Βλαχοχώρια

Καλομοίρα ΤρικάλωνΘα ξεκινήσω την τοποθέτησή μου με κάποιες διευκρινήσεις καθώς ήδη βλέπετε πως ο τίλος της ανακοίνωσής μου είναι διαφορετικός από αυτόν που είχε εξαγγελθεί.

Στη δική μου εισήγηση ο όρος αστικοποίηση προσδιορίζεται ευρύτερα κι αναφέρεται στις διαδικασίες του μετασχηματισμού των κοινοτήτων της υπαίθρου από τις προνεοτερικές, προβιομηχανικές κοινωνικές συνθήκες, στις σύγχρονες αστικές λειτουργίες. Ειδικότερα, θα σας παρουσιάσω μια ευρύτερη ιστορική επισκόπηση για να αφουγκραστούμε τους τρόπους που η Κοινότητα των Καλομοιριωτών εξελίχθηκε στο χώρο και το χρόνο, με σκοπό να συζητήσουμε στη συνέχεια και για τις προκλήσεις που ανάλογες κοινότητες αντιμετωπίζουν στη σύγχρονη συγκυρία της οικονομικής κρίσης και της επώασης μετασχηματισμών.

Σε μεθοδολογικό επίπεδο, η σημερινή μου εισήγηση αφορμάται από την διαπίστωση του Στ.Δαμιανάκου πως ο αγροτικός κόσμος προσδιορίζεται πρώτιστα από τις πολιτικές σχέσεις, τόσο στο εσωτερικό του, όσο και μεταξύ αυτού και της σύνολης κοινωνίας. 1

Στην προσπάθειά του δηλαδή να προσδιορίσει τον όρο, πολιτικές σχέσεις, πιο απλά, τις επιλογές των υποκειμένων, ο Δαμιανάκος εστίαζε γύρω από δύο κατευθύνσεις. Αυτές, ανεξάρτητα από τον κλάδο που ανήκει ο κάθε μελετητής (ιστορία, κοινωνιολογία, ανθρωπολογία, πολιτικές επιστήμες, οικονομία), φαίνεται πως συνιστούν τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή για το σύνολο των αγροτολογικών μελετών. Ειδικότερα, πρόκειται, για την υπαγωγική σχέση που συνδέει την αγροτική κοινωνία με μια ολότητα ξένη προς αυτήν και την έννοια του εσωτερικού στην αγροτική κοινωνία κοινωνικού δεσμού . 2

Στη δική μας περίπτωση λοιπόν, ο φακός στρέφεται στην Βλαχόφωνη κοινότητα των Καλομοιριωτών που προσαρμόζεται διαρκώς σε μία εξωτερική ολότητα,τους τελευταίους δύο αιώνες στη λογική του Έθνικού-Αστικού-Κράτους συγκεκριμένα, ενώ ταυτόχρονα επαναπροσδιορίζει συνεχώς τις εσωτερικές της διευθετήσεις, διατηρώντας έως τις μέρες τον ιδιαίτερο αυτοπροσδιορισμό της.

Η Guduvasda και η Καλομοίρα.

Η σημερινή Καλομοίρα ή Guduvasda όπως είναι γνωστή στη Βλαχική γλώσσα, βρίσκεται σε υψόμετρο 760μ. στις υπώρειες της Νότιας Πίνδου στη γεωφυσική περιοχή του Ασπροποτάμου. Πιο συγκεκριμένα, στη βόρεια πλευρά του, στα όρια των σημερινών νομών, Τρικάλων και Ιωαννίνων.

Για το συγκεκριμένο τοπωνύμιο, οι πειστικότερες ετυμολογικές υποθέσεις που έχουν κατατεθεί, έχουν να κάνουν: α)με τη σλάβικη λέξη gvoszdu, που σημαίνει δάσος, δασωμένη οροσειρά, β)με την πρόσθεση στην ελληνική λέξη Γουδί της σλάβικη κατάληξης, vasda - Γουδουβάσδα - που σημαίνει μέρος σε σχήμα γουδιού , και τέλος, γ)με τη λέξη vasdum που σημαίνει διάβαση, πέρασμα. 3

Ο παλαιότερος οικισμός βρισκόταν σε υψόμετρο 1100 περίπου μέτρων και μνημονεύεται τουλάιστον από το 1613. To 1772 το κατάστιχο της Μονής Βαρλαάμ των Μετεώρων καταγράφει την παρουσία 48 οικογενειών, ενώ το 1820 τα στοιχεία της καταγραφής « των οσπιτιών του βιλαετίου Τρίκκης και Σταγών» μας παραθέτουν το νούμερο 120, νούμερο μάλλον αρκετά αξιοπρόσεκτο όταν το συγκρίνει κανείς με το 130 σπίτια που καταγράφηκαν τότε για την Καλαμπάκα. 4

Παρόλο την όποια ακμάζουσα πορεία της κοινότητας που διακρίνεται από τις περιηγητικές κυρίως πηγές που έχουμε στη διάθεσή μας, αίνιγμα αποτελεί η σταδιακή εγκατάλειψη του παλιού οικισμού την περίοδο 1770-1840. Η κάθοδος τότε των Αρβανιτών, η αναταραχή λόγω της εξέγερσης που επιχειρήθηκε κατά τα Ορλωφικά στον ελληνικό χώρο και η κυριαρχία του Αλή Πασά στη Θεσσαλία και την Ήπειρο, αποτελούν πάντως το ευρύτερο πλαίσιο λειτουργίας της Κοινότητας τότε. Οι Γούναρης-Κουκούδης εντοπίζουν μετακινήσεις από τα κεφαλοχώρια, όπως τα χαρακτηρίζουν, του Ασπροποτάμου, Καστανιά, Αμάραντο, Καλομοίρα και Κρανιά, προς Ζίχνη, Αλιστράτη, Δράμα και Σέρρες. 5

Η εξέλιξη αυτή όμως αναδεικνύει το αφετηριακό σημείο στη νεότερη ιστορία της κοινότητας. 33 (4+29) από τους εναπομείναντες αρχηγούς οικογενειών κατορθώνουν να διαθέσουν 55.000 γρόσια και να αγοράσουν από την Πύλη το 1841 το δικαίωμα χρησικτησίας δασοκτήματος 3.500 στρεμμάτων περίπου, δημιουργώντας έτσι ένα ορεινό τσιφλίκι. 6 Αυτή η μεγάλη έκταση μοιράστηκε για χρήση ανάλογα με το χρηματικό ποσό που είχε καταβάλει ο καθένας. Η μερίδα του λέοντος ανήκε στην οικογένεια που είχε καταβάλει το μεγαλύτερο. 7

Αυτή η αγορά αποτέλεσε το εφαλτήριο για την μετακίνηση της Κοινότητας σε χαμηλότερο υψόμετρο αλλά και αποτέλεσε το πρόκριμα για άτυπες και τυπικές λειτουργίες της Κοινότητας που ανιχνεύονται έως τις μέρες μας. Μιας Κοινότητας πλέον που είχε το κέντρο της στο νέο σημείο, μια σημαντική δασική έκταση στη διάθεσή της, συντηρούσε σπίτια στην Άνω Guduvasda. Tαυτόχρονα, ενσωματώσε τους κατοίκους του οικισμού Κρυονέρι, 5 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της σημερινής Καλομοίρας, ενώ περιλάμβανε και μαχαλά με Ρομά που μιλούσαν κι αυτοί τη Βλαχική γλώσσα.

Οι λόγοι που πιθανόν να συνέβαλαν σε αυτήν την επιλογή, πέρα από τη μεγαλύτερη ασφάλεια, πιθανόν να έχουν να κάνουν με το κλίμα που ήταν πιο ήπιο, το πιο γόνιμο έδαφος που επέτρεπε μεγαλύτερη ποικιλία καλλιεργειών, την καλύτερη δυνατότητα συντήρησης αιγοπροβάτων το χειμώνα και την ευκολότερη πρόσβαση στα αστικά κέντρα (Καλαμπάκα-Μέτσοβο κ.ά). 8

Καλομοίρα Τρικάλων

Οικονομικές και κοινωνικές λειτουργίες έως το μεσοπόλεμο.

Ηγεμονική θέση στη λειτουργία της Κοινότητας φαίνεται πως είχαν οι τσελιγκάδες κύριοι χρηματοδότες της αγοράς του ορεινού τσιφλικιού που απασχολούσαν τσοπάνηδες στη δούλεψή τους, χρησιμοποιούσαν για βοσκή το ίδιο το δασόκτημα αλλά μετακινούνταν επίσης έως τα Τρίκαλα και τα Φάρσαλα, ανάλογα με τις περιστάσεις. Η υλοτομία, η επεξεργασία των κούτσουρων στα δύο υδροπρίονα που λειτουργούσαν στην Παλαιά Guduvasda στα τέλη του 19ου αιώνα και η εμπορευματική τους αξιοποίηση, αποτέλεσε κι αυτή σημαντική δραστηριότητα. Στο χώρο της γεωργικής παραγωγής πέρα από τις καλλιέργειες για αυτοκατανάλωση, αναπτύσσεται και η αμπελουργία με σαφή επίσης εμπορευματικό προσανατολισμό. Ταυτόχρονα καταγράφεται και η εξειδικευμένη εργασία σε επιμέρους δραστηριότητες. Ήδη αναφέρθηκε η υλοτομία και θα προσθέσω, την τυροκομική, τους ράφτες, τους βαρελοποιούς, τους μαραγκούς, τους χτίστες και τους σιδεράδες που ενίοτε μετακινούνται για να εργαστούν. 9

Οι αποφάσεις για τη λειτουργία της κοινότητας λαμβάνονταν στο χαγιάτι της εκκλησίας μετά τη θεία λειτουργία. Διακριτή θέση είχαν τα μέλη των ισχυρών οικογενειών, εκ των οποίων εκλεγόταν ο δημογέροντας που εκπροσωπούσε την κοινότητα. Η εθιμική αυτή διαδικασία επιβίωσε και στο πλαίσιο των διαδικασιών για τα κοινοτικά όργανα μέχρι και τη δεκαετία του 1960. Επιπλέον, στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα αναφέρονται και ενδο-κοινοτικές λειτουργίες, όπως εκείνη του ντελάλη, που καλούσε τους κατοίκους σε υπηρεσία ή συγκέντρωση αλλά και του ντραγάτι, κάτι σαν του αγροφύλακα, που αμειβόταν από τους κατοίκους σε είδος, ανάλογα με τα κτήματα που συντηρούσε ο καθένας. 10

Ο εκλογικός κατάλογος του 1883 αποτυπώνει τις επαγγελματικές λειτουργίες που παρουσιάστηκαν κι επιπλέον καταγράφει και την επαγγελματική ιδιότητα υπηρέτης, μία δήλωση που εμφανίζεται σε 7 από τις 78 καταγραφές του καταλόγου και δημιουργεί ενδιαφέρουσες υποθέσεις εργασίας για τις ειδικότερες ταξικές ιεραρχήσεις της κοινότητας. 11 Την περίοδο του μεσοπολέμου, η λογική της διαχείρισης του δάσους συνεχίζει να ακολουθεί τις συνήθειες του 19ου αιώνα. Η τυπικότητα όμως της ίδρυσης συνεταιρισμού έπειτα από τη Βενιζελική ρύθμιση το 1914 αποτέλεσε το νέο θεσμικό κέλυφος. 12 Επιπλέον, καταγράφονται μεγαλύτερες μετακινήσεις για εργασία στην Αθήνα και στην Πελοπόννησο αλλά και ενοικιάσεις αγροκτημάτων στον κάμπο. Ακόμη όμως η μετακίνηση αυτή δεν είχε λάβει ακόμη τον μόνιμο χαρακτήρα των επόμενων δεκαετιών.

Συνοψίζοντας, έως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το εισόδημα της πλειοψηφίας των Καλομοιριωτών προέρχεται από γεωργοκτηνοτροφικές εργασίες στο χώρο της κοινότητας, από τη μετακίνηση για παροχή εξειδικευμένης εργασίας σε άλλες περιοχές αλλά και από το εμπόριο κρασιού. Ο τρόπος διεύθυνσης του δασοκτήματος και συγκεκριμένα ο μηχανισμός διανομής των μερισμάτων από την πώληση της ξυλείας και την επιλογή εργαζομένων για δασικές εργασίες, συγκροτούν το κρίσιμο μέγεθος για την αποκρυπτογράφηση των ταξικών ιεραρχήσεων.

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τα εναπομείναντα κτίσματα στο παλιό χωριό καταστράφηκαν από τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων. Απέμεινε μόνο η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής που ανεγέρθηκε το 1760, (εικονογραφήθηκε το 1779), που αποτελεί το ισχυρό εκείνο μνημείο που συνθέτει την Καλομοιριώτικη συλλογική ταυτότητα. Το βράδι της παραμονής του εορτασμού της Αγίας, οι Καλομοιριώτες επιστρέφουν και κοιμούνται δίπλα στην εκκλησία και διοργανώνουν πανηγύρι, ενώ ο Σύλλογος των αποδήμων στην Αθήνα Καλομοιριωτών, φέρει στον τίτλο του την ονομασία, Αγία Παρασκευή.

Η περίοδος 1950-2000.

Έπειτα από τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι δυνατότητες παραγωγής πλεονασμάτων από τις έως τότε λειτουργίες, μειώθηκαν δραματικά.

Η εσωτερική μετανάστευση στην Αθήνα και στο εξωτερικό, (κυρίως στις Η.Π.Α και τη Γερμανία), αποτέλεσαν την άμεση διέξοδο. Στο ίδιο το εσωτερικό της Κοινότητας, η άμεση ανάγκη της εποχής και οι θεσμικές υποχρεώσεις απέναντι στη δασική νομοθεσία επέβαλαν την αλλαγή στη λειτουργία του Αναγκαστικού Δασικού Συνεταιρισμού και στη μορφή αλλά και στο περιεχόμενο.

Το 1954 εντάχθηκαν στον Συνεταιρισμό όλοι οι οικογενειάρχες της Κοινότητας διευρύνοντας έτσι τη βάση των μελών του και πέρα από τους κληρονόμους των πρώτων αγοραστών. Ιδιαίτερη ένταση είχε τότε η συζήτηση στο εσωτερικό της Κοινότητας για το αν η διεύρυνση αυτή θα είχε ως κριτήριο την ενηλικίωση ή το γάμο, των ανδρών μόνο. Οι συντηρητικότερες κατευθύνσεις επέβαλαν τη δεύτερη λύση. 13

Ταυτόχρονα, στη μεγάλη πόλη, πέρα από την καθημερινή διαπάλη για την επιβίωση η οικογένεια αποτελούσε τον κεντρικό άξονα της κοινωνικότητας των αποδήμων Καλομοιριωτών, ενώ οι δραστηριότητες του ελεύθερου χρόνου οριοθετούνταν συχνότερα - σε σχέση με κάθε άλλη επαφή - από συγγενικά πρόσωπα. 14 Έτσι, η κοινή τοπική καταγωγή και η διατήρηση των δεσμών με τους προερχόμενους από τη γενέτειρα, αναδεικνύονταν στους κυριότερους μηχανισμούς αντιμετώπισης των δυσχερειών από το χωριό στην πόλη. 15

Η χρήση της βλάχικης/αρμάνικης γλώσσας, αυτονόητη συνθήκη στον Ασπροπόταμο αλλά άγνωστη για τους κατοίκους της Αθήνας, χρησιμοποιούνταν συστηματικά μεταξύ των Καλομοιριωτών και σηματοδοτούσε μεν την ιδιαιτερότητα τους, πιθανόν όμως και τη διεκδίκηση της ενσωμάτωσης τους ως Κοινότητα πρώτιστα στο νέο αστικό περιβάλλον, κι όχι ως ατομική διαφοροποίηση . 16

Δυστυχώς, ελάχιστες είναι οι μελέτες (αν δε κάνω κάποιο σοβαρό σφάλμα) που να αποτυπώνουν τη λειτουργία των εθνοτοπικών συσσωματώσεων/παρεών στη μεταπολεμική Αθήνα των δεκαετιών 1950 και 1960. Εξαίρεση ίσως αποτελεί η μελέτη για τους Ηπειρώτες και Παριανούς της Moustaka το 1964. 17 Σίγουρα πάντως εντοπίζουμε ακόμη ζωντανούς τους πρωταγωνιστές εκείνων των δεκαετιών και οι συζητήσεις μαζί τους πιστεύω πως θα μας ξεδιαλύνουν πολλά γύρω από τις διεργασίες εκείνης της συγκυρίας.

Συνεχίζοντας την αφήγηση, συνεχής είναι ο συγχρωτισμός με τα αστικά πρότυπα κατανάλωσης, διαβίωσης και εκπαίδευσης και οι άτυπες συσσωματώσεις των εθνοτοπικών ταυτοτήτων, στη δεκαετία του 1970 αρχίζουν να θεσμοποιούνται σε συλλόγους κατοχυρωμένους με καταστατικό στο πρωτοδικείο.

Με την αποκατάσταση της δημοκρατίας, 18 ο ταχύτατος μετασχηματισμός παγιωμένων συμπεριφορών, νοοτροπιών και προσδοκιών σε συνδυασμό με το κλίμα της πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης της συγκυρίας, όριζαν πλέον τις υπό διαμόρφωση νέες συνθήκες. 19 Σε αντίθεση με το παραδοσιακό-αναχρονιστικό πρόσημο ανάλογων παλαιότερων εγχειρημάτων, 20 αυτοί οι εθνοτοπικοί σύλλογοι στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια διεκδικούν ένα δημοκρατικότερο περιεχόμενο λειτουργίας. 21 Διαπαιδαγωγούν τα συμμετέχοντα μέλη σε πολιτικές λειτουργίες (εκλογές ΔΣ π.χ.) και διεκδικούν άμεσες ενέργειες βελτίωσης των υποδομών και της ζωής για τα χωριά της καταγωγής τους.

Σε αυτό λοιπόν το κλίμα εντείνονται και οι ζυμώσεις μεταξύ των Καλομοιριωτών. Από το φθινόπωρο του 1975 έως το καλοκαίρι του 1976, οι εσωτερικοί μετανάστες Καλομοιριώτες της Αθήνας, συντονίζουν τη δράση τους και ιδρύουν το δικό τους σωματείο. Ανάλογη κινητικότητα παρατηρείται και από τους καταγόμενους από τα υπόλοιπα βλαχόφωνα χωριά της ορεινής Καλαμπάκας από το 1974 έως το 1981. 22

Ο Σύλλογος χρόνο με το χρόνο ισχυροποιείται. Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 εγγράφονται συνεχώς νέα μέλη στο μητρώο του. 23

Οι εκδηλώσεις στην Αθήνα και οι δυναμικές παρεμβάσεις στον ίδιο τον χώρο της Καλομοίρας αποτέλεσαν τους βασικούς άξονες της δράσης του. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην επίλυση προβλημάτων της καθημερινότητας αλλά και τον εξωραϊσμό του απομακρυσμένου από τα κέντρα των αποφάσεων ημι-ορεινού χωριού. Ο Σύλλογος διεκδίκησε τη βελτίωση του οδικού άξονα, 24 ενώ με τις οικονομικές προσφορές των ίδιων των μελών του, μπόρεσε να διαμορφώσει τις αθλητικές εγκαταστάσεις, να συμβάλλει αποφασιστικά στη διάνοιξη του δρόμου που ενώνει σήμερα τους δύο μαχαλάδες, να εξωραΐσει εμβληματικά σημεία για το συναίσθημα του Καλομοιριώτη. 25 Επιπλέον καθιέρωσε και πανηγύρι στις 14 Αυγούστου στην πλατεία του χωριού που αποτελεί επίσης ορόσημο στη λειτουργία της Κοινότητας. Πέρα από τις επιτυχημένες παρεμβάσεις, ο δυναμισμός και η προσδοκία της περιόδου μας αποκαλύπτεται ανάγλυφα και από το σχέδιο κατασκευής πνευματικού κέντρου που επωάστηκε ως σύλληψη στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και διεκδικήθηκε με συνέπεια έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990. 26

Το 1989 έγινε κατορθωτή η απόκτηση ιδιόκτητης στέγης. Για την επιτυχία μάλιστα του εγχειρήματος, τα μέλη συνεισέφεραν αφιλοκερδώς ημερομίσθια από τις παροχές που λάμβαναν από τον Αναγκαστικό Συνεταιρισμό του Δάσους Καλομοίρας. Η αίθουσα της οδού Νοταρά 39 στα Εξάρχεια αποτελεί έως σήμερα ιδιοκτησία τους. 27 Η επιλογή της συνοικίας για την αγορά υπήρξε αυτονόητη. Στην περιοχή των Εξαρχείων, κατοικούσαν και σύχναζαν όλοι όσοι μετοικούσαν από την Καλομοίρα στην Αθήνα.

Η κρίση και η επώαση μετασχηματισμών στον 21ο αιώνα.

Η δεκαετία του 1990 αποτελεί την δεκαετία της ανάσχεσης και κρίσης στη δυναμική του Συλλόγου. Η κρίση αυτή προφανώς και δεν προκύπτει εν κενώ. Συμπίπτει με την πλήρη επικράτηση και στην ελληνική κοινωνία ενός μοντέλου που χαρακτηρίζεται από την ανάδυση ενός νέου είδους ατομικισμού. Ενός ατομικισμού που σκιαγραφείται, από την αντίληψη πως, η εκπλήρωση των προσωπικών φιλοδοξιών και η βελτίωση των όρων ζωής περνάει αποκλειστικά μέσα από τις ατομικές του επιλογές και πρωτοβουλίες. 28

Παρόλο όμως την δύσκολη συγκυρία, μια ομάδα νέων Καλομοιριωτών ανέλαβε την ευθύνη της διοίκησης το 2007. Εκδηλώσεις και δραστηριότητες ανανέωσαν τη φυσιογνωμία του Συλλόγου, όμως οι δυνατότητες λειτουργίας του στην Αθήνα είχαν ολοκληρώσει πια τον ιστορικό του κύκλο. Το 2011 η τότε διοίκηση προχώρησε σε εκλογική διαδικασία στην Καλομοίρα πριν από το πανηγύρι της 14 Αυγούστου και μέχρι σήμερα ο Σύλλογος των αποδήμων στην Αθήνα λειτουργεί αποκλειστικά στο χωριό.

Ταυτόχρονα, σε αυτήν την περίοδο της απροσδιοριστίας φαίνεται πως η αναζήτηση της βλάχικης/αρμάνικης ιδιαιτερότητας, αυτονόητη για τους φυσικούς ομιλητές και ομιλήτριες σε μεγαλύτερη ηλικία αποκτά δυναμική. Το 2013, στη μικρή έρευνα με ερωτηματολόγια γύρω από τη Βλάχικη ταυτότητα και τους Καλομοιριώτες που επεξεργάστηκε ο Θοδωρής Τάταρης, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν ενδιαφέροντα ευρήματα. Συγκεκριμένα στην ερώτηση του τι αξιολογούν ως πιο σημαντικό για τη διατήρηση της ταυτότητάς τους, οι 7 στους 10 Καλομοιριώτες που συμμετείχαν στην έρευνα, απάντησαν , η βλαχική γλώσσα. 29 Και από αυτές τις απαντήσεις σημαντικός αριθμός προέρχεται από Καλομοιριώτες και Καλομοιριώτισσες που ενηλικιώθηκαν στην Αθήνα και δεν είχαν ποτέ καμία σχέση με τη ζωή στο χωριό.

Συμπεράσματα-Επίλογος

Ολοκληρώνοντας και προσπαθώντας να θέσω κάποια συμπεράσματα για τη συζήτηση θα επισημάνω τα εξής.

Το πρώτο είναι η αγορά του δασοκτήματος, κίνηση απόλυτα συντονισμένη με την κυρίαρχη τάση της συγκρότησης των τσιφλικιών τότε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αποτέλεσε το βάθρο των εξελίξεων τους τελευταίους δύο αιώνες. Η επιλογή της διαχείρισης αυτής της μεγάλης έκτασης με ιεραρχικό αλλά και ταυτόχρονα με συλλογικό τρόπο, κάτι σαν τσελιγκάτο δηλαδή αλλά με το δάσος να κυριαρχεί σε αυτήν την περίπτωση ως μέσο παραγωγής κι όχι το κοπάδι, σφυρηλάτησε κοινοτικά χαρακτηριστικά που επιβίωσαν στη μακρά διάρκεια. Οι συγγένειες και η κοινή Βλαχική γλώσσα αποτέλεσαν τους ενοποιητικούς εκείνους παράγοντες που συνέβαλαν επίσης σε αυτό.

Η ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος της Θεσσαλίας σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης του 1881 αναγνώρισε τελεσίδικα το 1909 αυτή τη μεγάλη ιδιοκτησία με όρους απόλυτους, υποχρεώνοντας παράλληλα την Κοινότητα να προσαρμοστεί στις κανονικοποιημένες λειτουργίες ενός αστικού κράτους. 30 Έτσι, η Κοινότητα των Καλομοιριωτών συγκροτεί θεσμικές λειτουργίες για να ανταποκριθεί στις ευρύτερες εξελίξεις. Σε αυτή την κατεύθυνση εγγράφεται ο τρόπος λειτουργίας του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού, αλλά και η λειτουργία του Συλλόγου στη μεταπολίτευση που εξυπηρετούν και τις εσωτερικές ανάγκες της Κοινότητας αλλά και τις αστικού τύπου υποχρεώσεις. Ενισχυτικά σε αυτήν την παρατήρηση αποτελεί το γεγονός του υψηλού αριθμού εγγεγραμμένων στον εκλογικό κατάλογο της Καλομοίρας έως τις μέρες μας (801 στους καταλόγους των βουλευτικών του 2015) που καθόριζε μάλιστα την εκλογή των δημάρχων την περίοδο της λειτουργίας των Καποδιστριακών δήμων.

Προεκτείνοντας τον παραπάνω συλλογισμό, νομίζω έχει μεθοδολογική χρησιμότητα να θέτουμε την γραμμή των συνόρων του 1881 ως επιπλέον ταξινομικό χαρακτηριστικό για τη διάκριση των Βλαχικών κοινοτήτων. Οι κοινότητες αυτές της Θεσσαλίας και της Ηπείρου συνηθίζουν και προσαρμόζονται χρονικά γρηγορότερα στις διαδικασίες του έθνους – κράτους ενώ βιώνουν μικρότερη πίεση για την ομογενοποίησή τους καθώς το επίδικο ζήτημα στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν η προσάρτηση και η ελληνοποίηση της Μακεδονίας. Θα υπενθυμίσω στο σημείο αυτό σε όσους και όσες παρακολούθησαν τις προηγούμενες διαλέξεις, τη διαμάχη μεταξύ Βλαχόφωνων και Ελληνόφωνων για τον έλεγχο της κοινότητας στο Σέσκλο Μαγνησίας, μιας κοινότητας ενταγμένης από το 1881 στο ελληνικό κράτος που μας παρουσίασε ο Ευ.Αυδίκος, και την ετοιμότητα για μετανάστευση στη Ρουμανία που επέδειξαν Βλάχοι της Μακεδονίας που προσαρτήθηκε 30 χρόνια αργότερα.

Κλείνοντας, κι επιστρέφοντας στην Καλομοίρα, θα σχολιάσω την αναζήτηση της Βλάχικης ταυτότητας από τις νεότερες γενιές και το γεγονός της μεταφοράς της δράσης και των αποφάσεων του Συλλόγου στην ίδια την Καλομοίρα. Προφανώς και στην εποχή μας, μια εποχής σφοδρής οικονομικής κρίσης κι απροσδιοριστίας, επωάζονται αναζητήσεις.

Σε αυτές τις αναζητήσεις νομίζω εντάσσονται και οι ατομικές αγωνίες αλλά και οι συλλογικές προδιαθέσεις. Κατανοούμε δηλαδή πως επωάζονται μετασχηματισμοί, που σίγουρα ούτε χαρακτήρα φάρσας θα έχουν αλλά ούτε και τραγωδίας. Οι δυνατότητες για τους Βλαχόφωνους Καλομοιριώτες αλλά και για εμάς είναι ανοιχτές, η κίνηση βρίσκεται σε εξέλιξη. Η αλλαγή λοιπόν συνεχίζεται και μας προκαλεί να φανταστούμε τον μοναδικό κι ανεπανάληπτο εκείνο τρόπο που θα μετουσιωθεί σε πράξη.

Γιώργος Γάσιας
Ιστορικός, υποψήφιος διδάκτορας Πανεπιστημίου Κρήτης

Η παρούσα εισήγηση παρουσιάστηκε στις 16 Ιουνίου 2018 στα πλαίσια του κύκλου διαλέξεων:
Οι Αρμάνοι/Βλάχοι της Ελλάδας κατά τον 20ο αιώνα: Ιστορικές και εθνογραφικές προσεγγίσεις
που οργανώθηκαν απο τη Συντροφιά Βλάχων της Αθήνας σε συνεργασία με το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (Ε.Α.Π.)

ΠΗΓΕΣ

  • Αρχείο Αναγκαστικού Δασικού Συνεταιρισμού Καλομοίρας.

  • Αρχείο Συλλόγου Καλομοιριωτών.

  • εφημ., Ορεινή Καλαμπάκα (1982).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Δερμεντζόγλου Χρήστος, «Στάθης Δαμιανάκος 1937-2003», Ουτοπία, Τχ.60 (Μάιος-Ιούνιος 2004), σ.172-177.

  • Δαμιανάκος Στάθης, Από τον Χωρικό στον Αγρότη. Η Ελληνική Αγροτική Κοινωνία Απέναντι στην Παγκοσμιοποίηση , Εξάντας-ΕΚΚΕ, Αθήνα, 2002

  • Σπανός Κ. Βασίλειος, Οι Οικισμοί της Βορειοδυτικής Θεσσαλίας Κατά την Τουρκοκρατία (Από τον ΙΔ έως τον ΙΘ Αιώνα) , Σταμούλης, Θεσσαλονίκη, 2004.

  • Χατζηγάκης Αλ., Τ’ Ασπροποτάμου, Πίνδος, Τρίκαλα, 1946.

  • Παπαδημητρίου Γ. - Παπανίκος Θ., Καλομοίρα. Ένα ξεχωριστό χωριό, Γένεσις-Δήμος Καστανιάς, Τρίκαλα, 2008.

  • «Ασπροπόταμος», Θεσσαλικά Χρονικά, Τομ.12, Αθήνα, 1979.

  • Γούναρης Β. – Κουκούδης Αστ., «Από την Πίνδο ως τη Ροδόπη:Αναζητώντας τις Εγκαταστάσεις και την Ταυτότητα των Βλάχων», Ίστωρ, Τευχ.10, Δεκ.1997.

  • Γιαννούχος Γ, «Ήθη, Έθιμα και Παραδόσεις του Χωριού Καλομοίρα Καλαμπάκας», Ι στορία-Λαογραφία των Χωριών του Νομού Τρικάλων, Τευχ.Α΄, Ιούλιος-Δεκέμβριος, 1961.

  • Α.Τ.Ε, Οι γεωργικοί συνεταιρισμοί της Ελλάδος κατά περιφερείας υποκαταστημάτων και αντιπροσωπειών Α.Τ.Ε. Υφιστάμενοι μέχρι Οκτωβρίου 1935 , Αθήνα, 1935.

  • Μαράτου-Αλιπράντη, Λ., Παπλιάκου, Β., & Χατζηγιάννη, Α., «Κοινωνικά δίκτυα στον αστικό χώρο: κοινωνικότητα, αλληλοβοήθεια, εργασία (Έρευνα του ΕΚΚΕ)», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 88, (1995).

  • Habermas Jürgen , Αλλαγή Δομής της Δημοσιότητας. Έρευνες Πάνω σε μια Κατηγορία της Αστικής Κοινωνίας , (Μτφρ:Λευτέρης Αναγνώστου), Νήσος, Αθήνα, 1997.

  • Ρήγος Αλ., «Φοιτητικό κίνημα και δικτατορία», στο Γ.Αθανασάτου-Α.Ρήγος, Σ.Σεφεριάδης (Εισαγ.-Επιμ.), Η Δικτατορία 1967-1974. Πολιτικές Πρακτικές-Ιδεολογικός Λόγος-Αντίσταση , Καστανιώτης, Αθήνα, 1999.

  • Βούλγαρης Γιάννης, «Η Δημοκρατική Ελλάδα 1974-2004», στο, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, Τομ.10, Η Ελλάδα της Ομαλότητας 1974-2000. Δημοκρατικές Κατακτήσεις. Οικονομική Ανάπτυξη και Κοινωνική Σταθερότητα , Ελληνικά Γράμματα-ΔΟΛ, Αθήνα, 2003, σ.9-50.

  • Κρεμμυδάς Β., «Οι εν Αθήναις...», ΤΑ ΝΕΑ , 25/1/2003.

  • Mazower Mark , Σκοτεινή Ήπειρος. Ο Ευρωπαϊκός Εικοστός Αιώνας , (2 η έκδοση) Αλεξάνδρεια, Αθήνα, χ.χ.

  • Σεβαστάκης Νικόλας, Κοινότοπη Χώρα. Όψεις του Δημοσίου Χώρου και Αντινομίες Αξιών στη Σημερινή Ελλάδα , Σαββάλας, Αθήνα, 2004.

  • Ζεστανάκης Παναγιώτης, Εκδοχές του Ανδρισμού στα Ελληνικά Life Style Έντυπα της Δεκαετίας του 1980: Playboy , Status , Κλικ (1985-1990) , Αδημοσίευτη Διπλωματική Μεταπτυχιακή Διατριβή, Πανεπιστήμιο Κρήτης-Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Ρέθυμνο, 2008.

  • Μπουκάλας Παντελής, «Να είσαι ο εαυτός σου ή ο εαυτούλης σου», Κυριακάτικη Καθημερινή , 23/6/2002.

  • Τάταρης Θοδωρής, Η Επισκόπηση της πορείας των βλάχικων πληθυσμών του Ελληνικού κράτους και η σύγχρονη συνέχεια, Α δημοσίευτη πτυχιακή εργασία, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο Αθηνών-Τμήμα Γεωγραφίας, Αθήνα, 2013.

  • Ντούμας Γιώργος, Το δάσος Καλομοίρας και η χαρτογραφική αποτύπωση των μονοπατιών της , Α δημοσίευτη πτυχιακή εργασία, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο Αθηνών-Τμήμα Γεωγραφίας, Αθήνα, 2015.

1 Στάθης Δαμιανάκος (1937-2003). O Στάθης Δαμιανάκος γεννήθηκε στην Aθήνα το 1937. Σπούδασε κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες στην Aθήνα και στο Παρίσι. Eργάστηκε ως υπεύθυνος ερευνών στο Eθνικό Kέντρο Kοινωνικών Eρευνών (C.N.R.S.) έως τη συνταξιοδότησή του. Eπίσης, δίδαξε στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales (E.H.E.S.S.) και στο πανεπιστήμιο της Nanterre - Paris X μεθοδολογία των κοινωνικών επιστημών και κοινωνιολογία της Eλλάδας. Oι έρευνες του αφορούν, κυρίως, την ελληνική πραγματικότητα, με έντονο ωστόσο το ιστορικοσυγκριτικό στοιχείο με αντίστοιχα ερευνητικά πεδία σε περιοχές της νοτιοανατολικής Eυρώπης. Συνεργάστηκε στενά με το Eθνικό Kέντρο Kοινωνικών Eρευνών στην Eλλάδα (E.K.K.E.) και δίδαξε ή συμμετείχε σε ερευνητικά σχέδια στα πανεπιστήμια Θεσσαλίας, Kρήτης και Iωαννίνων. Διηύθυνε επίσης τη σημαντική σειρά Λαϊκός Πολιτισμός / Tοπικές Kοινωνίες στις εκδόσεις Πλέθρον. Tο έργο του διαχέεται σε δύο πολύ σημαντικούς άξονες. O ένας άξονας αφορά τη μελέτη του ελληνικού αγροτικού χώρου εντός του πλαισίου της αγροτικής κοινωνιολογίας και της κοινωνικής ανθρωπολογίας, αυτό που θα ονομάζαμε αγροτολογικό πεδίο. O άλλος άξονας αφορά τη διερεύνηση των λαϊκότροπων μορφών του σύγχρονου αστικού πολιτισμού στον ελληνικό χώρο, όπως το ρεμπέτικο τραγούδι και το θέατρο σκιών. Αν και το μεγαλύτερο μέρος του έργου του αφορά την αγροτικότητα και το πέρασμα στη νεωτερικότητα, ο Στάθης Δαμιανάκος είναι ευρύτερα γνωστός περισσότερο για τη συνεισφορά του στο πεδίο του λαϊκού ή λαϊκότροπου αστικού πολιτισμού. Δερμεντζόγλου Χρήστος, «Στάθης Δαμιανάκος 1937-2003», Ουτοπία, Τχ.60 (Μάιος-Ιούνιος 2004), σ.172-177.

2 Πιο συγκεκριμένα, είτε πρόκειται για τις αντιθέσεις κοινωνία/κοινότητα, πόλη/ύπαθρος, σύνολη κοινωνία/τοπική κοινωνία, είτε, για τις αντιθέσεις κεφαλαιοκρατικός ορθολογισμός/παραδοσιακή αγροτική λογική, καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής/μικροεμπορευματικός τρόπος παραγωγής, είτε, τέλος, για την αντίθεση κεντρική εξουσία/τοπική εξουσία, η πρόσληψη της αγροτικότητας περνά, πριν απ’ όλα, από την ένταξή της σε μια εξωτερική ολότητα. Το ίδιο συμβαίνει και με τη δεύτερη κατεύθυνση, εκείνη δηλαδή του εσωτερικού κοινωνικού δεσμού. Οι όροι «κοινοτική αλληλεγγύη», «συλλογικές πειθαρχίες», «οικογενειακές και συγγενικές σχέσεις», «κοινωνίες αλληλογνωριμίας», «διαπροσωπικές εξαρτήσεις», «μη χωρισμός του παραγωγού από τα μέσα παραγωγής», χρησιμοποιούνται συχνά για να σηματοδοτηθούν ιδιαίτερες κοινωνικές σχέσεις που εξασφαλίζουν στην αγροτική κοινωνία μια σχετική αυτονομία σε όλα τα επίπεδα, και ορίζουν, το ίδιο όπως και η υπαγωγική σχέση, την ιδιομορφία της. .Πολυάριθμες δηλαδή τοπικές αγροτικές κοινωνίες, σχετικά ανεξάρτητες οι μεν από τις δε, που περικλείονται όμως όλες μαζί στη σύνολη κοινωνία. Στάθης Δαμιανάκος, Από τον Χωρικό στον Αγρότη. Η Ελληνική Αγροτική Κοινωνία Απέναντι στην Παγκοσμιοποίηση , Εξάντας-ΕΚΚΕ, Αθήνα, 2002, σ.34-40.

3 Για τις ετυμολογικές ερμηνείες που έχουν προταθεί βλέπε, Βασίλειος Κ. Σπανός, Οι Οικισμοί της Βορειοδυτικής Θεσσαλίας Κατά την Τουρκοκρατία (Από τον ΙΔ έως τον ΙΘ Αιώνα) , Σταμούλης, Θεσσαλονίκη, 2004, σ.355, Αλ.Χατζηγάκης, Τ’ Ασπροποτάμου, Πίνδος, Τρίκαλα, 1946, σ.35, και Γιάννης Παπαδημητρίου-Θεόδωρος Παπανίκος, Καλομοίρα. Ένα ξεχωριστό χωριό, Γένεσις-Δήμος Καστανιάς, Τρίκαλα, 2008, σ.23.

4 Βασίλειος Κ. Σπανός, Οι Οικισμοί της Βορειοδυτικής..., ο.π., σ.355, και, «Ασπροπόταμος», Θεσσαλικά Χρονικά, Τομ.12, Αθήνα, 1979, σ.52.

5 Βασίλης Κ. Γούναρης – Αστέρης Ι. Κουκούδης, «Από την Πίνδο ως τη Ροδόπη:Αναζητώντας τις Εγκαταστάσεις και την Ταυτότητα των Βλάχων», Ίστωρ, Τευχ.10, Δεκ.1997, σ.108.

6 Στους 4 που μετέβησαν στην Κωνσταντινούπολη εκδόθηκαν οι αυτοκρατορικοί τίτλοι και στη συνέχεια αναγνωρίστηκαν και οι υπόλοιποι 29 με ομολογία ενώπιον του Μητροπολίτη Τρίκκης. Βλέπε άρθρο, «Το Συνεταιρικό Δάσος της Καλομοίρας και τα Προβλήματά του», Ορεινή Καλαμπάκα, Έτος 1 ον, Αρ.Φυλ.4, Απρίλιος 1982, σ.3-4, και, Γιάννης Παπαδημητρίου-Θεόδωρος Παπανίκος, Καλομοίρα. Ένα ξεχωριστό χωριό..., ο.π., σ.31-42.

7 Πρόκειται για την οικογένεια Δρόσου. Γιάννης Παπαδημητρίου-Θεόδωρος Παπανίκος, Καλομοίρα. Ένα ξεχωριστό χωριό..., ο.π.

8 Γιάννης Παπαδημητρίου-Θεόδωρος Παπανίκος, Καλομοίρα. Ένα ξεχωριστό χωριό..., ο.π., σ.43.

9 Γιάννης Παπαδημητρίου-Θεόδωρος Παπανίκος, Καλομοίρα. Ένα ξεχωριστό χωριό..., ο.π., σ.51-72.

10 Γ.Λ.Γιαννούχος, «Ήθη, Έθιμα και Παραδόσεις του Χωριού Καλομοίρα Καλαμπάκας», Ιστορία-Λαογραφία των Χωριών του Νομού Τρικάλων, Τευχ.Α΄, Ιούλιος-Δεκέμβριος, 1961, σ.2-3.

11 Πρόκειται για 7 στις 78 εγγραφές και πρόκειται για άνδρες. Πιθανόν να είναι μεγαλύτερος ο αριθμός μεταξύ των γυναικών. Η συναδέλφισσα και καλομοιριώτισσα Αλεξάνδρα Μαυρίκου μου μετέφερε προφορική μαρτυρία για την ύπαρξη γυναικών πρόσφατα. Εκλογικός Κατάλογος

12 81 καταγραφές μεριδιούχων περιλαμβάνει ο κατάλογος το 1926 και πρόκειται για τους κληρονόμους των αγοραστών του δασοκτήματος της Οθωμανικής περιόδου. Αρχείο Αναγκαστικού Δασικού Συνεταιρισμού Καλομοίρας: Φάκελος 116:«1880-1963:Αρχείον», και, Α.Τ.Ε, Οι γεωργικοί συνεταιρισμοί της Ελλάδος κατά περιφερείας υποκαταστημάτων και αντιπροσωπειών Α.Τ.Ε. Υφιστάμενοι μέχρι Οκτωβρίου 1935 , Αθήνα, 1935, σ.48.

13 Γεώργιος Παπαδημητρίου, Η Καλομοίρα και το Δάσος της, Αθήνα, 2009, σ.26-30.

14 Μαράτου-Αλιπράντη, Λ., Παπλιάκου, Β., & Χατζηγιάννη, Α., «Κοινωνικά δίκτυα στον αστικό χώρο: κοινωνικότητα, αλληλοβοήθεια, εργασία (Έρευνα του ΕΚΚΕ)», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 88, (1995), σ.191. doi: http://dx.doi.org/10.12681/grsr.684

15 Καλομοιριώτες και Κουτσουφλιανιώτες συγκεντρώνονταν από κοινού σε αίθουσες της περιοχής των Εξαρχείων έπειτα από παρότρυνση αστικών στοιχείων όπως ο Άγγελος Τσακλάνγκανος.

16 Η υπόθεση που θέλω να τονίσω στο σημείο αυτό είναι, πως λόγω της γλωσσικής διαφοράς ίσως συγκροτείται μια διαφορετική αυτο-εικόνα σε σχέση με τις υπόλοιπες εθνοτοπικές ομάδες που αντιμετώπιζαν παρόμοια ζητήματα και παρουσίαζαν ανάλογη συμπεριφορά. Μια αυτο-εικόνα που εξειδικεύει την βλάχικη/αρμάνικη δυναμική ως προς τις κοινωνικές συνθήκες της μεταπολεμικής Αθήνας πρώτιστα. Ο Αρμάνος/Βλάχος Καλομοιριώτης που μετακινήθηκε στη μεγάλη πόλη τότε, θεωρεί μάλλον πως απέχει από τους χωρικούς που οι εικόνες των ελληνικών ταινιών παρουσίαζαν. Μια αυτο-εικόνα που διεκδικεί (εντέλει προεξαγγελτικά;;;) την πλήρη ενσωμάτωση στο αστικό περιβάλλον κι όχι τη διαφοροποίηση.

17 Moustaka C., The Internal Migrant - A Comparative Study in Urbanization, Athens , Social Sciences Centre, 1964.

18 Ρ όλο στη δυναμική δημόσια έκφραση ίσως έπαιξε και η σχέση που ανέπτυξε η φοιτητιώσα νεολαία της δεκαετίας του 1970 με την παράδοση. Ας μην λησμονούμε πως οι φοιτητικοί σύλλογοι των Κρητών, των Χίων και των Ηπειρωτών υπήρξαν τα πρώτα σωματεία που έπειτα από την επιβολή της χούντας (21/4/1967), εξέλεξαν ελεύθερα και δημοκρατικά διοικητικά συμβούλια και μετατράπηκαν σε κέντρα αντιδικτατορικής δράσης . Jürgen Habermas, Αλλαγή Δομής της Δημοσιότητας. Έρευνες Πάνω σε μια Κατηγορία της Αστικής Κοινωνίας , (Μτφρ:Λευτέρης Αναγνώστου), Νήσος, Αθήνα, 1997, και, Άλκης Ρήγος, «Φοιτητικό κίνημα και δικτατορία», στο Γ.Αθανασάτου-Α.Ρήγος, Σ.Σεφεριάδης (Εισαγ.-Επιμ.), Η Δικτατορία 1967-1974. Πολιτικές Πρακτικές-Ιδεολογικός Λόγος-Αντίσταση , Καστανιώτης, Αθήνα, 1999, σ.239.

19 Ειδικότερες λεπτομέρειες για τις αλλαγές και την ένταση τους βλέπε, Γιάννης Βούλγαρης, «Η Δημοκρατική Ελλάδα 1974-2004», στο, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, Τομ.10, Η Ελλάδα της Ομαλότητας 1974-2000. Δημοκρατικές Κατακτήσεις. Οικονομική Ανάπτυξη και Κοινωνική Σταθερότητα , Ελληνικά Γράμματα-ΔΟΛ, Αθήνα, 2003, σ.9-50.

20 Γράφει ειδικότερα ο Βασίλης Κρεμμυδάς, «... Κεντρική αρχή και ιδέα, ο λόγος ύπαρξης και λειτουργίας αυτών των συλλόγων είναι η αναφορά σε κάποια πατρίδα, υπαρκτή ή “χαμένη”. Από αυτήν εκκινούν και σ’ αυτήν απολήγουν όλα, πραγματικά ή με τη σκέψη. Και έτσι, η πατρίδα ανακηρύσσεται σε συγκινησιακό και επέκεινα ιδεολογικό σημείο συνάντησης ανθρώπων, κάποιας μορφής συσσωματώσεων δηλαδή, που παραπέμπει σε παραδοσιακές και εν πολλοίς αναχρονιστικές σχέσεις ...». «Οι εν Αθήναις...», ΤΑ ΝΕΑ, 25/1/2003.

21 Π.χ. εκλογικές διαδικασίες με εφορευτική επιτροπή, ψηφοδέλτια στο Σύλλογο των Καλομοιριωτών τη δεκαετία του 1980.

22 Ενδεικτικά τα χωριά της ορεινής Καλαμπάκας από τα οποία προέκυψαν σύλλογοι στην Αθήνα. Οι ονομασίες τους επίσης στην βλάχικη και την ελληνική γλώσσα. Αϊβάν: Αηδόνα Καλαμπάκας,Βενδίστα: Αμάραντον Καλαμπάκας,Γουδοβάσδα: Καλομοίρα Καλαμπάκας,Κουκλέσι: Ματονέρι Καλαμπάκας,Λουζέστι: Ελάφιον ΚαλαμπάκαςΜποροβίκος:Αμπελοχώρι Καλαμπάκας,Νέα Κουτσούφλιανη: Παναγία Καλαμπάκας Στρούζα:Πεύκη Καλαμπάκας, Τσενεράδες: Κορυδαλλός Καλαμπάκας, Χλιντζάδες: Τρυγόνα Καλαμπάκας, Μαλακάσι, Κλεινοβός.

23 Έως το 1989, στα πρώτα 13 χρόνια της λειτουργίας του δηλαδή, 315 Καλομοιριώτες επέλεξαν να συμμετάσχουν στο εγχείρημα, το 58% του συνόλου των μελών που έχουν καταχωρηθεί στα μητρώα έως σήμερα, Αρχείο Συλλόγου Καλομοιριωτών (Α.Σ.Κ.):Φάκελος 40, 41 και 49.

24 Α.Σ.Κ. , Φάκελος 20.

25 Λεπτομέρειες βλέπε, Α.Σ.Κ., Φάκελος 54, «Πεπραγμένα Διοικητικού Συμβουλίου 1980-1981-Προϋπολογισμός Περιόδου 1982-1983» και «Απολογισμός και Πρόγραμμα Δράσεων 1984-1985».

26 Οι δραστηριότητες αυτες, δεν περιορίστηκαν μόνο στο στενό πλαίσιο της κοινότητας των Καλομοιριωτών. Ο σύλλογος, με έκδηλη εξωστρεφή διάθεση, συνδιαλέχθηκε και με τους υπόλοιπους φορείς της Θεσσαλίας που είχαν ως άξονες λειτουργίας τους την πολιτισμική έκφραση και την διεκδίκηση λύσεων στα ζητήματα που αφορούσαν τις γενέτειρες των αποδήμων. Με δυναμισμό λοιπόν συμμετείχε στην Ένωση Συλλόγων-Η Πανθεσσαλική Στέγη, ενώ υπήρξε ιδρυτικό μέλος και βασικός συντελεστής της λειτουργίας της Ομοσπονδίας Συλλόγων Ορεινής Καλαμπάκας έως την αδρανοποίησή της στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Α.Σ.Κ., Φάκελος 20, 54 και Φάκελος 48.

27 Α.Σ.Κ. , Φάκελος 53 και Α.Σ.Κ., Φάκελος 60.

28 Λεπτομέρειες για την αντίληψη του νέου ατομικισμού, βλέπε ενδεικτικά, Mark Mazower, Σκοτεινή Ήπειρος. Ο Ευρωπαϊκός Εικοστός Αιώνας, (2η έκδοση) Αλεξάνδρεια, Αθήνα, χ.χ., σ.335-340, Νικόλας Σεβαστάκης, Κοινότοπη Χώρα. Όψεις του Δημοσίου Χώρου και Αντινομίες Αξιών στη Σημερινή Ελλάδα , Σαββάλας, Αθήνα, 2004, Παναγιώτης Ζεστανάκης,Εκδοχές του Ανδρισμού στα Ελληνικά Life Style Έντυπα της Δεκαετίας του 1980: Playboy , Status, Κλικ (1985-1990), Αδημοσίευτη Διπλωματική Μεταπτυχιακή Διατριβή, Πανεπιστήμιο Κρήτης-Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Ρέθυμνο, 2008, Παντελής Μπουκάλας, «Να είσαι ο εαυτός σου ή ο εαυτούλης σου», Κυριακάτικη Καθημερινή, 23/6/2002.

29 Θοδωρής Τάταρης, Η Επισκόπηση της πορείας των βλάχικων πληθυσμών του Ελληνικού κράτους και η σύγχρονη συνέχεια, αδημοσίευτη πτυχιακή εργασία, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο Αθηνών-Τμήμα Γεωγραφίας, Αθήνα, 2013, σ.50-51.

30 Γεώργιος Παπαδημητρίου, Η Καλομοίρα και το Δάσος της, Αθήνα, 2009, σ.36-72.