Ο Ιωάννης Κίνναμος (1143-1185) ήταν βυζαντινός ιστορικός και διετέλεσε βασιλικός γραμματικός του Μανουήλ Α' Κομνηνού (γεν. 1118) του οποίου τα κατορθώματα θα εξιστορήσει μετά το θάνατο του το 1180 μ.Χ. και θα μας παραδώσει το έργο Επιτομή των κατορθωμάτων των αυτοκρατόρων Ιωάννη Β΄ και Μανουήλ Α΄ Κομνηνού.
Σε αυτό θα μας μεταφέρει την άποψη ότι οι Βλάχοι ήταν παλιοί άποικοι που ήρθαν από την Ιταλία όταν αναφερόμενος στους πολέμους της αυτοκρατορίας εναντίων των Ούγγρων θα παρουσιάσει ένα τέχνασμα του βασιλέα:
Ο Στέφανος Γ’ της Ουγγαρίας το 1166 μ.Χ. παραβιάζει τη συνθήκη ειρήνης με το Βυζάντιο και προσπαθεί να επανακτήσει τις περιοχές που ανήκουν στον αδερφό του Μπέλα και που τις έχουν κατοχυρώσει οι Βυζαντινοί από το καλοκάιρι του 1164. Διατάσσει λοιπόν τον στρατηγό του Διονύσιο να καταλάβει το Σίρμιο..
Ο Μανουήλ αποφάσιζε να εκστρατεύσει εναντίον τους και στέλνει τον γαμπρό του Αλέξιο (Μπέλα) μαζί με τον Αλέξιο Αξούχο με το κύριο στράτευμα να προσεγγίσει την περιοχή του Σιρμίου. Για να τους αιφνιδιάσει όμως στέλνει και τον Λέοντα Βατάτζη με ένα μεγάλο στράτευμα με πλήθος Βλάχων από ανατολικά για να επιτεθεί περνώντας τα Καρπάθια.
Από το κείμενο δεν εξάγεται ασφαλές συμπέρασμα από ποια περιοχή στρατολογήθηκαν αυτοί οι Βλάχοι αλλά πιθανόν να εννοεί τους παρίστριους και τους Βλάχους του Αίμου.
Ο βασιλέας, εξαιτίας αυτών, ανησυχούσε έντονα και επιθυμούσε να εκστρατεύσει ξανά εναντίον των Ούννων, αλλά θέλοντας περισσότερο να επιδείξει τη δύναμη των Ρωμαίων προς αυτούς, σχεδίαζε το εξής:
Έστειλε τον Αλέξιο (Μπέλα, αδελφό του βασιλιά των Ούγγρων Στεφάνου), με τον οποίο είχε αρραβωνιάσει την κόρη του, μαζί με πολλές στρατιωτικές δυνάμεις —των οποίων αρχηγός ήταν ο ίδιος ο Αλέξιος (Αξούχος), που κατείχε το αξίωμα του πρωτοστράτορα— προς τον Ίστρο, ώστε να δημιουργήσει την εντύπωση στους Ούννους ότι, όπως συνήθιζε, επρόκειτο να επιτεθεί ξανά στα εδάφη τους.
Παράλληλα, έδωσε εντολή σε κάποιον Λέοντα Βατάτζη να κινηθεί από άλλη κατεύθυνση, οδηγώντας άλλο μεγάλο στράτευμα, στο οποίο συμμετείχε και πλήθος Βλάχων, οι οποίοι λέγεται ότι ήταν από παλιά άποικοι της Ιταλίας, και να εισβάλει στη χώρα των Ούννων από τα παράλια που βρίσκονται κοντά στον λεγόμενο Εύξεινο Πόντο, από όπου κανείς ποτέ, σε όλη την ιστορία, δεν είχε εισβάλει.
Ο Αλέξιος λοιπόν και ο υπόλοιπος ρωμαϊκός στρατός, αφού έφτασαν στον Ίστρο, προκάλεσαν φόβο στους Ούννους, καθώς έδιναν την εντύπωση ότι θα περνούσαν αμέσως τον ποταμό. Ο Βατάτζης όμως, από το σημείο που είχε διαταχθεί, επιτέθηκε και λεηλάτησε ανελέητα τα πάντα, καταστρέφοντας ό,τι έβρισκε στο πέρασμά του. Προκάλεσε μεγάλο φόνο και αιχμαλωσία ανθρώπων, όχι μικρότερη σε έκταση, και έδιωξε από εκεί μεγάλα κοπάδια ζώων, αλόγων και άλλων ειδών, τα οποία έφερε πίσω στον βασιλέα.
Εκείνος, θέλοντας να τους επιφέρει και δεύτερο πλήγμα, έστειλε ξανά στρατό, αφού προηγουμένως είχε δώσει εντολή οι Ούννοι που κατοικούσαν πιο πάνω, προς την Ταυροσκυθία, να δεχθούν επίθεση από εκεί. Αρχηγοί αυτού του στρατεύματος ήταν ο Ανδρόνικος Λαμπαρδάς και ο Νικηφόρος Πετραλοιφάς, καθώς και άλλοι ικανοί στρατιωτικοί. Πάνω από όλους όμως είχε την εποπτεία ο Ιωάννης Δούκας, τον οποίο έχω ήδη αναφέρει πολλές φορές.
Οι οποίοι, αφού δεν άργησαν καθόλου, αφού διέσχισαν δύσβατα και κακοπέραστα περάσματα και πέρασαν μια χώρα εντελώς έρημη από ανθρώπους, εισβάλλουν στην Ουννική περιοχή. Εκεί, αφού συνάντησαν πάρα πολλά και πολυάνθρωπα χωριά, απέσπασαν τεράστιο πλήθος λαφύρων και θανάτωσαν πολλούς ανθρώπους· ακόμη περισσότερους όμως αιχμαλώτισαν.
Και όταν πλέον ετοιμάζονταν να αποχωρήσουν από εκεί, έστησαν έναν χάλκινο σταυρό και πάνω του χάραξαν την ακόλουθη επιγραφή:
«Εδώ κάποτε, στην Παννονία, τα άτακτα φύλα της γενέθλιας γης τα αφάνισε ο φοβερός Άρης και το χέρι των Αυσονίων.
Όταν στην ένδοξη Ρώμη βασίλευε ο θείος Μανουήλ, η λαμπρή δόξα των ανδρείων Κομνηνών.»
(Αύσονες ή Αυσόνιοι ήταν λαοί που ζούσαν στην κεντρική και νότια Ιταλία. Οι βυζαντινοί λόγιοι χρηαιμοποιούσαν τον όρο αυτό για να τονίσουν την Ρωμαϊκότητα της Ανατολικής Αυτοκρατορίας).
Βασιλεύ δε ἐσφάδαζε μὲν διὰ ταῦτα καὶ ἤθελεν αὐτὸς καὶ πάλιν ἐπὶ Οὐννικῆς ἰέναι, ἐπίδειξιν δὲ μᾶλλον τῆς ῾Ῥωμαίων ἰσχύος ποιεῖσθαι θέλων αὐτοῖς, τοιάδε τινὰ ἐνενόει. ᾿Αλέξιον μέν, ᾧ τὴν θυγατέρα ἠγγύα, στρατεύμασιν ἅμα πολλοῖς, ὧν ᾿Αλέξιος ἦρχεν ὃς πρωτοστράτωρ ἐτύγχανεν ὤν, ἐπὶ τὸν Ἴστρον ἔπεμπε δόκησιν ἐμποιήσοντα Οὔννοις ὡς ἐκ τῶν συνήθων καὶ πάλιν αὐτοῖς ἐπιτεθήσεται χωρίων, Λέοντα δέ τινα Βατάτζην ἐπίκλησιν ἑτέρωθεν στράτευμα ἐπαγόμενον ἄλλο τε συχνὸν καὶ δὴ καὶ Βλάχων πολὺν ὅμιλον, οἱ τῶν ἐξ Ἰταλίας ἄποικοι πάλαι εἶναι λέγονται, ἐκ τῶν πρὸς τῷ Εὐξείνῳ καλουμένῳ πόντῳ χωρίων ἐμβαλεῖν ἐκέλευεν εἰς τὴν Οὐννικήν, ὅθεν οὐδεὶς οὐδέποτε τοῦ παντὸς αἰῶνος ἐπέδραμε τούτοις. ᾿Αλέξιος μὲν οὖν καὶ τὸ ἄλλο Ῥωμαίων στράτευμα ἐπὶ τοῦ Ἴστρου γεγονότες δέος ὑπέτεινον Οὔννοις ὡς ἐκεῖθεν αὐτίκα περαιωσόμενοι, ὁ Βατάτζης δὲ ὅθεν εἴρηται προσβαλὼν ἔκειρέ τε ἀφειδῶς πάντα καὶ ξυνεπάτει· τὰ παραπίπτοντα. ἀνθρώπων τε οὖν πολὺν εἴργαστο φόνον καὶ ἀνδραποδισμὸν οὐκ ἐλάσσω πεποίητο. πρὸς δὲ καὶ ζώων ἀγέλας ἵππων τε καὶ ἄλλων παντοδαπῶν ἐκεῖθεν ἐλάσας ἐπὶ βασιλέα ἦλθεν. · ὁ δὲ καὶ δευτέραν ἐπιθεῖναι σφίσι θέλων πληγὴν στράτευμα καὶ πάλιν ἐπ᾿ αὐτοὺς ἔπεμψεν ἐπιστείλας ἄνωθέν ποθεν ἐς τοὺς προσοικοῦντας τὴν Ταυροσκυθικὴν ἐμβαλεῖν Οὔννους. ἡγοῦντό τε τοῦ στρατεύματος τούτου Ανδρόνικός τε ὁ Λαμπαρδᾶς καὶ Νικηφόρος ὁ Πετραλοίφας ἄλλοι τε ἱκανοί. πᾶσι μέντοι ἐφίστατο Ἰωάννης, οὗ πολλάκις ἤδη ἐμνήσθην, ὁ Δούκας·
οἳ καὶ οὐκ εἰς μακρὰν δολιχούς τινας καὶ δυσεμβόλους διαμείψαντες χώρους ἀνθρώπων τε παντάπασιν ἔρημον διελθόντες γῆν ἐμβάλλουσι τῇ Οὐννικῇ, κώμαις τε πολυανθρωποτάταις ἄγαν ἐντετυχηκότες πολλαῖς μέγα τέ τι λαφύρων περιεβάλλοντο χρῆμα καὶ ἀνθρώπων πολλοὺς ἔκτειναν; πλείστους δὲ καὶ ἠνδραποδίσαντο. μέλλοντές τε ἤδη ἐκεῖθεν ἀπαίρειν σταυρὸν χαλκοῦ πεποιημένον ἐνταῦθα ἀναστήσαντες τοιάδε τινὰ ἔγραψαν.
Ἐνθάδε Παννονίης ποτὲ ἄκριτα φῦλα γενέθλης Δεινὸς Ἄρης καὶ χεὶρ ἔκτανεν Αὐσονίων.
Ῥώμης ὁππότε κλεινῆς δῖος ἄνασσε Μανουήλ, Κομνηνῶν κρατόρων εὖχος ἀριστονόων.