Συρράκο, 15 Αυγούστου 1930. Αρχείο Κ. Μπίτσιου

Slider

Πολιτισμός

Οικονομία, επαγγέλματα, θρησκεία, εκκλησιαστικά μνημεία κ.α

ΚασερομάστορεςΓενικά (υπαίθρια τυροκομεία, οργανωμένα τυροκομεία, γάλατα)
Την άνοιξη, αφού κόβανε τα αρνιά και τα κατσίκια για το Πάσχα όλοι οι κτηνοτρόφοι μαζεύανε τα κοπάδια, τα σμίγανε και τα γαλομετρούσανε. Δηλαδή ανάλογα με τα πόσα πρόβατα ή γίδια είχε ο καθένας του αντιστοιχούσε το γάλα που θα δούλευε ο καθένας με την σειρά του. Υπήρχαν υπαίθρια τυροκομεία (μπατζιά) τρία με τέσσερα σε κάθε χωριό, όπου οι τυροκόμοι παρασκευάζανε το τυρί, το βούτυρο και το μπάτζιο. Όσες οικογένειες δεν θέλανε, δεν πηγαίνανε το γάλα στα μπατζιά, προτιμώντας να κάνουν δικό τους τυρί.
Οι Σαρακατσάνοι έστηναν το μπατζαριό ή φρετζάτο (έτσι λέγεται στα Κουπατσαροχώρια), το τυροκομειό και βουτυροκομειό στον καιρό με τα γάλατα (Δεκέμβρη μέχρι τα τέλη του Αλωνάρη δηλ. Ιούλιο) κοντά στη στρούγκα. Τυροκομούσαν οι ίδιοι και αποθήκευαν τα τυριά στο μπατζαριό και τα πουλούσαν πάλι οι ίδιοι αργότερα. Πολλές φορές έρχονταν ειδικός τεχνίτης (μέσω ενός τυρέμπορου), ο «Μπάτζος», μαζί με τον βοηθό του για την τυροκόμιση.

Κοπάδι προβάτωνΓΕΝΙΚΑ - ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΚΟΠΑΔΙΩΝ - ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΖΩΩΝ ΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕ ΤΟ ΧΡΩΜΑ, ΤΑ ΚΕΡΑΤΑ, ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ
Ανατρέχοντας στα λεξικά, διαπιστώνουμε ότι η λέξη κοπάδι (κουπίι) παράγεται από το αρχαιοελληνικό ρήμα «κόπτω», αλλά εμφανίζεται μεταγενέστερα ως υποκοριστικό του ουσιαστικού «κοπή» που σημαίνει τμήμα, τεμάχιο (Μπαμπινιώτης). Άρα κοπάδι σημαίνει «τμήμα πολλών ατόμων του ίδιου είδους μαζί».
Ο σαρακατσάνος συγγραφέας Ν. Κατσαρός, όσον αφορά στο τσελιγκάτο, θεωρεί ότι, κοπάδι είναι ένα τμήμα ζώων ενός τσελιγκάτου που αποκόπτεται από τα άλλα λόγω διαφορετικότητας και αρκετές φορές για έναν ξεχωριστό προορισμό (στερφοκόπαδα, γαλαροκόπαδα, κοπάδια προβάτων, γιδιών κλπ).
Η κατανομή των προβάτων γίνεται με κριτήρια την ηλικία τους και τη δυνατότητά τους να γεννήσουν τον ερχόμενο χειμώνα, την κατάσταση τους από πλευράς εγκυμοσύνης, την παραγωγή ή μη γάλακτος, τη μορφολογία του εδάφους, την εποχή κλπ.

Γκεσέμι περιβολιώτικου κοπαδιού στην τοποθεσία "Λα κουπάνιϊ"ΓΕΝΙΚΑ - ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ - ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΤΣΕΛΙΓΚΑΤΟΥ 

Ο αναγνώστης θα μπορούσε να θέσει το εξής ερώτημα: Τι μας ενδιαφέρει τώρα να μάθουμε για τα τσελιγκάτα και ποια ήταν αυτά, μιας και το θέμα αυτό ανήκει πλέον στο παρελθόν. Παρόλα αυτά, θεωρούμε ότι αξίζει τον κόπο να αναφερθούν και αυτό θα διαπιστωθεί με τα παρακάτω γραφόμενα.
Οι συντεχνίες, ενώσεις δηλαδή που προστατεύουν ένα επάγγελμα, αποτέλεσαν ένα σημαντικό φαινόμενο στην βυζαντινή εποχή και ιδιαίτερα στον ελληνικό πολιτισμικό χώρο της Τουρκοκρατίας. Τέτοιες «συνεταιρικές» ενώσεις ήταν οι τεκτονικές ενώσεις (χτίστες-μαραγκοί), τα καραβάνια (αγωγιάτες), οι ενώσεις ψαράδων, ορυχείων, ναυτικών κλπ (καθολικό φαινόμενο στην περίοδο της τουρκοκρατίας).
Ειδικότερα, οι κτηνοτρόφοι δημιούργησαν από παλιά ένα είδος άτυπου κτηνοτροφικού ορεινού συνεταιρισμού, το τσελιγκάτο, όπως επικράτησε να λέγεται, οργάνωση που διακρίθηκε για το δυναμισμό και την αντοχή της σχεδόν μέχρι την εποχή μας.

Κεστρινιώτες - Αρβανιτόβλαχοι από την ΉπειροΟικονομία, κοινωνία και κοινωνικό φύλο σε μια κοινότητα του Πωγωνίου (Ήπειρος)*
Πριν προχωρήσω στο θέμα μου για τη θέση της γυναίκας θα κάνω μια σύντομη αναφορά στην οικονομία και την κοινωνία των Βλάχων του Κεφαλόβρυσου ή Μετζιτιέ.
Ο ορεινός χώρος της Μερόπης (Νεμέρτσικας) είναι ο τόπος της οικονομικής δραστηριότητας (ημινομαδικής κτηνοτροφίας) των Αρβανιτόβλαχων κατοίκων του Κεφαλόβρυσου (πρ. Μετζιτιέ) Πωγωνίου, το οποίο είναι κτισμένο στους πρόποδες του βουνού. Το Κεφαλόβρυσο είναι κτισμένο σε υψόμετρο 650 μ. Την παλαιά ονομασία του (Μετζιτιέ) την οφείλει, σύμφωνα με την παράδοση, στο σουλτάνο Αβδούλ Μετζίτ, ο οποίος διέθεσε το χώρο για να χτιστεί το χωριό, μεταφέροντας τους κατοίκους από την Παλιόχωρα (της οποίας τα ερείπια βρίσκονται σε υψόμετρο 1.000 μ. περίπου στη Νεμέρτσικα. Αυτό συνέβη μετά την εξόντωση του Αλή Πασά από τους Τούρκους, με τον οποίο οι ντόπιοι Βλάχοι (Αρβανιτόβλαχοι) είχαν πολύ στενές σχέσεις. Το μέτρο αυτό απέβλεπε στον άμεσο έλεγχο τους από τις τουρκικές αρχές, γιατί ήταν πάντα ανήσυχα και επαναστατικά στοιχεία. Το 1991 το Κεφαλόβρυσο είχε 1.122 μόνιμους κατοίκους, ενώ το 1940, ο πληθυσμός του ήταν 1.463 κάτοικοι. Μεγάλο μέρος των κατοίκων μετοίκισε μετά το 1960 στη Γερμανία, ενώ πολλοί άλλοι εγκαταστάθηκαν στα Γιάννενα, την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.

Σελίδα 8 από 16