Βλάχοι και ελληνισμός

Φωτογραφία του Frédéric Boissonnas από τον Κοκκινοπλό (έτος 1913)Ο Κοκκινοπλός, ένα απομονωμένο βλαχοχώρι με μακραίωνη ιστορία είναι κτισμένος σε μια από τις επίκαιρες διαβάσεις του Ολύμπου, που συνδέουν τη Θεσσαλία με τη Μακεδονία. Λόγω της θέσης του (υψόμετρο 1250 μ.), αλλά και της ιδιοσυγκρασίας των κατοίκων έμενε ελεύθερος και σχεδόν ανεπηρέαστος από την άμεση τουρκική παρουσία των πέντε αιώνων.

Αυτό είχε όμως ως αποτέλεσμα να μετατραπεί το χωριό σε «άνδρο» και «ορμητήριο» των κλεφτών, των επαναστατών και των ληστών, κάτι που κατά περιόδους το πλήρωσαν οι κάτοικοι και το χωριό με πυρπολήσεις, σφαγές και λεηλασίες. Οι Κοκκινοπλίτες έδωσαν το βροντερό παρόν σε όλους τους μεγάλους απελευθερωτικούς αγώνες (1821, 1854, 1878, 1897, 1912, 1940-44). Πολλές υπηρεσίες προσέφερε επίσης στην υπόθεση του Μακεδονικού Αγώνα, τόσο με τους μόνιμους κατοίκους και την «Απελευθερωτική Μακεδονική Οργάνωσή» του, όσο και με τους απόδημους και κυρίως με τις εξέχουσες προσωπικότητες που ζούσαν στην Τσαριτσάνη και Ελασσόνα. Κυρίαρχο ρόλο έπαιξαν οι Κοκκινοπλίτες και στο εθνικό εγχείρημα που έμεινε στην ιστορία ως «υπόθεση Ρίχτερ», αφού και αυτό συνέβαλλε έμμεσα στη διεκδίκηση των εθνικών δικαίων και στην απελευθέρωση των αλύτρωτων Ελλήνων και των κατεχόμενων περιοχών της Μακεδονίας, της Ηπείρου, της Θράκης και των Νησιών.

Σκοπός του συγγραφέα είναι να ερευνήσει, να καταγράψει και να αναδείξει την προσφορά του Κοκκινοπλού στους εθνικούς αγώνες και κυρίως στο Μακεδονικό.

Σύντομη αναφορά στην ιστορία και τη γεωγραφική θέση του Κοκκινοπλού [1]

Ο Κοκκινοπλός βρίσκεται «σκαρφαλωμένος» στη ΝΔ πλευρά του Ολύμπου, σε μια από τις επίκαιρες διαβάσεις που ενώνει τη Θεσσαλία με τη Μακεδονία. Είναι ένα βλαχόφωνο κεφαλοχώρι, του οποίου η ιστορία χάνεται στα βάθη των αιώνων. Έχει το μεγαλύτερο υψόμετρο από τα χωριά του Ολύμπου (1250 μ.), ενώ το κλίμα του είναι ξηρό και πολύ υγιεινό.

Λόγω της θέσης του αυτής και της ιδιοσυγκρασίας των κατοίκων, στο διάβα των αιώνων γνώρισε την ελευθερία και τη δόξα του πατέρα Ολύμπου, του βουνού που αποτέλεσε παγκόσμιο σύμβολο της λευτεριάς, της πίστης και της διανόησης. Γνώρισε όμως και τη δυστυχία, τη λεηλασία και την καταστροφή, αφού ήταν συνυφασμένος με το αδούλωτο και το ανυπότακτο πνεύμα και αφού πάντοτε αποτελούσε «άνδρο» και «ορμητήριο» των επαναστατών, των κλεφτών και των ληστών.

Προπολεμικά και ιδιαίτερα κατά τον 18ο και 19ο αιώνα ο Κοκκινοπλός ήταν μια ακμάζουσα κωμόπολη με 2.500 έως και 3.500 κάτοικους.

Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960 ήταν η μητρόπολη μιας μικρής κοινοπολιτείας με τα άλλα χωριά και συνοικισμούς των Κοκκινοπλιτών, δηλαδή τα Καλύβια, τοΑσπρόχωμα, τα Παλιάμπελα και το Δούλο . Κοκκινοπλίτικο χωριό θεωρούν οι απανταχού Κοκκινοπλίτες και το Δίον (Μαλαθριά), αφού η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων έλκουν την καταγωγή από τον Κοκκινοπλό.

Η ιστορική εκκλησία της Αγίας Παρασκευής κτίστηκε το 1746, πυρπολήθηκε από τους Τούρκους, όπως και όλο το χωριό το 1821 (20 Μαΐου), ενώ ξανακτίστηκε εκ θεμελίων στη σημερινή της μορφή το 1832. Να σημειωθεί ότι η Αγία Παρασκευή θεωρείται προστάτιδα των Κοκκινοπλιτών αλλά και γενικότερα του βλαχόφωνου Ελληνισμού όλου του κόσμου.

Στα νότια του χωριού βρίσκεται το τριώροφο πέτρινο δημοτικό σχολείο, το οποίο κτίστηκε το 1936 και λίγο πιο κάτω (νοτιοανατολικά), οι επίσης πέτρινες ιστορικές κατασκηνώσεις.

Προπολεμικά, ο Κοκκινοπλός διέθετε όλα σχεδόν τα παραδοσιακά επαγγέλματα και πολυάριθμες βιοτεχνίες (ασβεσταριές, νερόμυλους, ανεμόμυλο, υφαντήρια, μαντάνια, δρυστέλλες, ξυλουργεία κτλ), που εκτείνονταν βόρεια του χωριού, δια μέσου των ριζών του Ολύμπου.

Οι Κοκκινοπλίτες έδωσαν το βροντερό παρόν σε όλους τους μεγάλους αγώνες του έθνους (1821, 1854, 1878, 1897, 1912, 1940-44), γι’ αυτό έκλαψαν πολλές φορές τα εκατοντάδες παιδία τους, που έπεσαν για την πατρίδα. Γι’ αυτό άλλωστε τα τελευταία 200 χρόνια το χωριό πυρολύθηκε τέσσερις φορές: 10 Μαΐου του 1821 (από Τούρκους), 24 Μαρτίου του 1822 (από Τούρκους), Μάρτιο του 1943 (από Ιταλούς), Ιούνιο του 1943 (από Γερμανούς).

Την τελευταία φορά (1943), από τα 550 γραφικά σπίτια της ιστορικής κωμόπολης, που ήταν εναρμονισμένα στη μεγαλοπρέπεια του Ολύμπου και την ελληνική λαϊκή αρχιτεκτονική, έμειναν μόνο 25-30 και η ιστορική εκκλησία της Αγίας Παρασκευής.

Οι Κοκκινοπλίτες για να τιμήσουν τους οπλαρχηγούς των επαναστάσεων του 1854, 1878 και 1897 έδωσαν σε πολλά τοπωνύμια των γύρω περιοχών τα ονόματά τους (Ναούμ, Χριστάκης, Παπαδήμα κτλ.).

Σήμερα ο Κοκκινοπλός είναι ένα μικρό χωριό του δήμου Ελασσόνας των 100 περίπου μόνιμων κατοίκων. Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες οι κάτοικοι αυξάνουν αρκετά, αφού το υγιεινό κλίμα, το υψόμετρο, η πανοραμική θέση και ιδιαίτερα η αγάπη των απανταχού Κοκκινοπλητών για το χωριό αποτελούν ισχυρά κίνητρα διαμονής εκεί.

 

Προσφορά του Κοκκινοπλού στην επανάσταση του Ολύμπου (1878)

Η Επανάσταση του Ολύμπου (1878) είχε ως σκοπό την ένωση της Μακεδονίας με την Ελλάδα και την κατάργηση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου , σύμφωνα με την οποία το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας θα προσαρτούνταν στη Βουλγαρία [2] .

Στην παραπάνω επανάσταση του ο Κοκκινοπλός ήταν το τελευταίο επιχειρησιακό κέντρο της «Επαναστατικής Κυβέρνησης», ενώ το πρώτο ως γνωστόν ήταν το Λιτόχωρο.

Ο Κοκκινοπλίτης ηγούμενος της μονής της Πέτρας Νικηφόρος -κατά κόσμο Νικόλαος Μπουροζίκας- ήταν ένας από αυτούς που έγραψαν, εκ μέρους της Επαναστατικής Κυβέρνησης κάποιες επιστολές προς την ελληνική κυβέρνηση [3] .

Ας σημειωθεί ότι αυτοί που κήρυξαν την επανάσταση και διαδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο, όταν άρχισε από το Λιτόχωρο, τον Κολινδρό, τον Κοκκινοπλό και επεκτάθηκε για λίγο σε όλο τον Όλυμπο, τα Πιέρια μέχρι Κοζάνη και Πρέσπες, στην πλειοψηφία ήταν Βλαχόφωνοι.

Οι Κοκκινοπλίτες και οι άλλοι παρολύμπιοι κάτοικοι για να τιμήσουν τους ηρωικούς καπεταναίους, που πρωτοστάτησαν στην παραπάνω επανάσταση έδωσαν τα ονόματά τους σε τοπωνύμια του Ολύμπου (Μπατραλέξη, Καλόγηρο, Τζαχείλα κτλ.). Επίσης η λαϊκή μούσα τραγούδησε αρκετούς από τους επαναστάτες αυτούς.

Τελικά η πρώτη έδρα της Επαναστατικής Κυβέρνησης, το Λιτόχωρο, καταστράφηκε ολοσχερώς από τον Τουρκαλβανικό στρατό, ενώ η τελευταία, ο Κοκκινοπλός, σώθηκε την τελευταία στιγμή από μια «δαιμόνια σύμπτωση» και από την άθελη εκπυρσοκρότηση του τουφεκιού ενός Κοκκινοπλίτη, που φύλαγε τα στενά στην « Κομμένη Πέτρα» μαζί με άλλους αντάρτες [4] .

 

Συμμετοχή του Κοκκινοπλού στον ατυχή πόλεμο του 1897

Το 1897 ο κακός χειρισμός των εθνικών θεμάτων και οι ανεύθυνες πρωτοβουλίες της «Εθνικής Εταιρίας» παρέσυραν την κυβέρνηση Δηλιγιάννη και τον βασιλιά Γεώργιο να επιτεθούν κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα σύνορα της κορυφογραμμής της Μελούνας [5] .

Στον πόλεμο αυτόν η Ελλάδα νικήθηκε κατά κράτος, ενώ με την παρέμβαση των μεγάλων δυνάμεων αποφεύχθηκαν τα χειρότερα. Μετά τον πόλεμο οι Τούρκοι αποσύρθηκαν σχεδόν στα παλιά σύνορα, αλλά η Ελλάδα έγινε όμηρος των μεγάλων δυνάμεων, αφού μπήκε σε «διεθνή οικονομικό έλεγχο».

Κατά την επανάσταση αυτή, σε διάφορες περιοχές του Ολύμπου και ιδιαίτερα κοντά στον Κοκκινοπλό είχαν οργανωθεί πολυάριθμες ομάδες, οι οποίες χτυπούσαν τον εχθρό από τα μετόπισθεν. Με την κατάρρευση του μετώπου έπαθαν και αυτοί πανωλεθρία. Ιδιαίτερη συγκίνηση όμως προκάλεσε σε όλο τον κόσμο ο ηρωικός θάνατος του Καπετάν Παπαδήμα (Ιερέας Μακεδονομάχος από τις Αυλές Σερβίων) και των 50 παληκαριών του, αρκετοί εκ των οποίων προέρχονταν από τον Κοκκινοπλό.

Το λημέρι των ανταρτών βρισκόταν σε απρόσιτο και απόκρημνο μέρος του Ολύμπου, βόρεια του Κοκκινοπλού. Όμως προδοτικό πόδι οδήγησε εκεί εκατοντάδες Τούρκους στρατιώτες, οι οποίοι τους περικύκλωσαν και ύστερα από φονική μάχη και πυρκαγιά τους εξόντωσαν σχεδόν όλους [6] .

Ο ηρωικός Παπαδήμας, αφού έριξε και την τελευταία σφαίρα, πήδησε από τον βράχο, για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων ζωντανός. Οι Τούρκοι, αφού έκοψαν το κεφάλι του, το πήγαν στον Κοκκινοπλό, μαζί με λίγους τραυματίες, τους οποίους αποτελείωσαν με φρικτά βασανιστήρια στην πλατεία του χωριού, το δε κεφάλι του Παπαδήμα έμεινε κρεμασμένο προς «κοινήν θέα» για αρκετές ημέρες.

Όπως τόσα άλλα χωριά, έτσι και ο Κοκκινοπλός προσέφερε με το παραπάνω στον ατυχή αυτόν πόλεμο, αφού μεταξύ όλων των άλλων καταστροφών θυσίασε 15 νέα παλικάρια και πολλούς τραυματίες. Να σημειωθεί ότι η τοποθεσία, όπου ο Παπαδήμας και τα παλληκάρια του πότισαν με το αίμα τους το δένδρο της λευτεριάς, λέγεται και σήμερα «στου Παπαδήμα» [7] .

Η ντροπή και η ταπείνωση του 1897 όχι μόνο δεν πτόησε τους Έλληνες, αλλά επέδρασσε ως «αφυπνιστικό σοκ». Απόδειξη αυτού είναι ότι οι Έλληνες στην πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα ενέτειναν την αλυτρωτική πολιτική ρίχνοντας το κύριο βάρος στη Μακεδονία και Κρήτη εκπληρώνοντας κατά πολύ το όραμα της Μεγάλης Ιδέας.

Σύντομη αναφορά στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και στα σύνορα της Μελούνας, πριν και μετά τη στροφή του αιώνα

Στη Θεσσαλία, τα σύνορα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που είχαν ορισθεί το 1881 με τη συνθήκη του Βερολίνου, εκτείνονταν στην κορυφογραμμή της Μελούνας, δηλαδή μόλις λίγα χιλιόμετρα από τις κωμοπόλειςΤσαριτσάνη και την Ελασσόνα.

Η πρώτη ήταν μια αμιγώς ελληνική κωμόπολη με ανθηρή οικονομία, εμπόριο, πνευματική και κοινωνική κίνηση, ενώ μέχρι το 1913 ήταν και έδρα της Μητρόπολης Τσαριτσάνης και Ελασσόνας. Επίσης ήταν πατρίδα επιφανών πνευματικών ανδρών, αφού διέθετε σημαντικά σχολεία (από το 1690), στα οποία δίδαξαν κατά περιόδους εξέχουσες προσωπικότητες των γραμμάτων.

Ιδιαίτερα μετά το 1881 η Τσαριτσάνη αποτέλεσε το κυριότερο «διακομιστικό» κέντρο για την Ελλάδα, αφού από εκεί περνούσαν κρυφά τα όπλα και οι αντάρτες και από εκεί, διαμέσου μοναστηριού Αγίας Τριάδας Σπαρμού, μοναστηριού Αγίου Αντωνίου Κοκκινόγης, αλλά και Κοκκινοπλού, έφθαναν στη Μακεδονία και σε όλες τις τουρκοκρατούμενες περιοχές.

Εκεί είχε ιδρυθεί και είχε δραστηριοποιηθεί με μεγάλη επιτυχία η Φιλόπτωχος Αδελφότης «Ανάπλασις», η οποία δεν ήταν, παρά μια καλά οργανωμένη «Εθνική Επαναστατική Οργάνωση», κάτω από τη μύτη βέβαια των τουρκικών αρχών και με την «προβιά της φιλοπτώχου».

Η γειτονική Ελασσόνα, της οποίας ο πληθυσμός ήταν ανάμικτος από Τούρκους και Έλληνες (περισσότεροι ήταν οι Τούρκοι), ήταν ένα άσημο μεγαλοχώρι χωρίς κάτι το ιδιαίτερο.

Από το 1881, όταν τα σύνορα τοποθετήθηκαν στη Μελούνα και βέβαια χάθηκε για τους Τούρκους ο Τίρναβος και ιδιαίτερα η Λάρισα, η Ελασσόνα έγινε κέντρο αρκετών τούρκικων υπηρεσιών και ιδιαίτερα μιας αξιόλογης στρατιωτικής βάσης. Επομένως αποτελούσε για την Οθωμανική Αυτοκρατορία την πρώτη αμυντική γραμμή στον άξονα Μέτσοβο- Ελασσόνα -Πλαταμώνας.

Από το 1882 κάτω από αντίξοες συνθήκες άρχισε να λειτουργεί και ελληνικό προξενείο, το οποίο οργανώθηκε ιδιαίτερα μετά το 1896. Το προξενείο αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο στην υπόθεση του Μακεδονικού Αγώνα, αφού είχε μεταμορφωθεί σε μυστικό κατασκοπευτικό κέντρο, το οποίο διοικούσαν στην πραγματικότητα Έλληνες αξιωματικοί.

Δομή και έργο της «Μυστικής Επαναστατικής Επιτροπής» του Κοκκινοπλού. Η Τουρκική αστυνομία στον Κοκκινοπλό.

Η «Μυστική Επαναστατική Επιτροπή» του Κοκκινοπλού ιδρύθηκε με την προτροπή και τις οδηγίες του γραμματέα του προξενείου Ελασσόνας Γεωργίου Τομαρά, ο οποίος στην πραγματικότητα ήταν λοχαγός πυροβολικού του ελληνικού στρατού. Ο παραπάνω αξιωματικός, πήγε ο ίδιος για το λόγο αυτό, με άκρα μυστικότητα στον απομονωμένο και ορεινό Κοκκινοπλό, όπου οι συνθήκες για μια τέτοια οργάνωση ήταν ιδανικές. Ήταν αυτός που παρότρυνε, ενίσχυσε και έδωσε οδηγίες για την ίδρυση «Επαναστατικών Μακεδονικών Οργανώσεων» και σε άλλα κεφαλοχώρια της περιοχής.

Η Οργάνωση είχε διάφορα ονόματα (Κομιτάτο, Επιτροπή, Οργάνωση, Απελευθερωτική Μακεδονική Επιτροπή), ενώ στη γλώσσα των μελών εφαρμόζονταν όλοι οι συνωμοτικοί κανόνες, χρησιμοποιώντας διάφορα συνθηματικά. Τίποτε σχεδόν δεν είχαν γραπτό, γι’ αυτό τα περισσότερα στοιχεία προέρχονται από τις προφορικές μαρτυρίες- διηγήσεις των παππούδων «της δεύτερης γενιάς».

Το άξιο τέκνο του Κοκκινοπλού Δημήτρης Δημάδης (1887-1970), ο οποίος, μεταξύ τόσων άλλων, διετέλεσε αντιπρόεδρος της ελληνικής βουλής και υπουργός Βορείου Ελλάδος του Βενιζέλου [8] , στη σύντομη αυτοβιογραφία του γράφει: «Ως φοιτητής (στη νομική και μετέπειτα στην ιατρική Αθηνών) υπήρξα μέλος επί πολλά έτη του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου Μακεδόνων και ταμίας τούτου. Τα καλοκαίρια παραθερίζων εις Κοκκινοπλόν υπήρξα σύνδεσμος και καθοδηγητής των ανταρτικών Μακεδονικών Σωμάτων της περιοχής, τελών εν πλήρη επαφή με τον εκπρόσωπον τούτων επαρχίας Ελάσσονος παρά τω ελληνικό προξενείω αξιωματικόν (Πουλόπουλον, ψευδώνυμον) μετέπειτα στρατηγόν Παπαγεωργίου, παρ’ ου ελάμβανον οδηγίες και εντολάς».

Αν και νέος την εποχή εκείνη ο Δ. Δημάδης (το 1911 ήταν μόλις 24 ετών), συγκαταλέγεται στα ηγετικά στελέχη της «Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης του Κοκκινοπλού», ενώ ήταν συγχρόνως ένα δραστήριο μέλος με σχεδόν πανελλήνια δράση της «Πανελλήνιας Μακεδονικής Οργάνωσης» στην Αθήνα.

Τα μέλη, που αποτέλεσαν τον πρώτο πυρήνα της επαναστατικής οργάνωσης του Κοκκινοπλού, ήταν τα εξής: Μαρωνίδης Ι. [9] , Δημάδης Δ., Τσακίρης Μ., Παλάγκας Γ., Παπαπέτρου Λ., Χατζούλης Κ. (Σερβαρέτας), Γιαμούζης Αθ., Μπουροζίκας Γ. Σ’ αυτούς συγκαταλέγονταν και οι τρεις ιερείς του χωριού δηλαδή ο Παπαβασίλης, ο Παπαγιώργης και ο Παπαδημήτρης, οι οποίοι είχαν την συγκατάθεση και την κάλυψη του Μητροπολίτη Ελασσόνας Νεόφυτου Ευαγγελίδη.

Στη συνέχεια με άκρα μυστικότητα και αυστηρή επιλογή στρατολογήθηκαν και αρκετοί άλλοι, οι οποίοι αναλάμβαναν ειδικές αποστολές ανάλογα με το επάγγελμα, την οικονομική και οικογενειακή κατάσταση και κυρίως ανάλογα με τις πνευματικές, ψυχικές και σωματικές τους ικανότητες. Κάποιοι από αυτούς ήταν οι Φτεργιώτης Ζ., Καστανάρας Α., Βελής Ν., ίσως και άλλοι. Ο τελευταίος (1887-1966), ήταν γνωστός με το παρατσούκλι Ζούλφος ή Γκουντρούπας και υπήρξε για περισσότερα από 30 χρόνια ξεναγός- αγωγιάτης του Κοκκινοπλού. Λόγω και του επαγγέλματός του οι επαναστατικές οργανώσεις τον χρησιμοποίησαν από πολύ νέο ως σύνδεσμο, και « διακομιστή» όπλων και μηνυμάτων, κάτι που έκανε άριστα και ανυποψίαστα.

Όπως θα φανεί και στη συνέχεια η οργάνωση αυτή συνδέθηκε άμεσα και με την πολύκροτη «υπόθεση Ρίχτερ», (απαγωγή και ομηρία, για εθνικούς λόγους του Γερμανού επιστήμονα και ορειβάτη Έντουαρτ Ρίχτερ), η οποία είχε ως κύριο επίκεντρο τον Κοκκινοπλό.

Στην οργάνωση στρατολογούνταν πιθανόν και γυναίκες με τα ανάλογα προσόντα, αλλά ο συγγραφέας δεν διαθέτει συγκεκριμένα στοιχεία. Είναι βέβαιον ότι υπήρχαν και «περιφερειακά» άτομα, τα οποία αναλάμβαναν διάφορες αποστολές, χωρίς να γνωρίζουν ότι στο χωριό υπήρχε τέτοια οργάνωση.

Για λόγους ευνόητους χρησιμοποιούσαν μια κωδικοποιημένη, παραπλανητική, συνωμοτική γλώσσα, την οποία δεν μπορούσε κανείς να καταλάβει, αφού πέρα από το ότι ήταν μπερδεμένα βλάχικα και ελληνικά είχαν και αντίθετο νόημα. Έτσι λοιπόν ονόμαζαν π.χ. τις λίρες τα «άχρηστα», το πολύ δυνατό παλικάρι ο «άρρωστος» και τον αρχηγό ο «μσόχαζος».

Με την τούρκικη αστυνομία (Καρακόλι) δεν είχαν ιδιαίτερα προβλήματα, ούτε οι κάτοικοι, ούτε η οργάνωση για την οποία βέβαια οι Τούρκοι δε γνώριζαν το παραμικρό. Τους ταΐζαν με τα άφθονα τυροκομικά προϊόντα, τους πότιζαν με το εύγευστο κοκκινοπλίτικο κρασί, τους έδιναν κάπου -κάπου και το πολυαγαπημένο τους «μπαχτσίσι» σε γρόσια και έτσι «οι Κόνιαροι ούτε έβλεπαν, ούτε άκουγαν».

Πολλά χαριτωμένα περιστατικά αναφέρονται και για τον τελάλη του χωριού, ο οποίος όταν με τη στεντόρεια φωνή του καλούσε κάποιον να πάει στο «Καρακόλι» (τούρκικη αστυνομία) και ήταν «για κακό», το πρόδιδε με τον τόνο της φωνής του (παρόντος του τούρκου αστυνομικού) και έτσι ο παραβάτης εξαφανιζόταν, χωρίς βέβαια η αστυνομία να υποψιαστεί κάτι.

Αντίθετα με τους σχεδόν «ντόπιους» αστυνομικούς, τα στρατεύματα, που κατά καιρούς ανέβαιναν στον Κοκκινοπλό τρομοκρατούσαν τους κατοίκους και προκαλούσαν ζημιές.

Να σημειωθεί ότι στον Κοκκινοπλό όλα τα σπίτια είχαν κρυψώνες και λαγούμια διαφυγής, τις λεγόμενες «ίσμπες», που είχαν διέξοδο μακριά σε ανυποψίαστα και ασφαλή μέρη. Κάποιες φορές μάλιστα οι άρχοντες φιλοξενούσαν στο ανώγι του αρχοντικού τους ανυποψίαστους Τούρκους αστυνομικούς, ενώ την ίδια στιγμή τους κλέφτες, τους οποίους αναζητούσαν οι Τούρκοι τους φιλοξενούσαν στο υπόγειο.

Με λίγα λόγια, χάρη κυρίως στη δραστήρια μυστική «Μακεδονική Επιτροπή- Οργάνωση», ο Κοκκινοπλός προσέφερε πολλές υπηρεσίες στο Μακεδονικό Αγώνα, αφού, μεταξύ άλλων, ήταν ένας βασικός«διακομιστικός» σταθμός όπλων και ανταρτών από το «Ελληνικό» προς τη Μακεδονία.

Ας σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή η Μακεδονία ήταν ένας γεωγραφικός χώρος, τον οποίο έμμεσα ή άμεσα προσπαθούσαν να ελέγξουν όλες οι μεγάλες δυνάμεις. Παράλληλα η Οθωμανική Αυτοκρατορία, στην οποία ανήκε η περιοχή, δε φαινόταν να ελέγχει τη ρευστή κατάσταση που δημιουργούσε ιδιαίτερα ο ανταγωνισμός μεταξύ Βουλγάρων και Ελλήνων [10] .

 

Η παρουσία επιφανών Κοκκινοπλιτών στην Ελασσόνα και Τσαριτσάνη και η προσφορά τους στο Μακεδονικό Αγώνα

Από τις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα, ζούσε στην Ελασσόνα ο Κοκκινοπλίτης γιατρός Νικόλαος Δημάδης (γεν. 1860), ο οποίος ήταν γνωστός στην ευρύτερη περιοχή για την επιστημονική του κατάρτιση και την πατριωτική- εθνική του δράση.

Αφού έμαθε τα πρώτα γράμματα στον Κοκκινοπλό και στην Τσαριτσάνη σπούδασε ιατρική στην Αθήνα, στην Κωνσταντινούπολη και στο Παρίσι (μεταπτυχιακά). Όταν εγκαταστάθηκε στην Ελασσόνα (ήταν ο πρώτος σημαντικός επιστήμονας της περιοχής), παντρεύτηκε την κόρη του τότε πρόξενου Ελασσόνας Αριστείδη Παπαδόπουλου. Ήταν μυημένος στο μυστικό του Μακεδονικού Αγώνα και είχε άμεση σχέση με την «Επιτροπή Μακεδονικού Αγώνα» Κοκκινοπλού. Μάλιστα ο γραμματέας της παραπάνω οργάνωσης Γιώργης Μπουροζίκας (δάσκαλος) ήταν ο σύνδεσμος μεταξύ της οργάνωσης και του Νίκου Δημάδη [11] . Οι φαρμακευτικές συνταγές, που έδινε ο γιατρός Δημάδης στο Γ. Μπουροζίκα εμπεριείχαν μηνύματα και ανταλλαγή πληροφοριών με ειδικούς «φαρμακευτικούς» κώδικες.

Το 1908 έλαβε χώρα η επανάσταση των Νεότουρκων, η οποία στη συνέχεια άλλαξε ριζικά τις αρχικές ευνοϊκές, για τους διάφορους λαούς διακηρύξεις της [12] . Τα μέτρα έπληξαν όλες τις εθνικές-επαναστατικές οργανώσεις, αφού οι τουρκικές υπηρεσίες έλεγχαν τα πάντα.

Ας σημειωθεί ότι ένας από τους πρωτεργάτες και καθοδηγητές των διαφόρων Μακεδονικών εθναπελευθερωτικών οργανώσεων ήταν και ο πρόξενος του προξενείου Ελασσόνας Λεωνίδας Χρυσανθόπουλος (ήταν ο τελευταίος πρόξενος του προξενείου Ελασσόνας), αφού επί των ημερών του το προξενείο είχε μετατραπεί σε κέντρο πληροφοριών και κατασκοπείας υπέρ της Ελλάδας.

Την εποχή εκείνη πρόεδρος και συνιδρυτής της«Φιλοπτώχου Αδελφότητος» Τσαριτσάνης ήταν ο Κοκκινοπλίτης γιατρός Νικόλαος Παλάγκας, ο οποίος διετέλεσε επίσης προεστός της κοινότητας Τσαριτσάνης, ενώ από το 1895 υπηρετούσε εκεί και ως γιατρός.

Το 1908 συνελήφθη ο πρόεδρος και τα υπόλοιπα 11 μέλη του Δ.Σ. της παραπάνω οργάνωσης (όλοι ήταν μυημένοι στο μυστικό του Μακεδονικού Αγώνα), με την κατηγορία ότι «συγκέντρωναν χρήματα όχι για τους φτωχούς, όπως επιφανειακά φαινόταν, αλλά για τον Μακεδονικό Αγώνα».

Το 1909 όλα τα μέλη του Δ.Σ. της «Φιλοπτώχου» οδηγήθηκαν σιδηροδέσμιοι στις φυλακές του Μοναστηρίου (Μπιτόλια), όπου καταδικάστηκαν σε θάνατο, αλλά ύστερα από έντονες διαμαρτυρίες των Τσαριτσανιωτών και των ελληνικών διπλωματικών αρχών αφέθηκαν ελεύθεροι, πλην του προέδρου, ο οποίος ταλαιπωρήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα ακόμη. Σύμφωνα μάλιστα με τον Καλογιάννη [13] : «…ο Παλάγκας Νικόλαος συνελήφθη υπό των Τούρκων για την εθνική του δράση και εφυλακίσθει εις τας τρομεράς φυλακάς του Μοναστηρίου….Κλονισθείσης της υγείας του σοβαρώς εκ των σωματικών και ηθικών βασάνων και ταλαιπωριών ησθένησεν βαρέως και μετά την φυλάκισήν του».

Να σημειωθεί ότι όταν στις 6 Οκτωβρίου του 1912, ο ελληνικός στρατός μπήκε στην Τσαριτσάνη και Ελασσόνα, ο διάδοχος και αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Ν. Παλάγκα στην Τσαριτσάνη. Στη συνέχεια και αφού ο ελληνικός στρατός είχε προχωρήσει βορειοδυτικά, κάποιοι Κοκκινοπλίτες ανέλαβαν να οδηγήσουν τον Λοχαγό Μαζαράκη και τον επίλεκτο Λόχο του (8 Οκτ. 1912), μέσω Κοκκινοπλού και Μπάρας (ριζά Ολύμπου) για να πλευροκοπήσει τον εχθρό, που αμύνονταν ακόμη στα στενά του Σαρανταπόρου.

Συγκινητική ήταν επίσης η προσφορά των Κοκκινοπλιτών του Μάντσεστερ των ΗΠΑ, οι οποίοι μόλις πληροφορήθηκαν ότι ξέσπασε ο εθναπελευθερωτικός πόλεμος του 1912, συγκέντρωσαν χρήματα και τα έστειλαν στον ελληνικό στρατό συνοδευόμενα από δυο επιστολές (μια προς τον τότε πρωθυπουργό της Ελλάδας Ελ. Βενιζέλο και μια προς την Πριγκίπισσα Σοφία) [14] . Οι πατριώτες από την Αμερική δεν αρκέστηκαν όμως μόνο στην οικονομική βοήθεια, αφού ήθελαν να δώσουν και το σώμα και την ψυχή για την πατρίδα. Οργανωμένοι με άλλους Έλληνες στον «Ιερό Λόχο», 12 νέοι Κοκκινοπλίτες πήραν το πρώτο πλοίο και ήρθαν για να πολεμήσουν και να απελευθερώσουν την υπόλοιπη πατρίδα.

Να σημειωθεί ότι στο Μάντσεστερ οι Κοκκινοπλίτες είχαν ιδρύσει σύλλογο με την επωνυμία «Άγιος Αθανάσιος», ο οποίος έδρευε στο καφενείο «Μακεδονία», ιδιοκτησία Κοκκινοπλιτών.

 

Η απαγωγή του Γερμανού επιστήμονα Ρίχτερ στον Κοκκινοπλό, αποτέλεσε μια άλλη μορφή του Μακεδονικού Αγώνα [15]

Τέκνα του Κοκκινοπλού και «αδέλφια» του Ολύμπου ήταν και οι πρωτοστάτες της απαγωγής του μεγάλου Γερμανού επιστήμονα Έντουαρτ Ρίχτερ, το 1911 στο βλαχόφωνο Κοκκινοπλό. Μια υπόθεση που συντάραξε τότε όλο τον κόσμο και οδήγησε τις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας Τουρκίας και ιδιαίτερα μεταξύ Τουρκίας Γερμανίας στην κόψη του ξυραφιού.

Οι απαγωγείς (ληστές της περιοχής του Ολύμπου) ενήργησαν σύμφωνα με τις επιταγές μεγάλων εθνικών συμφερόντων και ύστερα από άκρως μυστική συνεργασία του Ελληνικού Γενικού Επιτελείου Στρατού, τουΕλληνικού Προξενείου Θεσσαλονίκης, του Ελληνικού Προξενείου Ελασσόνας [16] και της τοπικής Επαναστατικής Επιτροπής Κοκκινοπλού, της οποίας πρόεδρος ήταν ο Γιάννης Μαρωνίδης.

Οι απαγωγείς, με αρχηγό τον καπετάν Γιώργο Λιόλιο [17] , που εμφανίστηκαν ως αδίστακτοι ληστές του Ολύμπου (κάτι που εσκεμμένα άφησε να διαρρεύσει σε όλο τον κόσμο και η ελληνική κατασκοπεία) απαίτησαν από τους Τούρκους ένα βαρέλι χρυσές λίρες, προκειμένου να αφήσουν ελεύθερο τον «Φράγκο» (Δυτικό- Γερμανό). Η ομηρία διήρκησε τρεις μήνες, ένα χρονικό διάστημα που ο Κοκκινοπλός και μερικά άλλα παρολύμπια χωριά πέρασαν « δια πυρός και σιδήρου» από τα τουρκικά στρατεύματα, που έψαχναν το μεγάλο προστατευόμενο της τουρκικής κυβέρνησης και του τουρκικού προξενείου Ελασσόνας.

Για αρκετά χρόνια η αλήθεια για την «υπόθεση Ρίχτερ» ήταν γνωστή σε ελάχιστους, αφού την κάλυπτε ένα πέπλο αδιαπέραστου μυστηρίου. Στα μυστικά αρχεία όμως υπάρχουν αρκετά έγγραφα, όπου φαίνεται καθαρά ποιοι οργάνωσαν την απαγωγή, πως και γιατί. Άλλωστε, ο ίδιος ο Ρίχτερ [18] , ο οποίος λίγο αργότερα έγραψε και σχετικό βιβλίο όχι μόνον υποπτεύθηκε, αλλά το έγραψε ξεκάθαρα, ότι πίσω από τους ληστές υπήρχε μια άλλη αρχή, που κατηύθυνε το όλο εγχείρημα. Μεταξύ άλλων σημειώνει [19] : « Πιστεύω πως οι ληστές ενεργούσαν για λογαριασμό τρίτου προσώπου που συνδεόταν αμέσως με πολιτικές και διπλωματικές αρχές της Θεσσαλονίκης. Όπως και να έχει η όλη υπόθεση της απαγωγής μου, πιστεύω πως στάθηκε αφορμή για την απαρχή δυσάρεστης διπλωματικής εξέλιξης μεταξύ γερμανικής και τουρκικής Κυβέρνησης».

Τελικά ο εθνικός στόχος, που είχε τα εξής τέσσερα σκέλη επετεύχθη, όπως ακριβώς είχε σχεδιαστεί:

-Εισπράχθηκαν 38 χιλ χρυσές λίρες, οι οποίες διατέθηκαν κυρίως για την ενίσχυση του ελληνικού στρατού και των ελληνικών μακεδονικών οργανώσεων (ένα χρόνο αργότερα, το 1912, ακολούθησε ο «ξεσηκωμός της Μελούνας» και η «καταιγίδα του Σαρανταπόρου», για να ακολουθήσει ο διπλασιασμός της Ελλάδας).

-Η Τουρκία εξετέθη ανεπανόρθωτα στα μάτια της πανίσχυρης και φίλης Γερμανίας στην πιο κρίσιμη χρονική περίοδο για την Ελλάδα.

-Φάνηκε σε όλο τον κόσμο ότι «η Τουρκία αδυνατεί να ελέγξει την κατάσταση στα εδάφη της».

-Ενισχύθηκε το ηθικό των Ελληνικών Επιτελείων, αφού όλος ο κόσμος νόμιζε ότι πράγματι επρόκειτο για ληστές και δεν γνώριζε τι πραγματικά διαδραματίσθηκε.

Βέβαια δεν επιτρέπεται να λησμονεί κανείς ότι από την υπόθεση αυτή δεινοπάθησαν κάποια παρολύμπια χωριά και ιδιαίτερα ο Κοκκινοπλός. Ας σημειωθεί ότι ακόμη και σήμερα οι υπέργηροι Κοκκινοπλίτες, όταν θέλουν να διηγηθούν μια δυσάρεστη εμπειρία χρησιμοποιούν τη φοβερή φράση «κα ντι άννλου ντι Φράγκου» (σαν τη χρονιά του Φράγκου).

Με λίγα λόγια θα έλεγε κανείς ότι η πλεονεκτική θέση του Κοκκινοπλού (υψόμετρο, καλό κλίμα, επάνω στον ξακουστό Όλυμπο, μακριά από τον έλεγχο των κατακτητών, σχεδόν ελεύθερο πεδίο για οργάνωση, πολλά νερά κτλ.) είχε συγχρόνως και κάποια αρνητικά επακόλουθα από τους εκάστοτε κατακτητές, δηλαδή λεηλασίες, πυρπολήσεις, σφαγές κτλ.

Οι ηγέτες του Κοκκινοπλού γνώριζαν ότι αν πάει κάτι στραβά στις διάφορες παράνομες εθναπελευθερωτικές δραστηριότητές τους θα υφίσταντο σκληρά αντίποινα από τους κατακτητές. Παρά ταύτα πολλές φορές τους αψήφησαν και ύψωσαν τη σημαία της ελευθερίας. Αυτό έπραξαν άλλωστε με πολλούς και διάφορους τρόπους και κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα. 

 

Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΠΛΟΥ ΣΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ
Βασίλης Καϊμακάμης, Αναπληρωτής Καθηγητής ΤΕΦΑΑ-ΑΠΘ
16° Πανελλήνιο Συμπόσιο Ιστορίας, Λαογραφίας, Βλάχικης Παραδοσιακής Μουσικής και Χορών. Ελασσόνα 21 & 22 Νοεμβρίου 2015.

 

Βιβλιογραφία

-Αδάμου, Ι. (1992). Κοκκινοπλός, Κοκκινοπλός.

-Αναγνωστόπουλος, Π. (1971). Η αρχαία ολυμπιακή Πιερία, Θεσσαλονίκη.

-Καϊμακάμης Β., (1984). Οι Ελληνόβλαχοι. Κοκκινοπλός το Βλαχοχώρι του Ολύμπου, εκδ. Μαίανδρος, Θεσσαλονίκη.

-Καϊμακάμης Β., (1996), «Ο Κοκκινοπλός στο Μακεδονικό Αγώνα», Ολύμπιο Φως, σσ. 5,6.

-Καϊμακάμης Β., (2010). «Βροχοφόρα λαογραφικά και θρησκευτικά δρώμενα στον Κοκκινοπλό Ολύμπου», Το Γεφύρι, 25-27.

-Καϊμακάμης, Β., (2007). Απαγωγή και ομηρία στον Όλυμπο, Θεσσαλονίκη.

-Καλογιάννης, Β. (1955). Η ιστορία του Κοκκινοπλού, Λάρισα.

-Μακεδονικός Αγώνας 1904-1908 (περιοδικό), Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 1984.

-Μπουροζίκας Ι., Ο Κοκκινοπλός στον Μακεδονικό αγώνα. Ανάτυπο από τα «Δυτικομακεδονικά γράμματα».

Χατζής Γ., Τερζόπουλος Μ. (1991). Γιαγκούλας, λήσταρχοι του Ολύμπου, εκδ. Μάτι, Κατερίνη.

-Richter F. (1911). Meine Erlebnisse in der Gefangenschaf am Olymp, Leipzig, Verl. Born.



[1] Περισσότερα για τον Κοκκινοπλό στην εξής βιβλιογραφία: Καλογιάννης, Β. (1955). Η ιστορία του Κοκκινοπλού, Λάρισα./ Αδάμου, Ι. (1992). Κοκκινοπλός, Κοκκινοπλός./ Αναγνωστόπουλος, Π. (1971). Η αρχαία ολυμπιακή Πιερία, Θεσσαλονίκη./ Καϊμακάμης Β., (2010). «Βροχοφόρα λαογραφικά και θρησκευτικά δρώμενα στον Κοκκινοπλό Ολύμπου», Το Γεφύρι, 25-27./ Καϊμακάμης, Β., (2007). Απαγωγή και ομηρία στον Όλυμπο, Θεσσαλονίκη./ Καϊμακάμης Β., (1984). Οι Ελληνόβλαχοι. Κοκκινοπλός το Βλαχοχώρι του Ολύμπου, εκδ. Μαίανδρος, Θεσσαλονίκη.

[2] Σύμφωνα με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, η οποία συνομολογήθηκε μεταξύ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Ρωσίας, ανακηρύχθηκε η Βουλγαρία σε μεγάλη αυτόνομη Ηγεμονία συνολικής έκτασης 163.000 τετρ χλμ. περιλαμβάνοντας την περιοχή από τον Δούναβη μέχρι το Αιγαίο .

[3] Ο Νικηφόρος Μπουρουζίκας (1807-1912), ήταν Ιερομόναχος και για πολλά χρόνια Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Πέτρας Ολύμπου. Ήταν Σημαίνουσα προσωπικότητα της επανάστασης του Ολύμπου (1878). Λέγεται ότι αυτός συνέταξε και υπέγραψε τη γνωστή Επαναστατική Προκήρυξη της προσωρινής Κυβερνήσεως του Ολύμπου (19-2-1878 και 4-3-1878).

[4] Το γεγονός αυτό το περιγράφει με γλαφυρότατο τρόπο ο Κοκκινοπλίτης εκπαιδευτικός Γιάννης Μπουρουζίκας στην εργασία «Η τελευταία τουφεκιά στην επανάσταση του 1878». Η εργασία βασίζεται σε προσωπικές μαρτυρίες γερόντων του χωριού, που ζούσαν μέχρι τη δεκαετία του ’50,.

[5] Εκείνη την εποχή για το Ελληνικό κράτος και γενικότερα για τον όπου γης Ελληνισμό υπήρξαν ανοιχτά δυο μεγάλα εθνικά θέματα, δηλαδή το Κρητικό και το Μακεδονικό. Άμεση αφορμή για τον πόλεμο του 1897 ήταν το Κρητικό Ζήτημα, στο οποίο η Ελληνική πλειοψηφία της Οθωμανικής επαρχίας της Κρήτης επιθυμούσε την Ένωση με την Ελλάδα. Βέβαια τα τουρκικά στρατεύματα αντιδρούσαν με βίες επιχειρήσεις στην προσπάθεια αυτή των Ελλήνων, κάτι που οδήγησε τους Έλληνες στον παραπάνω πόλεμο, ο οποίος να σημειωθεί δεν κηρύχτηκε ποτέ επίσημα από το ελληνικό κράτος.

[6] Β. Καλογιάννης, Ιστορία του Κοκκινοπλου, 56, 57./ Ι. Αδάμου, ό.π. 86-90./ Β .Καϊμακάμης, ό.π. 73.

[7] ό.π.

[8] Η αυτοβιογραφία του Δ. Δημάδη δημοσιεύτηκε από το συγγραφέα στο «Ολύμπιο Φως» το 1989, τευχ. 6 και 7.

[9] Ο Μαρωνίδης Ιωάννης ήταν πρόεδρος της Επαναστατικής Οργάνωσης του Κοκκινοπλού, κατά την απαγωγή του Γερμανού επιστήμονα Ρίχτερ (19011) και έπαιξε κυρίαρχο ρόλο στο όλο εγχείρημα.

[10] Το λεγόμενο «Μακεδονικό» είχε αρχίσει το 1870 με την Βουλγαρική Εξαρχία (απόσχιση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο) και κορυφώθηκε με τον ένοπλο Μακεδονικό Αγώνα του 1903-1908.

[11] Ο γιος του Νίκου Δημάδη ήταν ο γνωστός δικηγόρος της Ελασσόνας Αντώνης Δημάδης (1892-1962), ενώ παιδιά του Αντώνη είναι ο Νίκος (συνταξιούχος μικροβιολόγος στην Ελασσόνα ) και ο Γιώργος (συνταξιούχος λιμενικός στη Θεσσαλονίκη).

[12] H τριετία 1908-1911 ήταν μια «πικρή τριετία» για τους υπόδουλους λαούς, αφού οι Νεότουρκοι είχαν βάλει σε πλήρη εφαρμογή το σχέδιο του εκτουρκισμού όλων των «μιλετιών» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

[13] Καλογιάννης Β. (1955). Η ιστορία του Κοκκινοπλού, Λάρισα.

[14] Το περιεχόμενο των επιστολών, τα ονόματα των νέων που ήρθαν να πολεμήσουν και τα ονόματα αυτών που έδωσαν τα χρήματα είναι γνωστά, αφού έχουν δημοσιευθεί για πρώτη φορά από τον Κοκκινοπλίτη εκπαιδευτικό Γιάννη Μπουροζίκα και στη συνέχεια από το περιοδικό «Ολύμπιο Φως».

[15] Βιβλιογραφία για την «Υπόθεση Ρίχτερ» (με όλες τις λεπτομέριες της δραματικής αυτής απαγωγής) στο: Β. Καϊμακάμης(2007). Απαγωγή και ομηρία στον Όλυμπο, Θεσσαλονίκη./ Ι.Αδάμου, Η υπόθεση Ρίχτερ (1972) – Β.Καλογιάννης, Η ιστορία του Κοκκινοπλου, 51-56 (1955) – Β. Καϊμακάμης, Οι Ελληνόβλαχοι – Κοκκινοπλος 75-79 (1984) Ι.Αδάμου, Ο Κοκκινοπλός, 131-145 (1992) – Β.Καϊμακάμης , «παραλειπόμενα της υπόθεσης Ρίχτερ, 7 (199) - Ολύμπιο Φως.

[16] Ένας από τους βασικούς κρίκους στη μεγάλη αλυσίδα της απαγωγής και ομηρίας του Ρίχτερ ήταν και ο πρόξενος του προξενείου Ελασσόνας, Λεωνίδας Χρισανθόπουλος. Επί των ημερών του το προξενείο είχε μετατραπεί σε κέντρο πληροφοριών και κατασκοπείας υπέρ της Ελλάδας.

[17] Το πραγματικό ονοματεπώνυμο του Λιόλιου ήταν Γεώργιος Παπαγιάννης. Γεννήθηκε το 1870 στο Φλάμπουρο Ελασσόνας, όπου και μεγάλωσε. Ο παππούς του, με το ονοματεπώνυμο Γιάννης Παπαϊωάννου, είχε έρθει στο Φλάμπουρο όπου έγινε παππάς, από τη βλαχόφωνη Κρανιά Ασπροπόταμου. Έτσι οι απόγονοί του πήραν το επώνυμο Παπαγιάννης. Ο Γιώργος (Λιόλιος) παντρεύτηκε την Αλεξάνδρα Τζήμα από το Αργυροπούλι, με την οποία έκανε δύο κόρες, την Ανδρομάχη και την Ελευθερία. Μετά την απελευθέρωση και αφού είχε συνεργαστεί με τις απελευθερωτικές δυνάμεις ο πρώην ληστής εντάχθηκε στα αποσπάσματα δίωξης ληστών. Εκεί εργάστηκε με πολύ πείσμα και σημείωσε πολλές επιτυχίες, αφού με διάφορες ριψοκίνδυνες αποστολές συνέλαβε κάποιους σημαντικούς ληστές και τους έκλεισε στη φυλακή. Αυτό βέβαια δεν του το συγχώρησαν οι ληστές και κυρίως η συμμορία του αιμοβόρου και αδίστακτου ληστή Θωμά Γκαντάρα, η οποία ύστερα από μακροχρόνια και επίμονη παρακολούθηση τον συνέλαβε και τον θανάτωσε με φριχτά βασανιστήρια.

[18] Τον Ιούνιο του 1941 φθάνει στον Κοκκινοπλό ένας Γερμανός αξιωματικός (Αντισμήναρχος της γερμανικής πολεμικής Αεροπορίας), ο οποίος ζητάει να γνωρίσει το αρχοντικό και τους απογόνους του Γιάννη Μαρωνίδη, όπου φιλοξενήθηκε ο Ρίχτερ το 1910 και το 1911. Αυτός δεν ήταν άλλος παρά ο υιός του Ρίχτερ ονόματι Φρίτς, ο οποίος είχε την επιθυμία να κοιμηθεί στο ίδιο κρεβάτι που είχε κοιμηθεί ο πατέρας του. Δεν γνώριζε όμως ότι οι Κοκκινοπλίτες και ειδικά ο Γιάννης Μαρωνίδης, που φιλοξενούσε τον πατέρα του στο αρχοντικό του, για πρώτη φορά στην μακραίωνη Ιστορία του χωριού τους παρασπόνδησαν, παραβίασαν δηλαδή τον άγραφο νόμο του Ξενίου Δία και του έστησαν παγίδα. Αυτό το έπραξαν για να υπηρετήσουν μια άλλη μεγαλύτερη αξία «Για του Χριστού την πίστη την Αγία και της πατρίδας τη λευτεριά». Ας σημειωθεί ότι και στο Φριτς η μοίρα επιφύλαξε βίαιο θάνατο, αφού λίγο αργότερα, εδώ στην Ελλάδα κατέπεσε με το αεροπλάνο, ενώ το 1943 οι συμπατριώτες του πυρπόλησαν ολοσχερώς τον Κοκκινοπλό και βέβαια και το αρχοντικό του Μαρωνίδη.

[19] Μετά την απελευθέρωση του από την ομηρία (22-8-1911), ο Ρίχτερ επέστρεψε στην πατρίδα του τη Γερμανία ταλαιπωρημένος, εξουθενωμένος και τρομοκρατημένος. Πριν καλά, καλά συνέλθει από τη μεγάλη περιπέτεια, άρχισε να γράφει ένα βιβλίο, όπου περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια την απαγωγή και τρίμηνη ομηρία του από τους «ληστές» του Ολύμπου. Τίτλος του παραπάνω βιβλίου ήταν: «Οι εμπειρίες μου από την ομηρία μου στον Όλυμπο», (Meine Erlebnisse in der Gefangenschaf am Olymp). Το παραπάνω βιβλίο εκδόθηκε το Νοέμβριο του 19011 και έχει μεταφραστεί από τον συγγραφέα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως πρωτογενής πηγή στη συγγραφή του βιβλίου με τίτλο «Απαγωγή και ομηρία στον όλυμπο».

Φωτογραφία του Frédéric Boissonnas από τον Κοκκινοπλό (έτος 1913)Φωτογραφία του Frédéric Boissonnas από τον Κοκκινοπλό (έτος 1913)

8