Τον χειμώνα του 1904–1905, εμφανίστηκε στα κέντρα της Ομόνοιας των Αθηνών ένας λεβεντόκορμος άνδρας 40–45 ετών, με αρχαϊκή κατατομή.
Νόμιζες πως είχε δραπετεύσει από κάποιο μουσείο η σμίλη του Σκόπα και του Πραξιτέλη· τέτοια πρότυπα θα είχαν όταν έπλαθαν τα αγάλματα του Διός. Φορούσε μαύρη φουστανέλα, μαύρο πουκάμισο, μαύρο γιλέκο (πεσλί), μαύρο τσακιστό φέσι με πένθος και μακριά φούντα, μαύρα φουντωτά τσαρούχια και άσπρες εφαρμοστές κάλτσες. Στα μαύρα πυκνά γένια του έλαμπαν κάπου-κάπου ελάχιστες ασημένιες τρίχες (ένας από τους καθηγητές της Γλυπτικής του Πολυτεχνείου, αν θυμόμαστε καλά ο Τόμπρος, θαυμάζοντας την αρρενωπότητα του άνδρα, φιλοτέχνησε την προτομή του Αρκούδα).
Ήταν ο Καπετάν Αρκούδας από το Περιβόλι, ατρόμητος Μακεδονομάχος.
Μετά τον φόνο του πρωτομάρτυρα Παύλου Μελά (στη Σιάτιστα σημειώνεται η ιστορική αναφορά) τον Οκτώβριο του 1904, η τουρκική καταδίωξη των ελάχιστων τότε μακεδονικών σωμάτων τα ανάγκασε να παραχειμάσουν στην ελεύθερη Ελλάδα. Έτσι βρέθηκε στην Αθήνα και ο Καπετάν Αρκούδας. Ανακατευόταν με τους φοιτητές, τους διηγούνταν τα μαρτύρια των Μακεδόνων από τους Βουλγάρους, τους εξήπτε τον φανατισμό και τους προέτρεπε να βγουν την άνοιξη στη Μακεδονία για να εκδικηθούν.
Τις Κυριακές κατέβαινε στο σκοπευτήριο της Καλλιθέας —το οποίο χρησιμοποιούνταν για τις φυλακές. Εκεί ασκούνταν πολλοί φοιτητές στη σκοποβολή. Ο Καπετάν Αρκούδας τους παρακολουθούσε καθώς ασκούνταν και τους συνιστούσε να πυροβολούν γρήγορα και να μη καθυστερούν στη σκοπευτική γραμμή: «Φωτιά στη φωτιά, παιδιά!», φώναζε ο Καπετάν Αρκούδας. «Τη νύχτα δεν προφταίνεις να σκοπεύσεις: φωτιά στη φωτιά!».
Όλη αυτή η οικειότητα με τους φοιτητές αμειβόταν με κάποια φασολάδα των 30 λεπτών ή με κανέναν καφέ των 10 λεπτών.
Μόλις ερχόταν ο Μάρτιος, που έλιωναν τα χιόνια και φούντωναν τα κλαδιά, ο Καπετάν Αρκούδας εξαφανιζόταν· έπαιρνε τον δρόμο για τη Μακεδονία.
Το καλοκαίρι του 1906, η καταδίωξη των Τούρκων στη Μακεδονία είχε ενταθεί και πολλά μακεδονικά σώματα αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην ηπειρωτική πλευρά της Πίνδου, όπου λάζευαν (κρύβονταν) ώσπου να περάσει η μπόρα. Έτσι και ο Καπετάν Αρκούδας, μαζί με 5 παλικάρια, βρέθηκαν στο Ζαγόρι χωρίς οδηγούς και κυρίως χωρίς τροφοδότες, πεινασμένοι και κυνηγημένοι μέσα στα δάση και τα φαράγγια του Ζαγοριού. Έφτασαν τα χαράματα στην περιοχή του Σοποτσέλη (Δίλοφο) και πήδησαν μέσα στον παρακείμενο έρημο υδρόμυλο για να κρυφτούν μέχρι να νυχτώσει. Στην αυλή του μύλου υπήρχε μια κορομηλιά. Τα κορόμηλα ήταν ώριμα και η πείνα έδερνε την ομάδα. Ένα παλικάρι ανέβηκε στην κορομηλιά για να ραβδίσει τα κορόμηλα. Ο γύφτος φύλακας του χωριού τους αντιλήφθηκε, έσπευσε στο πλησιέστερο τουρκικό απόσπασμα και κατήγγειλε την παρουσία ληστών —τους εξέλαβε ως ληστές, οι οποίοι μάστιζαν συνηθέστατα το καλοκαίρι το Ζαγόρι.
Το απόσπασμα περικύκλωσε τον μύλο και επιτέθηκε για να τους συλλάβει. Η ομάδα, στην πρόταση των Τούρκων για παράδοση, απάντησε με πυκνά πυρά. Μετά από σύντομη συμπλοκή, η ομάδα επιχείρησε έξοδο προς την ανατολική πλευρά της κατάφυτης κοιλάδας. Κοντά στη σημερινή γέφυρα έπεσε νεκρός ο Καπετάν Αρκούδας και ένα παλικάρι από την Κοζάνη. Έκτοτε, η γέφυρα πήρε το όνομα του γενναίου καπετάνιου.
Οι νεκροί μεταφέρθηκαν στα Ιωάννινα και, μετά τη διαπίστωση της ταυτότητάς τους, παραδόθηκαν από τις αρχές για ενταφιασμό. Ενταφιάστηκαν από ομάδα πατριωτών στον ναό της Αγίας Μαρίνας, στη βορειοδυτική πλευρά του περιβόλου, όπου πλέον έχουν χτιστεί μερικά δωμάτια.
Ο φύλακας, μετά την πάροδο λίγων μηνών, εκτελέστηκε προς παραδειγματισμό.
ΑΛ. Δ. ΛΙΒΑΔΕΩΣ
Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Ηπειρωτική Εστία», τεύχος 37, Μάρτιος 1955
πηγή: Ηλιοχώρι
Ο Γεώργιος Λεπιντάτος γεννήθηκε το 1856 στη Σαμαρίνα Γρεβενών. Ο πατέρας του Νικόλαος συμμετείχε στη Μακεδονική Επανάσταση του 1854. Ονομάστηκε καπετάν Αρκούδας (ή Ούρσας στα βλάχικα), λόγω του σωματότυπού του, καθώς ήταν ψηλός και ιδιαίτερα επιβλητικός.
