Βλάχικη γλώσσα

Ποίηση στη βλαχική γλώσσα το 1903 - Ο ποιητής Αλέξανδρος Αγγέλου (1883-1980)

 Αλέξανδρος Αγγέλου (1883-1980), Διδακτωρ Γλωσσολογιας του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϋ – Καλιφόρνια, ΗΠΑ, Καθηγητής απο ιδρύσεως της ΑΣΟΕΕ, το 1920.Ο ποιητής Αλέξανδρος Αγγέλου (1883-1980), με το σημαντικότατο έργο του –του οποίου την έκδοση έχω ετοιμάσει και αναμένω από τις εκδόσεις Αθηνών ΔΙΑΥΛΟΣ– δεν εντάσσεται σε καμιά κατηγορία συγγραφέων, από εκείνους οι οποίοι ασχολήθηκαν με τη βλάχικη γλώσσα.

του Γιώργη Έξαρχου, συγγραφέα - ερευνητή. Δημοσιεύθηκε στο https://faretra.info

 Αλέξανδρος Αγγέλου (1883-1980), Διδακτωρ Γλωσσολογιας του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϋ – Καλιφόρνια, ΗΠΑ, Καθηγητής απο ιδρύσεως της ΑΣΟΕΕ, το 1920 Αλέξανδρος Αγγέλου (1883-1980), Διδακτωρ Γλωσσολογιας του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϋ – Καλιφόρνια, ΗΠΑ, Καθηγητής απο ιδρύσεως της ΑΣΟΕΕ, το 1920Είναι μια φωτεινή εξαίρεση, διότι σε ηλικία 18-22 ετών έγραψε στη βλάχικη μητρική του γλώσσα αριστουργήματα, μάλιστα με τη λογική διδάκτορα γλωσσολογίας, κάτι που στη συνέχεια σπούδασε. Το σύνολο των πρωτογενών αρμάνικων λέξεων που χρησιμοποίησε στη γραφή του ξεπερνούν τις 6.000! Και πέραν τούτου, όλα τα θέματα της ζωής των Αρμάνων Ελληνοβλάχων τα εξέθεσε και τα ανέλυσε μέσα από τον πρισματικό φακό που λέγεται γυναίκα. Κάτι που, εξ όσων γνωρίζω, δεν το έχει πράξει διεθνώς άλλος μέχρι τα σήμερα. Γυναικεία «φωνή» περιγράφει και … τραγουδά τα πάντα, με μια εξόχως θηλυκή θεώρηση των πραγμάτων!

Η κοινή προγονική ρίζα του με τον μετέπειτα γνωστό φιλόλογο Άλκη Αγγέλου (1917-2001) προδίδει την ύπαρξη πλούσιων χυμών στο πατρογονικό του δέντρο, κάτι που αποδεικνύεται και από την πνευματική διαδρομή των επιγόνων των άλλων μελών της οικογένειάς του.

Το έργο του είναι ύμνος στην Αρμάνα – Βλάχα, και δικαιολογημένα την αναδεικνύει ως τον καραβοκύρη του πλοίου που ονομάζεται «Βλάχων βίος, ιστορία και πολιτισμός». Τέτοια έκδηλη αγάπη, τέτοιον γιγάντιο σεβασμό, τέτοια γοητευτική λατρεία προς τη γυναίκα, σε όλες της τις εκφάνσεις (μάνα, σύζυγος, κόρη, αδελφή, γιαγιά) και σε όλες της τις γήινες, θεϊκές και μεταφυσικές δράσεις της, δεν έχω συναντήσει σε άλλους συγγραφείς, πεζογράφους ή ποιητές. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που έχω την τιμή της… ανεύρεσης, της μελέτης και της επιμέλειας της υπό έκδοσης ποιητικής δημιουργίας του Αλέξανδρου Αγγέλου.

Χρωστώ αυτή την τύχη στον αείμνηστο φίλο Νικόλαο Λούστα, σπουδαία προσωπικότητα της Νέβεσκας και όχι μόνο. Στον δε καθηγητή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Αλέξανδρο Κορτσάρη, χρωστώ ευγνωμοσύνη για τον χρόνο του που μου αφιέρωσε ώστε να μου αφηγήθηκε τη ζωή και τη διαδρομή του εκ μητρός θείου του Αλέξανδρου Αγγέλου και ο οποίος μου έθεσε στη διάθεσή μου φωτογραφίες του ποιητή για δημοσίευση.

***

Ανοίγω τούτα τα πρώτα λόγια για τον ποιητή, με το ποίημα του «Πρέφτουλ κου Αγιαζμόλου» – «Ο παπάς με τον αγιασμό», όπως δημοσιεύτηκε σε μετάφραση του φίλου καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας Κώστα Ντίνα, σε Φιλολογικό περιοδικό της Φλώρινας, πριν πολλά χρόνια:

Κάτι που πρέπει να επισημανθεί, είναι το χιούμορ και η ειρωνική ματιά του ποιητή αλλά και η ανατρεπτική του οπτική, με το να δίνει με ρεαλιστικό τρόπο αθέατες πτυχές του κοινωνικού βίου των Αρμάνων – Βλάχων, του γενέθλιου τόπου του και οι οποίες έχουν ισχύ για όλους τους αρμάνικους πληθυσμούς.

Στον υπό έκδοση τόμο δίνω και μια σύντομη ιστορία του γενέθλιου τόπου του ποιητή, την Ιστορία του Μεγάροβου ή Ιστορία της Μαγκάροβας, όπως την ονομάζουν οι Βλάχοι, και συνάμα αναδημοσιεύω στοιχεία από παλαιές και νεότερες μελέτες-εργασίες, κάποιες εκ των οποίων είναι δυσπρόσιτες για το ευρύ κοινό.

Υπάρχουν και φωτογραφίες σε Παράρτημα που –φρονώ ότι– θα συμβάλουν τα μέγιστα στο να σχηματίσει ο αναγνώστης σαφέστερη εικόνα για το πρόσωπο του ποιητή Αλέξανδρου Αγγέλου και για τους χώρους και τα πρόσωπα που διαμόρφωσαν την ποιητική ψυχοσύνθεσή του.

Ο Αλέξανδρος Αγγέλου, κατ’ ουσίαν, είναι ο πρώτος και μέγιστος ποιητής των Αρμάνων, είναι ο Ησίοδος, αν όχι ο Όμηρός τους, και όχι άδικα –ως διδάκτορας της γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Μπέρκλεϋ–, υποστήριζε ότι οι Αρμάνοι και η γλώσσα τους είχαν και έχουν μεγαλύτερη συγγενική σχέση με τους αρχαίους Έλληνες και την αρχαία ελληνική –ως πρόγονοι αυτών–, και ότι οι Ρωμαίοι κατάγονται από Πελασγούς Αρμάνους – Βλάχους, και ότι η λατινική κατάγεται από την αρμάνικη γλώσσα, όπως διακηρύσσει ο μέγιστος Γερμανός φιλέλληνας Λατινιστής Θεόδωρος Μόμσεν, πριν δύο και αιώνες.

Και, ασφαλώς, όσοι διαφωνούν με τη «ρηχή» επιστημοσύνη τους σε αυτό που η ιστορική, φιλολογική, γλωσσολογική και αρχαιολογική έρευνα αποκαλύπτει, ας αρκεστούν στις «ιδεοληπτικές» τους δάφνες, αναφωνώντας: «Δοξάστε με»!

 

Τα χειρόγραφα του Αλέξανδρου Αγγέλου συνθέτουν έξι διαφορετικά κεφάλαια, που τα ονομάζει βιβλία, και το κάθε ένα από αυτά έχει ως ακολούθως:

Βιβλίο Α’. Μπότσια κου Τσάτσα: Είναι 60 αριθμημένα φύλλα, μεγέθους Α4, γραμμένα και αριθμημένα στη μια τους όψη, με τις σελίδες 1, 2 να αριθμούνται σε μία, όλα τους δε συρραμμένα αριστερά, με συρραπτικό, σε ενιαίο σώμα. Τα κείμενα στη βλάχικη γλώσσα –12 ποιητικές χιουμοριστικές δημιουργίες– είναι γραμμένα από τον Αλέξανδρο Αγγέλου (Α. Α.) με γράμματα του ελληνικού και λατινικού αλφάβητου, δηλ. με ελληνικούς και λατινικούς χαρακτήρες και με κάποιες «μετατροπές» –επινόησης του συγγραφέα– για δόσιμο της φωνητικής τους αξίας. Αυτά τα γράμματα ενυπάρχουν στην πρόσθετη σελίδα 30α, στο Βιβλίο Γ’.

Σπεύδω να καταθέσω εδώ αυτά τα γράμματα, όπως τα χρησιμοποιεί ο σπουδαίος –αναμφίβολα– συγγραφέας – ποιητής Αλέξανδρος Αγγέλου (Α. Α.):

Π ρ ο φ ο ρ ά Ε λ λ η ν ο β λ α χ ι κ ώ ν

α = a

ă = πăνι, πấνι, π’νι = ψωμί

b = bάνă, bαn’, μπάν’ = ζωή

γ = γάνωμα, γάnomα

γι = γιάλλα, γιάllα = εμπρός, αide / άγε δη

δ = δαίμων, δαίmun

d = dόρου, doru = πόνος

d = tz, dάmă, tzάmă = ζωμός (d υπογραμμισμένο) [τζάμâ]

e = έσκου, escu = είμαι, ρίζα ες, δυϊκός αριθ. έστον, εστόν

j = ζăμάνι, jămάni = του παλαιού καιρού

η = ή = i

ί = ίμνου, ίmnu = περπατώ

k = κάπρă, kάpră = γίδα

l = λάκος, lάcu

l = λjάου, ljάu (l υπογραμμισμένο, διπλό λ, λλ) [λjάου/ljau]

m = μăνă, mấnă = χέρι

n = νάρι, nάri = ρίνα, μύτη

ñ = νjάρι, ñάri = μέλι (n ανωγραμμισμένο, ñ ισπανικό)

ξ = ks (κσ), ξένου, κσenu, ksenu = ξένος

ο = όμου, omu = άνθρωπος

p = πράγκου, prάgu = κατώφλιον

r = ρăπάσου, răpάsu = ανακούφισις

s = σέμνου, semnu = σημείον

ş = sh, σhουμουρόνjου, shumurόñu = τυφλοπόντικας

t = τάκου, tάku = σιωπώ

ţ = τσίρου, ţίru = κόσκινο

u = σόμνου, somnu = ύπνος

φ = φάκου, fάcu = κάμνω, γεννώ (ή αdαρου)

χ = χάρος, χάru

ps (ψ) = ψεύτου, pseftu = ψεύτης

Τα καταχωρισμένα τετράστιχα του πρωτότυπου κειμένου μέχρι τη σ. 60 ανέρχονται σε 288, αλλά στον υπό έκδοση τόμο είναι περισσότερα, καθότι συμπεριέλαβα τα μη αριθμημένα «εμβόλιμα» τετράστιχα, τα γραμμένα στο δεξιό τμήμα της κάθε σελίδας. Ενέταξα –λοιπόν– στον κυρίως κορμό μόνον όσα τετράστιχα μπόρεσα να αναγνώσω, και τα επισημαίνω στον αναγνώστη με σχετικές υποσημειώσεις.

Αυτό το Βιβλίο Α’ περιέχει κείμενα (12) με ποιητική αφήγηση σε τετράστιχες στροφές, και το θέμα τους είναι τα όσα κουτσομπολεύουν οι γυναίκες, τότε που συναντιούνται στην πηγή ή στη βρύση ή στο πηγάδι, όταν πηγαίνουν να πάρουν με τα αγγεία τους (γκιούμια, στάμνες, λαήνια κ.ά.) νερό για το σπίτι. Ο τόπος στον οποίο διαδραματίζονται τα γεγονότα και δρουν τα πρωταγωνιστούντα πρόσωπα είναι η βλάχικη πολίχνη Μεγάροβο, βλαχιστί Μαγκάροβα.

Βιβλίο Β’. Αρâδâπσίρι: Απαρτίζεται από 60 αριθμημένα φύλλα, μεγέθους Α4, γραμμένα και αριθμημένα στη μια τους όψη, όλα δε συρραμμένα αριστερά, με συρραπτικό, σε ενιαίο σώμα. – Το Βιβλίο Β’ περιέχει επτά κείμενα με ποιητική αφήγηση σε δίστιχες και τετράστιχες στροφές, και το θέμα που πραγματεύονται είναι τα νεκρικά έθιμα στο Μεγάροβο, τα οποία δεν διαφέρουν στο ελάχιστο από αυτά του χωριού μου (Καλοχώρι Λάρισας). Οι «επιτάφιοι θρήνοι» του συγγραφέα /ποιητή είναι ανυπέρβλητης ομορφιάς και μέγιστης ανθρωπολογικής και εθνολογικής αξίας, και αποτελούν υψηλή ποίηση.

Βιβλίο Γ’. Του Πâνâγίρου: Απαρτίζεται από 34 αριθμημένα φύλλα, μεγέθους Α4, γραμμένα και αριθμημένα στη μια τους όψη, όλα τους συρραμμένα αριστερά με συρραπτικό, σε ενιαίο σώμα. Όμως, υπάρχουν και εμβόλιμα φύλλα –αριθμημένα ως σελίδες στη μια τους όψη–, ήτοι τα: 6α, 21α, 27α και 30α – «Προφορά Ελληνοβλαχικών». Τα αριθμημένα τετράστιχα ανέρχονται σε 102, αλλά στον ανά χείρας τόμο καταχωρίζονται περισσότερα, καθότι έχω εντάξει και μη αριθμημένα τετράστιχα του δεξιού περιθωρίου ορισμένων σελίδων.– Το Βιβλίο Γ’ πραγματεύεται το θέμα του Πανηγυριού στο Μεγάροβο, και σε αυτό δίνονται εικόνες πανηγυριών έτσι όπως έφτασαν μέχρι και στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Πρόκειται για έξοχη ποίηση και για πιστότατη λαογραφική καταγραφή δρώμενων και καταστάσεων σε λαϊκά πανηγύρια.

Βιβλίο Δ’. Μαγκάροβα: Είναι 58 αριθμημένα φύλλα (+ 2 φύλλα επιπρόσθετα στο τέλος), ενώ λείπουν οι σελίδες 1, 2 της αρχής, μεγέθους Α4, γραμμένα και αριθμημένα στη μια τους όψη, και όλα τους συρραμμένα αριστερά με συρραπτικό, σε ενιαίο σώμα. Περιέχεται η Ιστορία του Μεγάροβου και 6 ποιητικές συνθέσεις και δημώδη βλάχικα τραγούδια. – Τα αριθμημένα τετράστιχα του Βιβλίου Δ’ ανέρχονται σε 295, ενώ στον ανά χείρας τόμο περιέχονται περισσότερα, καθότι έχω εντάξει και μη αριθμημένα «εμβόλιμα» του δεξιού περιθωρίου, σε ορισμένες σελίδες.

Βιβλίο Ε’. Λα Νούμτâ: Απαρτίζεται από 47 αριθμημένα φύλλα, μεγέθους Α4, γραμμένα και αριθμημένα στη μια τους όψη, όλα τους συρραμμένα αριστερά με συρραπτικό, σε ενιαίο σώμα. Περιέχει 140 τετράστιχες στροφές, με θέμα τον γάμο. – Σε τούτο το Βιβλίο Ε’, δίνεται ο γάμος αυθεντικά (τέτοιος έφτασε έως τη δεκαετία του 1970 και στο χωριό μου), και ξεπερνά η περιγραφή του τις αντίστοιχες περιγραφές που έχουν κάνει και δημοσιεύσει σε Ελλάδα, Ρουμανία και αλλού, ορισμένοι ερευνητές. Ακόμα, το βιβλίο αυτό διασώζει τον αυθεντικό βλάχικο λόγο κατά την ανταλλαγή ευχών στα σχετικά γαμήλια έθιμα και άσματα, γεγονός που προκαλεί μέγιστη συγκίνηση.

Βιβλίο ΣΤ’. Μουλjιερλι ανοάστρι: Πρόκειται για 130 αριθμημένα φύλλα, από το φ. 73 έως το φ. 203, μεγέθους Α4, γραμμένα και αριθμημένα στη μια όψη, όλα τους συρραμμένα αριστερά με συρραπτικό, σε ενιαίο σώμα. Περιέχει 49 δημιουργίες πολύστιχων ποιημάτων με στροφές και όλων το θέμα είναι οι γυναίκες. – Διαπιστώνεται ότι λείπουν 72 φύλλα στα οποία ήταν γραμμένα 42 ποιήματα, των οποίων δεν γνωρίζουμε τους τίτλους και το περιεχόμενο. – Τα 49 ποιήματα του Βιβλίου ΣΤ’ έχουν τους τίτλους: 43. Μουλjιερλι ανοάστρι, 44. Ντâνντâνάε, 45. Χουσμέσλι, 46. Ουβρέι, 47. Κάτα κου Πεσκάρλου, 48. Αλουμτάρελâ, 49. ’Νβάλε, 50. Λấνα λουκράρι, 51. Κου Φούρκα, 52. Τοάρτσιρεα, 53. Τσâσεάρεα, 54. Ουντζεάρεα, 55. Μâρσινάρεα, 56. Οάσπιτλι, 57. Πίτιλι, 58. Λα τσhιρεάπ’, 59. Πấνεα φριμι[ν]τάρι, 60. Λουτουργΐι, 61. Λα Μπισε-άρικâ, 62. Άγιου Μιστίργιου, 62. Του Παρακλίσι, 63. Μεταφόβουλ, 64. Λα Μόρτου, 65. Αβιγκλjεάρεα, 66. Τουσκουλάρι, 67. «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν», 68. Λα γκροάπâ, 69. Πι Μισάλι, 70. Αρấζλι, 71. Του ντιζ-γκρουπάρι, 72. Αρâσấλjιλι, 73. Βίζιτλι, 74. Φεάτιλι, 75. Σοάρι σοάρι σουφρâντζιάλι, 76. Προυκσινίτα, 77. Χαράουα, 78. Φάτσιρεα, 79. Πâτιτζάρεα, 80. Ντισκâντάρεα, 81. Χâιμâλία, 82. Άλτι χấρι, 83. Αρουκάρι πι πάλμâ, 84. Μấγ[ι]λι, 85. Γιατριτσấλjαλι, 86. Φρικάρεα, 87. Λα Φâντấνj’, 88. Αντουνάρι βεάρτζâ, 89. Ντάρι βấσλι, 90. Σκουλάρι ντι κοάντâ. Τούτα τα 49 ποιήματα, όπως και όλα τα έργα του Α. Α., σχετίζονται κατά άμεσο τρόπο με τη γυναίκα και τις δραστηριότητές της και μέσω αυτής –της γυναίκας– ο ποιητής συνθέτει τη ζωή των Αρμάνων, όχι μόνο του χωριού του, αλλά όλων των Ελληνόβλαχων, σε όλες τους τις πτυχές.

– Ποιος, όμως, είναι ο ποιητής Αλέξανδρος Αγγέλου;

Ο Αλέξανδρος Αγγέλου, γιος του Νικολάου Αγγέλου και της Βασιλικής Σιτσιάνη, γεννήθηκε στο Μεγάροβο, της περιοχής της Μπίτολιας – Μοναστηρίου (σήμερα στη νυν πΓΔΜ), το 1883, έχοντας συμμαθητή του σε μικρότερη τάξη τον Αλέξανδρο Σβώλο (1888/1892-1956), με τον οποίο και συνδεόταν με φιλία.

Η μητέρα του Αγγέλου, Βασιλική Σιτσιάνη, κρατούσε από το ίδιο σόι με τη μάνα του Βοσκοπολίτη βαρόνου – ευεργέτη Σίνα.

Τελειώνοντας το Δημοτικό Σχολείο στο Μεγάροβο και το Σχολαρχείο (ισότιμο με το σημερινό Γυμνάσιο + Λύκειο) στο Μοναστήρι, σε περίοδο της έναρξης του Μακεδονικού Αγώνα, άρχισε να μαθαίνει την αγγλική γλώσσα, για να πάει για σπουδές στις Η.Π.Α. Εκείνη την περίοδο, όντας νέος 18-20 ετών, το 1901-1903, έγραψε και τα έξι βιβλία του παρόντος τόμου.

Στόχος του ήταν να σπουδάσει στις Η.Π.Α. την αγγλική γλώσσα και φιλολογία και κατόπιν να εξειδικευτεί στη γλωσσολογία, ώστε να διερευνήσει επιστημονικά το κατά πόσο ίσχυε κάτι που υποψιαζόταν, ότι δηλαδή η αρμάνικη – βλάχικη γλώσσα είναι πιο κοντινή και συγγενική με την ελληνική από ότι με τη λατινική, και ότι –ίσως– χρονολογικά ήταν παλαιότερη, σε σύγκριση με τις δύο κλασικές αρχαίες γλώσσες (ελληνική και λατινική).

Βρέθηκε, λοιπόν, στο Λος Άντζελες όπου έκανε τις πανεπιστημιακές σπουδές στην αγγλική γλώσσα και φιλολογία και κατόπιν συνέχισε στο πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ, στο οποίο έκανε διδακτορικές σπουδές στη συγκριτική γλωσσολογία.

Στην αρχή της δεκαετίας του 1920 επέστρεψε στην Ελλάδα, κι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου και εξελέγη «δάσκαλος» της αγγλικής γλώσσας στη νεοϊδρυμένη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ – Εμπορική Σχολή Αθηνών), στην οποία συνδέθηκε με στενή φιλία με τον καθηγητή Δημήτριο Ε. Καλιτσουνάκη (1888-1982), και με άλλους ακαδημαϊκούς δασκάλους, όπως ο ομόγλωσσος συμπατριώτης του –από το Μπλάτσι ή Βλαχομπλάτσα– Αντώνιος Δ. Κεραμόπουλλος (1870-1960), καθηγητής στο ΕΚΠΑ και ακαδημαϊκός.

Υπήρξε ιδιαίτερα αγαπητός δάσκαλος στους φοιτητές του, πολλοί εκ των οποίων ήταν τέκνα και γόνοι εφοπλιστικών οικογενειών, όπως της οικογένειας Εμπειρίκου, και ήταν ο άνθρωπος που οι φοιτητές της ΑΣΟΕΕ ήθελαν συνοδό στις επίσημες διδακτικές εκδρομές σε αρχαιολογικούς και ιστορικούς τόπους, καθότι αναλάμβανε το έργο της ξενάγησης, το οποίο μετέτρεπε σε «ψυχωφελές μάθημα» με την ευρυμάθειά του.

Ο Αλέξανδρος Αγγέλου είχε τρεις αδελφές και έναν αδελφό:

  • Τηλέμαχος Αγγέλου· πρόκειται για τον συγγραφέα του βιβλίου Μεγάροβον και Τύρνοβον τα δύο ελληνικά φρούρια της πόλεως Μοναστηρίου και φωλεά του Ελληνισμού της Δυτικής Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 1954, 8ον, σ. 39. Ο Τηλέμαχος Αγγέλου είχε έναν γιο, τον Νικόλαο.
  • Αγαθονίκη Αγγέλου· παντρεύτηκε στο Λος Άντζελες κάποιον ονόματι Γιαγκούση, κουρέα στο επάγγελμα, με καταγωγή από το Μοναστήρι. Αυτή δέχτηκε τον Αλέξανδρο Αγγέλου, αδελφό της στις Η.Π.Α., να κάνει τις πανεπιστημιακές σπουδές του στην αγγλική γλώσσα και φιλολογία. Η Αγαθονίκη Αγγέλου είχε έναν γιο, τον Θεόφιλο Γιαγκούση, αξιωματικό της πολεμικής αεροπορίας των Η.Π.Α.
  • Αθηνά Αγγέλου· παντρεύτηκε τον Θωμά Κόκκο, εμποροράφτη από το Κρούσοβο, και μετά το έτος 1912 εγκαταστάθηκαν στη Φλώρινα. Η Αθηνά απόχτησε δυο κόρες, την Ολυμπία και την Αναστασία. Της Ολυμπίας τέκνα είναι ο Αλέξανδρος Κορτσάρης και ο Νικόλαος Κορτσάρης. Η Αναστασία δεν είχε παντρευτεί.
  • Φανή Αγγέλου· παντρεύτηκε τον Νικόλαο Κούκα, κατάγόμενο από τη Ρέσνα, με τον οποίο απόκτησε τρία παιδιά: Κάσσανδρος, Βασιλική και Έρση. Ο Κάσσανδρος απόκτησε τα εξής παιδιά: Νικόλαος και Φανή, που σήμερα ζουν στη Φλώρινα. Η Βασιλική απόκτησε γιο, με το όνομα Γεώργιος.
  • Ευφροσύνη [Φρόσω] Αγγέλου· παντρεύτηκε κρητικό ονόματι Παπαδονικολάκη, που βρέθηκε στη Φλώρινα ως δασολόγος. Ο γιος αυτού, Ιωάννης/Γιάννης Παπαδονικολάκης (1928-2000), ήταν υποπτέραρχος της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας και πολιτικός. Διακρίθηκε για την αντιστασιακή του δράση την περίοδο της χούντας και μεταπολιτευτικά διετέλεσε βουλευτής του ΠΑΣΟΚκαι υπουργός.

Κατά τον πληροφορητή μας:

«Ο Αλέξανδρος Αγγέλου ήταν άνθρωπος ευρύτατης μορφώσεως, δειλός όμως, χωρίς κοινωνικές σχέσεις, παρ’ όλο που έζησε πολλά χρόνια στην Αθήνα. Αυτός είναι ο λόγος που δεν υπάρχει τίποτα δημοσιευμένο από το έργο του. Για το συγκεκριμένο έργο, ξέρω ότι είχε απευθυνθεί και είχε κάποια επαφή με τον καθηγητή Καριοφύλλη Μητσάκη, που ήταν πρόεδρος στο ΙΜΧΑ. Τι έγινε, δεν γνωρίζω, αλλά το έργο δεν το εξέδωσε το ΙΜΧΑ. Επίσης, ανάλογη επαφή είχε και με τον πρόεδρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών Χαράλαμπο Λέκκα (Κρούσοβο 1897 – Θεσσαλονίκη 1972), χωρίς και αυτή να έχει οδηγήσει κάπου.

Στον Καριοφύλλη Μητσάκη, ο Αγγέλου είχε δώσει κάποια από αυτά τα ποιήματά του να τα δημοσιεύσει, αλλά κάτι τέτοιο δεν έγινε. Έδωσε όμως φωτοτυπίες του έργου στον Νικόλαο Λούστα, και πρέπει να το έχουν τα παιδιά του, έδωσε και στον Σωκράτη Λιάκο, με τον οποίο έκανε παρέα, και ίσως να έχουν φωτοαντίγραφα του έργου του Αγγέλου όσοι διαχειρίζονται το αρχείο του Σωκράτη Λιάκου. Ο Αγγέλου ευελπιστούσε ότι ο Σωκράτης Λιάκος θα τον βοηθούσε στην έκδοση του έργου του.

Έδωσε ο Αγγέλου Φ/Α του έργου του και σε κάποιον φιλόλογο από τη Βέροια, τον Α. Κ., που δεν νομίζω να δημοσίευσε κάτι. Έδωσε και στον Α. Λ., που το βρήκε εξαιρετικό ως έργο, αλλά ούτε αυτός έκανε κάτι. Ήταν, φαίνεται, όλοι απορροφημένοι από τις βλαχολογικές μελέτες τους.

Σχεδόν το συνολικό έργο του Αγγέλου, σε πρωτότυπα χειρόγραφα και σε Φ/Α, το είχα και εγώ, αλλά επειδή δεν γνωρίζω καλά τα βλάχικα και διότι δεν θα καταπιανόμουν ποτέ με αυτά, τα έδωσα στον Μίμη Σουλιώτη (1949-2012). Ξέρω πως ο Σουλιώτης δημοσίευσε σε ένα περιοδικό στη Φλώρινα κάποιο ποίημα του Αγγέλου, αλλά το άλλο έργο τι το έκαμε δεν το γνωρίζω. Αν μπορέσεις να μιλήσεις με τη (χήρα) γυναίκα του, ίσως μάθεις τι έχουν γίνει τα χειρόγραφα του έργου του Αγγέλου. Ίσως να γνωρίζει κάτι και ο καθηγητής Ντίνας, που σε δική του μετάφραση δημοσιεύτηκε στο περιοδικό το ποίημα.

Το 1931 είναι σπουδαίο έτος για τους Φλωρινιώτες, γιατί τότε έγινε η επέκταση της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης Φλώρινας, που πριν ήταν γραμμή Θεσσαλονίκη – Έδεσσα – Αμύνταιο. Άργησε να πάει το τρένο ως τη Φλώρινα, γιατί έφτανε τότε μέχρι το Αρμενοχώρι και από εκεί συνέχιζε για το Μοναστήρι. Από αυτό το έτος αρχίζουν οι Φλωρινιώτες να ταξιδεύουν συχνά στη Θεσσαλονίκη, και στην Αθήνα, αλλά και οι Φλωρινιώτες των Αθηνών στη Φλώρινα.

Ήταν κλειστός τύπος ο Αλέξανδρος Αγγέλου, και στην Αθήνα έκανε παρέα μόνο με έναν Βλάχο Μοναστηριώτη, τον γιατρό Ιοάνοβιτζ, που ζούσε για χρόνια στην Αλεξάνδρεια και μετακόμισε στην Αθήνα.

Όταν βγήκε στη σύνταξη, στη δεκαετία του 1960, ταξίδευε συχνά στη Φλώρινα και συναντούσε τις Βλάχισσες Μοναστηριώτισσες και έκανε μαζί τους συζητήσεις στα βλάχικα, και κατέγραφε λέξεις και μάζευε γλωσσικό υλικό. Έγραψε κατόπιν ένα Λεξικό, με πλήρη ετυμολόγηση των λέξεων, και απεδείκνυε ότι τα βλάχικα προϋπήρχαν της ελληνικής και της λατινικής. Ήταν σπουδαία εργασία – μελέτη αυτό το χειρόγραφό του. Δεν ξέρω αν και αυτό το έδωσα στον Μίμη Σουλιώτη, ή αν το έχω κάπου στο εξοχικό μου ή αν τελικά παράπεσε πουθενά και χάθηκε για πάντα. Ήταν σπουδαία εργασία και μας παραξένευαν τα συμπεράσματά του, όταν μας τα εξέθετε.

Στη Φλώρινα όταν πήγαινε, έμενε στο ξενοδοχείο «Βαλκάνια», ιδιοκτησίας Τέγου. Δεν πήγαινε αλλού να κοιμηθεί.

Πέθανε στη Θεσσαλονίκη, στην Ψυχιατρική Κλινική – Γηροκομείο «Αγιος Γεώργιος» (Στασινόπουλος), στο Πανόραμα, σε ηλικία 96-97 ετών.

Ο Αλ. Αγγέλου, τα ποιήματα τα έγραψε πολύ νέος, στις αρχές του 20ού αιώνα, πριν φύγει για την Αμερική, και θα ήταν γύρω στα είκοσί του. Κάποια ίσως να τα έγραψε αργότερα. Πιθανώς, στη συνέχεια, να τα διόρθωσε κάποια ή όλα. Έργο της ώριμης ηλικίας του ήταν μόνο το Ετυμολογικό Λεξικό της Βλάχικης. Μακάρι να το βρω κάπου καταχωνιασμένο…

Ο Αλέξανδρος Αγγέλου πέθανε γύρω στα 1979 – 1980.»

*****

Η γραφή του Αλέξανδρου Αγγέλου είναι πρωτοποριακή, καθότι είναι ο πρώτος –εξ όσων γνωρίζω– συγγραφέας που με ποιητική γραφή καταθέτει έργο ιστορικό, εθνογραφικό, ανθρωπολογικό, και λαογραφικό ταυτόχρονα, και που δίνει αυτό το τεράστιο υλικό μέσω της θέασης των «χιλιάδων μορφών και ρόλων» της γυναικείας ύπαρξης και δη της Αρμάνας – Βλάχας.

Είναι το πρώτο ολοκληρωμένο έργο-βιβλίο γραμμένο στη βλάχικη γλώσσα, εν Ελλάδι, μακριά από προπαγάνδες και μανιχαϊσμούς, και εδράζεται στο μεγαλείο της ποιητικής τέχνης και της ενσυνείδητης υπεράσπισης και διάσωσης του εσώτερου γλωσσικού πλούτου, γεγονός που δεικνύεται από τα –πάνω από 6.000– πρωτογενή λήμματα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας.

Ο Αλ. Αγγέλου δεν παίρνει σκυτάλη από προηγηθέντες Βλάχους δημιουργούς (Καβαλλιώτης, Μοσχοπολίτης, Ρόζιας κ.λπ.), ούτε από «λόγιους Βλάχους» που έζησαν στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα στη Ρουμανία, και των οποίων τα έργα αγνοεί και δεν γνωρίζει καν. Λειτουργεί ως μέλλων διδάκτορας της γλωσσολογίας, με την ποιητική φλέβα του να τον τροφοδοτεί σε φιλολογικά άρτια ποιήματα, νοηματικά ολοκληρωμένα, εθνολογικά πιστότατα στην καταγραφή, λαογραφικά απαρέγκλιτα απεικονιστικά, και γλωσσολογικά πλήρως διασωστικά με το πλήθος των βλάχικων λαϊκών και μη εκφράσεων και λέξεων που καταθέτει.

Όλα αυτά, με τη μαγεία της ποιητικής σύλληψής του, μέσα από το «πολλαπλό είναι της γυναικείας φύσης», και όχι σαν μια ανάκλαση κάποιας εικόνας μέσα από παραμορφωτικούς καθρέφτες και φακούς που μεγιστοποιούν απάτες και αυταπάτες, και που καλλιεργούν άπειρες ψευδαισθήσεις ή που προωθούν τους προπαγανδιστικούς πομφόλυγες.

Το πώς βλέπει ο Αλ. Αγγέλου τους Αρμάνους, την Ελλάδα, τους Έλληνες κ.λπ., το ιστορικό πεπρωμένο τους και το μέλλον τους, και μάλιστα σε εποχές που τα πάντα είναι ρευστά, το λέει σε γραικόγλωσσο ποίημά του, του 1974, με τίτλο: Παγκόσμια Ελλάδα:

Εδώ καταθέτω μεγάλο μέρος από το Βιβλίο Τρίτο, βλαχιστί και σε νεοελληνική μετάφραση, σχετικό με το Πανηγύρι (κείνου του παλιού καιρού):