Τα παλιά τα χρόνια οι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν για φωτισμό δαδί. Κάθε νοικοκύρης πήγαινε σε τοποθεσία του δάσους που υπήρχαν πεύκα και έκοβε χοντρούς κορμούς που μετέφερε στο σπίτι του. Εκεί τους τεμάχιζε σε μικρές σχίζες, τις οποίες τοποθετούσαν το βράδυ στο φεγγίτη που τον είχαν κοντά στο τζάκι για να τραβάει ο «μπουχαρής» τον κατάμαυρο και πυκνό καπνό που προερχόταν από το κάψιμό τους.
Τη φροντίδα της τοποθεσίας του φεγγίτη με σχίζες για δαδιού για συνεχή φωτισμό την είχε συνήθως η νοικοκυρά του σπιτιού. Επίσης το δαδί το χρησιμοποιούσαν και για προσάναμμα της φωτιάς. Αργότερα είχανε για επίσημο φωτισμό των δωματίων τις λάμπες που έκαιγαν καθαρό πετρέλαιο και για τους βοηθητικούς χώρους τα γκαζοκάντηλα.

Η παράδοση αναφέρει πως το 1713 οι πρόκριτοι του Συρράκου έστειλαν μια ομάδα Συρρακιωτών να κατοικήσει στην Πουσβάλα (Βαθύπεδο), ιδρύοντας και σχολείο για τα παιδιά τους, για δυο λόγους : Πρώτον το Συρράκο δεχόταν επιδρομές για πλιάτσικο (κλέψιμο) απ'ταβόρεια και δεύτερον...
Λέγεται ότι τα χρόνια εκείνα και πριν να παραχωρηθούν κάποια προνόμια από τον Σουλτάνο στους Βλαχόφωνους, στην Κρανιά λειτουργούσε κρυφό σχολειό από έναν ιερομόναχο ασκητή στο βακούφικο δάσος βελανιδιάς του Αγίου Αθανασίου. Εκεί τα Βλαχοελληνόπουλα της περιοχής μάθαιναν τα πρώτα λιγοστά τους γράμματα που ήταν ανάγνωση, γραφή και πατριδογνωσία.