Στην εν λόγω εργασία, θα γίνει μία προσπάθεια εθνογραφικής επιτόπιας έρευνας με αρχειακό υλικό και ποικίλα μέσα καταγραφής, που σχετίζονται με την προσάρτηση του πληθυσμού των Βλάχων στην περιοχή των Πρεσπών σε συνδυασμό με τους ντόπιους, όπως επίσης και του εποικισμού τους έπειτα από την λήξη του εμφυλίου πολέμου (1946-1949).
Εκείνο που χρήζει ιδιαίτερης σημασίας, είναι να διερευνηθεί από πολιτισμικής, οικονομικής και κοινωνικής απόψεως, η συμβολή της πολιτείας στην περιοχή των Πρεσπών και πώς αυτό επηρέασε τον πληθυσμό των ντόπιων, αλλά και τον πληθυσμό των Βλάχων, εφόσον είχε ήδη επέλθει μία νέα εποχή όπου οι μεν (Βλάχοι) έπρεπε να ενσωματωθούν στην περιοχή των Πρεσπών και οι δε (ντόπιοι) να συνυπάρξουν ομαλά με την άφιξη του νέου αυτού πληθυσμού. Επομένως, γίνεται λόγος για μία αναδρομή στο παρελθόν, όπου οι καταγεγραμμένες συζητήσεις από τους εν ζωή γηγενείς, θα δώσουν φως στην έρευνά μας, παραθέτοντας ρεαλιστικά παραδείγματα για τη συνύπαρξη των δύο πληθυσμών, και την επίδραση που αυτό άσκησε ανά τους χρόνους. Έτσι λοιπόν, με άξονα την αφήγηση και τη πλαισίωση της ιστορίας, θα μπορέσουμε να ανακαλύψουμε την επίδραση που είχε η ανάμιξη των δύο διαφορετικών πολιτισμών στις δύο πληθυσμιακές ομάδες. Επίσης, σημαντικός παράγοντας στην εργασία είναι η γλωσσική και πολιτισμική επέκταση των βλάχων στην περιοχή των Πρεσπών. Συγκεκριμένα, το κατά πόσο συντέλεσε στο να φθαρεί η σλαβόφωνη παρουσία, όπως επίσης και στο αν συνέβαλε θετικά στη δημιουργία μίας νέας ελληνικής κοινότητας με άμεση και αισθητή επιρροή στους ντόπιους πληθυσμούς. Τέλος, εκείνο που πρόκειται να εξετασθεί σε συνδυασμό με τα παραπάνω, είναι η οικονομική δραστηριότητα στην περιοχή των Πρεσπών και το κατά πόσο η πολιτεία άσκησε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη και αναβάθμιση τις νεο-προσαρτειθήσας πληθυσμιακής ομάδας, που εν τέλει οδήγησε στην μόνιμη εγκατάσταση των Βλάχων.
Σκοπός της εργασίας
Η παρούσα εργασία εξετάζει τη συμβίωση και την ενσωμάτωση των Βλαχόφωνων πληθυσμών με τους ντόπιους, τις προϋποθέσεις, τους σκοπούς της εποίκισής τους αμέσως μετά τη λήξη του Εμφύλιου Πολέμου. Η κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας την ανάγκη για «εμπλουτισμό» της περιοχής και στοχεύοντας στην πληθυσμιακή, οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, προσέφερε προνόμια και εφάρμοσε μέτρα ώστε να επιτύχει την μόνιμη εγκατάσταση των Βλάχων . Απώτερο αίτημα θα είναι η εδραίωση μιας μόνιμης δομής που θα βελτιώσει την περιοχή αλλά και θα επιτρέψει στους νεοφερμένους την διατήρηση των πολιτισμικών στοιχείων της καταγωγής τους και να μπορέσουν παράλληλα να δημιουργήσουν μία νέα αρχή στην περιοχή εποικισμού.
Παράλληλα ερευνάται κατά πόσο η βλαχόφωνη παρουσία συνετέλεσε στην αλλοίωση της ντόπιας – σλαβόφωνης ταυτότητας και παρουσιάζει την συμβολή και την προσφορά τους στη διαμόρφωση και δημιουργία της νεοελληνικής κοινωνικής ταυτότητας. Πρόκειται για μία ιστορική αναδρομή για τις ομάδες των βλάχικων μητροπολιτικών οικισμών και αποτελεί μία εκτενέστερη καταγραφή της ιστορίας και εγκατάστασής τους στην Δυτική Μακεδονία. Πιο συγκεκριμένα, επιλέχθηκε η περιοχή των Πρεσπών ως χώρος έρευνας της βλάχικης εγκατάστασης και, χρονολογικά, η μελέτη ξεκινά από την μετεμφυλιακή εποχή.
Σκοπός της είναι να καταγράψει και να αναλύσει τους τρόπους με τους οποίους η κυβέρνηση και οι τοπικοί φορείς συνέβαλαν στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών, στην υλοποίηση του προγράμματος και τέλος να αποτυπωθούν και να αναλυθούν οι προσλήψεις και από τις δύο πλευρές. Στο επίκεντρο της έρευνας που πραγματοποιείται βρίσκονται δύο πληθυσμιακές ομάδες, των ντόπιων και των Βλάχων, που κατοικούν στην συγκεκριμένη περιοχή της Δυτ. Μακεδονίας. Η εκπόνηση της παρούσας εργασίας ξεκίνησε με την διάθεση ενός ταξιδιού μέσα στο χρόνο και την αναπαράσταση της τεταμένης ατμόσφαιρας. Το παρελθόν ασκεί μια διαρκή γοητεία. Δείχνουμε ενδιαφέρον για το παρελθόν επειδή δείχνουμε ενδιαφέρον για τις ρίζες μας, ή επειδή η «ετερότητα» διαφορετικών ανθρώπων που έζησαν σε διαφορετικές εποχές έχει προκαλέσει την περιέργειά μας.
Απαιτούνταν σεβασμός και ιδιαίτερη ευαισθησία και διακριτικότητα απέναντι στην πολιτισμική κοινότητα των Βλάχων. Επίσης, χρειάστηκε πολύ μεγάλη λεπτότητα η έρευνα με τους ντόπιους. Δικαιολογείται αν λάβει υπόψιν κανείς τις εξαιρετικά δύσκολες καταστάσεις που έζησε ο πληθυσμός της Πρέσπας με τον Εμφύλιο Πόλεμο. Όλη η διαδικασία των συνεντεύξεων πραγματοποιήθηκε με απόλυτη σοβαρότητα και υπευθυνότητα καθώς ο κάθε ερωτώμενος έφερνε στο μυαλό του πολύ δύσκολες αναμνήσεις. Η οποιαδήποτε αναφορά στα γεγονότα εκείνης της εποχής θεωρείται «λεπτό ζήτημα» ή ακόμα και «ταμπού».
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε τρία επίπεδα: 1) Βιβλιογραφική έρευνα, 2) Αρχειακή έρευνα, 3) Επιτόπια έρευνα και προσωπικές συνεντεύξεις. Η επιτόπια έρευνα και οι συνεντεύξεις για εμένα είναι το ουσιαστικότερο μέρος της εργασίας καθώς επιβεβαιώνουν περίτρανα τις βιβλιογραφικές αναφορές αλλά και μεταφέρουν με τον πλέον ρεαλιστικό τρόπο την τοπική ιστορία των χωριών και το κλίμα της εποχής. Ο κύριος σκοπός της εργασίας είναι να παρουσιάσει την ενσωμάτωση και συμβίωση των βλαχόφωνων πληθυσμών με τους ντόπιους σλαβόφωνους καθώς και την προσφορά και συμβολή του βλάχικου στοιχείου στην δημιουργία της νεοελληνικής ιστορίας και ταυτότητας στα εγκαταλελειμμένα χωριά της ακριτικής περιοχής
Ο εποικισμός των Βλάχων στις Πρέσπες κατά την πρώτη δεκαετία μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο
Μουλιώτα Αρετή
Μεταπτυχιακη Εργασια
Πανεπιστημιο Δυτικης Μακεδονιας -Παιδαγωγικη Σχολη Φλωρινας
Παιδαγωγικο Τμημα Δημοτικης Εκπαιδευσης
Διαβάστε την εργασία παρακάτω ή κατεβάστε τη
