Συρράκο, 15 Αυγούστου 1930. Αρχείο Κ. Μπίτσιου

Slider

Βλάχοι και ελληνισμός

Ο τίτλος ευγενείας του Βαρόνου Παύλου ΣπίρταΑδήριτες οικονομικές, πολιτικές και δημογραφικές ανάγκες ώθησαν τους κατοίκους της Βόρειας Ελλάδας, κυρίως της Ηπείρου και της Μακεδονίας, να μεταναστεύσουν κατά την Τουρκοκρατία στις χώρες της Βαλκανικής και της Κεντρικής Ευρώπης, όπου δημιούργησαν ανθηρές ελληνικές παροικίες. Οι Έλληνες απόδημοι, με τη σκληρή και τίμια εργασία τους, απέκτησαν μεγάλη οικονομική επιφάνεια και μπόρεσαν έτσι να βοηθήσουν τις γενέτειρές τους που ήταν τότε υπόδουλες, αλλά να ευεργετήσουν ακόμη και τις θετές τους πατρίδες.
Η παρουσία ελληνικού στοιχείου, κυρίως βλαχοφώνου, στις σερβικές περιοχές, ανάγεται από τα μέσα του 18ου αιώνα. Προέρχεται κυρίως από τη δυτική Μακεδονία (Μπλάτσι, Κλεισούρα, Καστοριά, Κοζάνη) αλλά και από την Βόρεια Ήπειρο,τα Γιάννενα και τη Μοσχόπολη. Οι Βλάχοι, κυρίως έμποροι και ξενοδόχοι, εγκαταστάθηκαν κατά μήκος του εμπορικού δρόμου στον άξονα από Θεσσαλονίκη προς Βελεσσά-Σκόπια-Νις-Βελιγράδι –Νόβισαντ-Πέστη-Βιέννη αλλά και βορειότερα έως το Πόζναν της Πολωνίας με τους ονομαστούς Μοσχοπολίτες εμπόρους κρασιού.
Οι Βλάχοι ή οι αυτοαποκαλούμενοι Αρμάνοι στις σερβικές περιοχές αποκαλούνται από τους ντόπιους Σέρβους «Τσιντσάροι». Αναφορικά με την προέλευση του παρωνυμίου αυτού δεν υπάρχει σύμφωνη γνώμη ανάμεσα στους μελετητές. Κάποιοι θεωρούν ότι προέρχεται από το λατινικό «quinque = πέντε» προκειμένου να αποδώσει το στοιχείο εκείνο που απέμεινε από την πέμπτη Ρωμαϊκή λεγεώνα.

Πάνοπλος αρβανίτης πολεμιστής τού ΄21 με φουστανέλλα.Όψεις του εθνικού και γλωσσικού αυτο- και ετεροπροσδιορισμού στη νότια βαλκανική χερσόνησο

Θυμάμαι τον Γκραίκο παππού μου, τον μπαρμπα-Τζιόρτζη να με ρωτά, σαν πήγαινα στο χωριό της μητέρας μου στο Ρουμλούκι: «Τι είσαι βρε ’συ, Ρωμιός για Βλάχος;» Ενώ στη Βέροια, ο Βλάχος παππούς μου, ο λαλα-Στέργιος, με ρωτούσε στα βλάχικα: «Τσε χι τίνι, Αρμούν ια Γκρέκ;» (Τι είσαι εσύ, Αρμούνος ή Γκραίκος;). Και εγώ, μη θέλοντας να τους κακοκαρδίσω, έδινα στον καθένα την απάντηση που ήθελε να ακούσει.[1]

Με αυτά τα λόγια αρχίζει η εισαγωγή του έργου του Αστέριου Κουκούδη, Μελέτες για τους Βλάχους, το οποίο κυκλοφόρησε το έτος 2000. Σκοπός μου σ’ αυτή την ανακοίνωση είναι να σχολιάσω ορισμένα κείμενα που γράφτηκαν στα ελληνικά γύρω στο 1800 και γύρω στο 2000 με θέμα τις ομάδες και τις γλώσσες που απαρτίζουν το ψηφιδωτό της νότιας βαλκανικής χερσονήσου.

Λιακατάς ΓρηγόρηςΕΙΣΑΓΩΓΗ
Μεταξύ 1393 και 1395 οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Θεσσαλίας. Το 1444 οι Θεσσαλοί, με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, εξεγέρθηκαν και έδιωξαν τους Τούρκους, αλλά μετά από δύο χρόνια, το 1446, ο στρατηγός Τουραχάν βέης επέβαλε την οριστική τουρκική κυριαρχία στη Θεσσαλία, η οποία επρόκειτο να κρατήσει πάνω από τέσσερις αιώνες1. Τότε οι Τούρκοι αρχίζουν τον εποικισμό της Θεσσαλίας, κυρίως της περιοχής Λαρίσης, με «Τούρκους» από τη Μ. Ασία (Ικόνιο) και καθιστούν τα Τρίκαλα προχωρημένη στρατιωτική βάση εναντίον των ανυπότακτων κατοίκων της Πίνδου και των Αγράφων. Τότε, επίσης, οι μεγάλες πεδινές εκτάσεις έπεσαν στα χέρια των Τούρκων και δημιουργήθηκαν τα πρώτα τσιφλίκια2.
Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας παρατηρείται μια φυγή των κατοίκων των πεδινών περιοχών προς τα ορεινά και δύσβατα μέρη. Τότε τα βουνά της Θεσσαλίας γέμισαν από γραφικά χωριουδάκια, που έσφυζαν από ζωή. Από αυτά ξεπήδησαν οι ηρωικοί «κλέφτες», οι οποίοι αποτέλεσαν την κύρια δύναμη αντίστασης εναντίον των Τούρκων και πρωτοστάτησαν στους αγώνες της ανεξαρτησίας μερικούς αιώνες αργότερα3. Ωστόσο, μετά την πρώτη θύελλα της τουρκικής κατάκτησης έχουμε και το αντίστροφο φαινόμενο, δηλ. τις μετακινήσεις από τις ορεινές περιοχές προς τα αστικά κέντρα4

Αχιλλέας ΛαζάρουΕπιστημονικά ανακοινώθηκε ότι το Μαντείο της Δωδώνης από την πανάρχαια εποχή ακτινοβολούσε στη χερσόνησο του Αίμου, δηλαδή στα Βαλκάνια, και ευρύτερα στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου και ακαδημαϊκός E . Condurachiμεταπολεμικά προσκλήθηκε στο Ζάγκρεμπ της Κροατίας, όπου οργανώθηκε διεθνές συνέδριο προς τιμήν του Κροάτη ακαδημαϊκού G . Novak, και ανέπτυξε το θέμα «Η Δωδώνη και οι σχέσεις με τον Βαλκανικό κόσμο». Αρχικά ανέφερε ότι ιδρυτής του μαντείου είναι ο Δευκαλίων, ο πατέρας του Ελληνος, του οποίου το όνομα καθιερώθηκε ως εθνώνυμο, υπαρκτό από τότε Ελλάς, η δε γλώσσα ελληνική τόσο επιτόπια όσο και στην ξενιτειά, όπως ενωρίς σαφέστατα αποφάνθηκαν ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Σορβόννης Jean Berard και ο Ιταλός Antonio Antinorio, ενδιάμεσα δε ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Σακελλαρίου.

 

Σελίδα 3 από 10