπου θα φεύγανε πάλι την Άνοιξη (Απρίλιο) ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία.

Τούτη η αντίστροφη πορεία ήταν τελείως διαφορετική από την κάθοδο. Είναι η πορεία θριάμβου των Βλάχων. Ήταν η πορεία του Διόνυσου από τους βόρειους. Σε τούτη την πορεία οι Βλάχοι, πάνω στα άλογά τους, το κάθε τσελιγγάτο στους δικούς του Πήγασσους, φόρτωνε τις ασημοχάρτινες τσόργκες, τις χρυσοκέντητες βελέντζες, τις τραγιόμαλλες βαθύχρωμες τέντες με τις φούρκες σαν Δωρικές κολώνες, με μεσοκάπουλα την Περσεφόνη που την οδηγούσαν στην Γη μητέρα, την Δήμητρα στο απάνω κόσμο, στα βουνά το φως και τον ήλιο. Τούτη την πορεία τραγούδησαν Βλάχοι και Γκρέκοι. «Kent' us esh tu munti la remene singure fere di mini» και «Να βγουν οι Βλάχοι στα βουνά, να βγουν κι οι βλαχοπούλες».

Στο Φιλιάτι, δεδομένης της μικρής διαδρομής, που κάνανε από του Τόρη, οι οικογένειες φτάνανε νωρίς για να μπορούνε να κατεβαίνουν στην πόλη να ψωνίσουν και να τακτοποιήσουν διάφορες υποθέσεις.

Από το Φιλιάτι ένα δρομολόγιο οδηγούσε προς τα χειμαδιά της Σαγιάδας και του Στύλου που άρχιζαν από Κότσικα, Πλαίσιο, Λιοπέσι, παλιά Σαγιάδα, Μαυρομάτι, Στροβίλι, Αη Θοδωρή, Χαλικιά, Παγανιά, Όρλια, Νένουδα, Κάτω Αετός, Τσιγγέλι, Σταυρός, Μαντήλα, Χασουμέρ, Σταυρός, Φτελιάς.

Παρά κάτω από εδώ μέσα στην Αλβανία είναι το χωριό Μούρσι που οι Βλάχοι του Κεφαλόβρυσου το είχαν σαν δικό τους χωριό ούτε που σκέπτονταν ποτέ ότι αυτό ανήκε στην Αλβανία. Πήγαιναν στο Μούρσι όπως θα πήγαιναν και στην Σαγιάδα ή το Φιλιάτι.

Από τις Φιλιάτες και κάτω ήταν τα παρακάτω χειμαδιά, όπου κονάκευαν για τον χειμώνα τα διάφορα τσελιγγάτα. Σμέρτο, Μαλισινίτσα, Σκουπίτσα, Μαντούκα, Λίφατα, Μπαδήμα, Βάρδα. Ένα άλλο δρομολόγιο που ακολουθούσαν, ιδίως όσοι ήθελαν να καθυστερήσουν στο δρόμο, για να φτάσουν όσο γινόταν πιο αργά στα χειμαδιά, αλλά και διότι από εδώ το έδαφος ήταν πιο ομαλό και είχε καλύτερες βοσκές, ήταν το παρακάτω: Με πρώτο σταθμό το Μέγα (cempu di la mega) αντί να πάνε προς το Λέπενο, κατέβαιναν στην Ζιαραβίνα (Λίμνη) περνούσαν ανάμεσα από την Λίμνη της Ζαραβίνας και την γέφυρα των Αγίων και κάνανε το τρίτο κονάκι στον κάμπο της Σιταριάς,

Από εκεί περνάγανε από τον Παρακάλαμο ή και από την Πογδόριανη (Άνω Παρακάλαμος), από την τοποθεσία Νατσαίοι, και κάνανε το τέταρτο κονάκι στους Κουκλιούς.

Από εκεί κάνανε το πέμπτο κονάκι στον Άγιο Γεώργιο, έξω απο την Ιερομνήμη. Μετά περνάγανε το Μικρό Σουλόπουλο, το Ζωχόρεμα, και κάνανε το άλλο κονάκι κοντά στο Εκκλησοχώρι.

Στη συνέχεια ακολουθούσαν την δεξιά κοίτη του Καλαμά, περνούσαν το μέγα λάκκο και κάνανε κονάκι στην Βρυσούλα. Μετά την Βρυσούλα περνούσαν το Κούτσι Ρέμα, την Λεπτοκαριά, περνούσαν το ποτάμι Λαγκαβίτσα και κάνανε κονάκι στην Ραβενή. Απο εκεί περνούσαν το ρέμα Δερβένι, περνούσαν ανάμεσα από το χωριό Μαλούνι και αχούρια Μαλουνιού, έφταναν στη Δάφνη, που οι Βλάχοι το λέγανε Τρύφωνα, που ήταν το όνομα του καφετζή, και στην συνέχεια κάνανε κονάκι στου Τόρη. Από εκεί και κάτω ήταν το ίδιο δρομολόγιο.

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΟΥΡΟΥ
αναδημοσίευση από τα “Πωγωνιακά Χρονικά”, Τόμος 2, 1996

Οι διαδρομές των ημινομάδων Αρβανιτόβλαχων από τα ορεινά στα χειμαδιά (παράλια) μετά το 1950. Αλεξάκης ΕλευθέριοςΟι διαδρομές των ημινομάδων Αρβανιτόβλαχων από τα ορεινά στα χειμαδιά (παράλια) μετά το 1950. Αλεξάκης Ελευθέριος