Η παιδική σχολική ζωή στη Τρυγόνα

Τρυγόνα. Έξω από το μαγαζί του Χαράλαμπου Λούδη, 1964.Το Δημοτικό Σχολείο της Τρυγόνας ιδρύθηκε το 1923 και είχε 47 μαθητές, την πληροφορία δίνουν τα «Θεσσαλικά Χρονικά 1935».

Το 1943 κάηκε από τους Γερμανούς και μέχρι να ξαναχτιστεί, κάποιοι μαθητές, για να μην χάσουν χρονιά το έτος 1946-47 πήγαιναν στο σχολείο της Πεύκης περπατώντας καθημερινά και παρακολουθούσαν μαθήματα από τον Δάσκαλο Κατσανούλη από το Μαλακάσι.
Το 1948 εξαιτίας του εμφυλίου δεν υπήρχε δάσκαλος στο χωριό και προκειμένου τα παιδιά να μάθουν γράμματα, οι χωριανοί επέλεξαν με δική τους πρωτοβουλία για γραμματοδιδάσκαλο τον συγχωριανό τους Ιωάννη Παπαϊωάννου, ο οποίος είχε πάει στο Γυμνάσιο, γιος του ιερέα του χωριού παπα-Χρήστου Παπαϊωάννου. Η αμοιβή του ήταν 20 δραχμές για κάθε παιδί.
Το Καλοκαίρι έκαναν μαθήματα κάτω από τον ίσκιο της καρυδιάς του Χαράλαμπου του Λούδη, που ήταν δίπλα από το σημερινό Δημοτικό σχολείο και στην καρυδιά του Κώστα του Ρουστάνη, που είχε στον κήπο του κοντά στην πλατεία, ενώ το Χειμώνα μέσα στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου. Οι μαθητές τότε ήταν πάνω από 100, τον πίνακα τον κρεμούσαν στον κορμό της καρυδιάς, καθόταν σε πέτρες κι έγραφαν πάνω σε στεριωμένες σανίδες σαν τραπεζάκια. Τις προαγωγικές κι απολυτήριες εξετάσεις τις έκανε διορισμένος δάσκαλος από την Καλομοίρα που ερχόταν μια Κυριακή στο τέλος της σχολικής χρονιάς.
Το σημερινό δημοτικό σχολείο χτίστηκε το 1950 και λειτούργησε ως μονοθέσιο από το 1952 έως το 1964. Το 1965 λειτούργησε και το νηπιαγωγείο στο παλιό σπίτι του Χαράλαμπου Λούδη και αργότερα στο υπόγειο του κοινοτικού γραφείου. Το 1955 -1957 στο χωριό λειτούργησε και η νυχτερινή σχολή, που σκοπός της ήταν να μάθει τα στοιχειώδη γράμματα σε παιδιά ηλικίας από 14 μέχρι και 20 χρονών, που λόγω του πολέμου έμειναν αναλφάβητα. Διδάσκονταν γραφή και ανάγνωση, τα μαθήματα γινόταν το βράδυ, γιατί οι περισσότεροι εργάζονταν στα χωράφια και φύλαγαν τα πρόβατα. Η σχολή αυτή βοήθησε αρκετά στην καταπολέμηση του αναλφαβητισμού στο χωριό, αφού οι περισσότερες γυναίκες έμαθαν εκεί να διαβάζουν και να γράφουν. Από το 1964 μέχρι το 1969-70 το σχολείο ήταν διθέσιο και ολοήμερο. Τις πρώτες τάξεις τις έπαιρνε συνήθως η δασκάλα και τις άλλες ο δάσκαλος και όταν αυτοί ασχολούνταν με μια τάξη, οι μαθητές των άλλων τάξεων ζωγράφιζαν ή έκαναν χειροτεχνία, παρακολουθώντας αναγκαστικά τα μαθήματα των άλλων τάξεων.
Οι μαθητές έκαναν κάθε μέρα μάθημα, πρωί και απόγευμα με διάλειμμα δυο ωρών το μεσημέρι για ξεκούραση και φαγητό, εκτός από το Σάββατο που έκαναν μάθημα μέχρι το μεσημέρι. Ρολόγια δεν υπήρχαν πολλά και το ξεκίνημα γινόταν στις 8 το πρωί με το χτύπημα της καμπάνας από τους επιμελητές. Η καμπάνα ήταν μια ζάντα από αυτοκίνητο κρεμασμένη σε μια ακακία στο στενό, «στριάχα», κοντά στο κοινοτικό γραφείο. Οι μαθητές τη χτυπούσαν με ένα σίδερο και στο άκουσμά της όλοι ξεκινούσαν για το σχολείο, πρωί και απόγευμα και ακούγονταν αυτό το δαιμονισμένο χτύπημα σε όλο το χωριό κι όλοι έτρεχαν τις πιο πολλές φορές με φόβο, αγωνία και καρδιοχτύπι να προλάβουν, είτε ήξεραν το μάθημα είτε όχι.
Η σχολική σάκα για αρκετά χρόνια ήταν ένας τορβάς υφασμένος στον αργαλειό, τον κρεμούσαν στο λαιμό χιαστί και μέσα έβαζαν τα πρωτάκια το αλφαβητάρι, την πλάκα και το κονδύλι. Στην δεκαετία του 1960 τα σχολικά είδη, τα μολύβια και τα τετράδια τα αγόραζαν από τα μαγαζιά του χωριού και τα βιβλία τα έντυναν με μπλε κόλα και ετικέτα. Τα κορίτσια στη δεκαετία του 1970 φορούσαν σχολικές μπλε ποδιές με άσπρο γιακά και υποχρεωτικά κορδέλα στα μαλλιά, ο άσπρος υφασμάτινος γιακάς για να διατηρείται καθαρός αντικαταστάθηκε γρήγορα από τον πλαστικό. Τα αγόρια δεν είχαν ιδιαίτερη σχολική ενδυμασία, έπρεπε μόνο να προσέχουν τα μαλλιά τους να είναι κοντά, συνήθως ήταν κουρεμένα με ψιλή μηχανή. Τα ρούχα τους ήταν ελάχιστα με πολλά μπαλώματα τα πιο πολλά. Στο νηπιαγωγείο φορούσαν κι αυτά σχολικές ποδιές.
Κάθε πρωί τα παιδιά με το χτύπημα του κουδουνιού έκαναν γραμμές μπροστά στην είσοδο του σχολείου. Στο επάνω σκαλοπάτι ανέβαινε ο δάσκαλος κι έδινε το πρόσταγμα:
«Στοιχηθείτε, ατενώς, ανάπαυση, προσοχή».
Ανέβαινε ένα παιδί στο σκαλοπάτι, όποιο είχε σειρά κι έλεγε την προσευχή, «το Πάτερ ημών» κι ύστερα έψαλαν όλα μαζί το θρησκευτικό τραγούδι «Συ που κόσμους κυβερνάς». Αν κάποιος χωριανός περνούσε έξω από τα σχολείο στεκόταν προσοχή, μέχρι να τελειώσουν τα παιδιά την προσευχή· αμέσως μετά γινόταν η έπαρση της σημαίας τραγουδώντας όλα τον εθνικό ύμνο και ύστερα έμπαιναν στις αίθουσες για μάθημα. Η απόλυση των μαθητών το απόγευμα γινόταν πάλι με προσευχή, «Το Βασιλεύ Ουράνιε», μέσα στην αίθουσα.
Κάθε Δευτέρα το πρωί ο δάσκαλος επιθεωρούσε τους μαθητές σχετικά με την καθαριότητα. Επιθεωρούσε τις ποδιές, τον άσπρο γιακά των μαθητριών, τα νύχια, τα χέρια, τα πόδια, τις κάλτσες, τα μαλλιά των αγοριών και αν ήταν μεγάλα, έπρεπε να κουρευτούν. Όσοι δεν τηρούσαν τις οδηγίες και τους κανονισμούς της καθαριότητας τιμωρούνταν. Πολλές φορές μπροστά στο φόβο και για να αποφύγουν την τιμωρία κάποιοι προλάβαιναν να κόψουν τα νύχια με τα δόντια. Η δύσκολη περίοδος ήταν, όταν καθάριζαν φρέσκα πράσινα καρύδια και τα χέρια γίνονταν κατάμαυρα, τότε τα έτριβαν στις πέτρες, για να φύγει το χρώμα, γιατί ο δάσκαλος φώναζε. Την καθαριότητα την αναλάμβαναν τα κορίτσια των δυο τελευταίων τάξεων. Σχεδόν κάθε Σάββατο έπλεναν τα τζάμια, ξεσκόνιζαν τα θρανία, τα καθάριζαν από τις μελάνες και σκούπιζαν την αυλή, αργότερα προσλήφθηκε καθαρίστρια. Όλοι οι μαθητές ασχολούνταν με τον σχολικό κήπο, μετέφεραν κοπριά, τον σκάλιζαν, τον πότιζαν, φύτευαν λουλούδια στα παρτέρια της αυλής, κλάδευαν τα δέντρα, τις τριανταφυλλιές και το πότισμα το Καλοκαίρι το αναλάμβαναν οι ίδιοι μαθητές με τη σειρά. Ο ανθοστόλιστος κήπος του σχολείου, έδινε μια άλλη ομορφιά στο περιβάλλον, ροζ τριανταφυλλιές που μοσχομύριζαν, ντάλιες, μαντζουράνες, πανσέδες, γαριφαλιές, βαλεντίνη, βασιλικός, όλα ήταν ταξινομημένα σε παρτέρια.
Το χειμώνα όλοι έφερναν κι ένα ξύλο από το σπίτι τους για τη σόμπα. Αν κάποιος ξεχνούσε, ο επιμελητής έγραφε στον πίνακα τα ονόματα αυτών με τίτλο «χωρίς ξύλο»! Λίγοι ήταν οι μαθητές που δεν έφερναν, αφού αν κάποιος από τη βιασύνη του ξεχνούσε, ακόμη και στο δρόμο εύκολα μπορούσε να βρει ένα παλούκι από τους φράχτες των κήπων και να το σπάσει, να το κάνει ξύλο για τη σόμπα...
Από το 1964-66, επειδή το χωριό ήταν ορεινό, το βιοτικό επίπεδο χαμηλό και οι κάτοικοι φτωχοί, λειτούργησε και αίθουσα συσσιτίου με απόφαση της Νομαρχίας και του κράτους. Το μαγειρείο και η αίθουσα τραπεζαρίας ήταν δίπλα από το σχολείο, εκεί που είναι σήμερα η παιδική χαρά. Οι μαθητές, πριν αρχίσουν το μάθημα, έπαιρναν το πρωινό τους, περνούσαν κατά γραμμές μπροστά από τον μάγειρα, που τους έβαζε με την κουτάλα γάλα σε ένα τσίγκινο κύπελλο. Ήταν γάλα σε σκόνη με κακάο, οι πιο πολλοί δεν το έπιναν, το έχυναν, δεν συγκρίνονταν με το δικό τους γάλα από τις κατσίκες και τα πρόβατα, έτρωγαν όμως ευχάριστα ψωμί με θρεψίνη. Το μεσημέρι κάθονταν όλοι στην τραπεζαρία και έτρωγαν μαγειρεμένα φαγητά στο καζάνι, μπλουγούρι, φασολάδα, μανέστρα με κρέας, ψάρια φέτα και ψωμί αγορασμένο. Οι μαγείρισσες ήταν γυναίκες του χωριού, που είχαν αναλάβει αυτή την εργασία.

Ο δάσκαλος Γεώργιος Ρουστάνης με τους μαθητές του, κατά την διάρκεια του πρωινού συσσιτίου, Τρυγόνα 1965.Ο δάσκαλος Γεώργιος Ρουστάνης με τους μαθητές του, κατά την διάρκεια του πρωινού συσσιτίου, Τρυγόνα 1965.

«Ρίξε ξύλο δάσκαλε, ρίξε, ρίξε όσο μπορείς»!

ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ

Ευχάριστα μαθήματα σε όλους ήταν η γυμναστική, η ωδική, η χειροτεχνία, η ζωγραφική, η καλλιγραφία και το φυτολόγιο, όσο για τα πρωτεύοντα αρκετά παιδιά υστερούσαν στην έκθεση και την αριθμητική. Στις πιο μεγάλες τάξεις διδάσκονταν τα κλάσματα, η απλή μέθοδος των τριών, τα προβλήματα μερισμού, τόκου, (πραγματικός πονοκέφαλος), οι κανόνες τονισμού, οξεία, περισπωμένη, δασεία, ψιλή και εκείνη η φυσική ιστορία, τα σέπαλα, τα πέταλα, τα ψυχανθή, τα μονοκοτυλήδονα, τα δικοτυλήδονα, το σακχαροκάλαμο, αλλά και η γεωγραφία, οι οροσειρές, τα ποτάμια, τα ακρωτήρια, οι πρωτεύουσες, οι επαρχίες, όλα δύσκολα, έπρεπε να τα μάθουν απέξω και αν δεν τα ήξεραν, ακολουθούσε η τιμωρία, ο ξυλοδαρμός, η βίτσα και η νηστεία.

Τα παιδιά είχαν μεγάλο πρόβλημα με την ελληνική γλώσσα, ζούσαν μια διγλωσσία, στο σπίτι και στη γειτονιά μιλούσαν τη βλάχικη γλώσσα. Οι δάσκαλοι δυσκολεύονταν αρκετά με τους μαθητές τους, οι οποίοι χρειάζονταν λίγο χρόνο για να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα, αφού τα πρωτάκια, συλλαβίζοντας τη λέξη στα ελληνικά, όπως ήταν γραμμένη στον πίνακα, όταν ο δάσκαλος έλεγε «πέστε το όλο μαζί», αυτά το απέδιδαν στη βλαχική!

Γ και α Γα, τ και α, τα, όλο μαζί! -Κατούσα!

Στις εκθέσεις αρκετές λέξεις ήταν βλάχικες, πολλές ελληνικές άγνωστες και τα ευτράπελα αρκετά!
Στη φυσική ιστορία, σε ερώτηση του δασκάλου προς το μαθητή:
- Από πού γίνονται τα μακαρόνια;
- Από τη μακαρονιά, κύριε!
- Τι τρώει το γουρούνι;
- Λουτούρια, κύριε!

Κοντά στα Χριστούγεννα, λέει ο δάσκαλος:
- Ας γράψει κάποιος τα τοπικά κάλαντα στον πίνακα.
Σηκώνεται ο μαθητής και γράφει:
«Χριστούγεννα, Χριστούγεννα τώρα Χριστός γεννιέται, γεννιέται και βαφτίζεται τη σούρα νος απάνω», αντί «στους ουρανούς απάνω».
Σε ερώτηση του δασκάλου:
- Τι είναι η σούρα;
Ο μαθητής απάντησε:
- Η σούλα με τον σουγλιμά, κύριε!
- Και γιατί τη λέτε σούρα;
- Έτσι τη λέμε τα Χριστούγεννα, κύριε!
Άναυδος ο δάσκαλος, κοιτάζει τους υπόλοιπους, οι οποίοι όλοι με ένα νεύμα και με μια φωνή το επιβεβαίωσαν:
- Έτσι το λέμε, κύριε!
Συνεχίζοντας το γράψιμο, έφτασε στο στίχο και γράφει:
«Και τα πλεμόνια χαίρονται, γιατί ο Χριστός γεννιέται» αντί τα δαιμόνια φλέγονται…

Τι να περιμένει κανείς απ΄ αυτά τα παιδιά, πληροφορίες από άλλα μέσα δεν υπήρχαν, έλεγαν, ότι άκουγαν από τους παππούδες, που σχεδόν δεν γνώριζαν τα ελληνικά, παραφράζανε τις λέξεις, τις συνδυάζανε συνειρμικά με την γουρουνοχαρά των ημερών και άντε να βγάλει άκρη ο δάσκαλος!

Σε άλλη ερώτηση:
- Ποιο τραγούδι σας αρέσει;
Απαντάει ο μαθητής:
- Ορέ ναχίκα, κύριε.
Έσπαζε το κεφάλι ο δάσκαλος να βρει τι εννοεί και όταν του είπε, τραγούδησε το, κατάλαβε, πως εννοούσε, το δημοτικό τραγούδι:
«Ορέ, να είχε καεί ο πλάτανος»
και όταν τον ρώτησε;
- Γιατί δεν λες ολόκληρη την πρόταση;
Ο μαθητής απάντησε:
- Σας είπα το πρώτο στιχάκι, κύριε!

Με πόση κούραση προσπαθούσαν οι δάσκαλοι να μας μάθουν την αλφαβήτα και τα ελληνικά, από το σπίτι βοήθεια καμία, οι πιο πολλοί γονείς ξενιτεμένοι, οι παππούδες κι οι γιαγιάδες αγράμματοι, αλλά και μήπως ήταν ποτέ στο σπίτι, όλη μέρα στα χωράφια στα γίδια και στα πρόβατα.

ΟΙ ΤΙΜΩΡΙΕΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ

Η προπαίδεια ήταν μεγάλο βάσανο, έπρεπε οι μαθητές να την μάθουν απέξω και ανακατωτά, νεράκι. Όσοι δεν την ήξεραν, στεκόταν τιμωρία στο τοίχο κουτσό, στο ένα πόδι σαν λελέκι με το τετράδιο στα χέρια να τη διαβάζουν, χωρίς ν΄ αλλάζουν το πόδι τους. Αν ο καιρός ήταν καλός, αυτό γινόταν έξω στην αυλή, για να τους βλέπει ο κόσμος, ακουμπούσαν το σώμα τους στα κάγκελα της αυλής σε ορθοστασία στο ένα πόδι και διάβαζαν. Αν δεν την μάθαιναν ακολουθούσε και άλλη τιμωρία, «το κλείσιμο στην αποθήκη με τα ποντίκια», ο φόβος κι ο τρόμος για τα μικρά παιδιά.

Τα παιδιά δεν πήγαιναν χαρούμενα στο σχολείο, όταν δεν ήξεραν το μάθημα. Οι δάσκαλοι χτυπούσαν ανελέητα, εφάρμοζαν συνειδητά το ρητό «το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο». Ο ξυλοδαρμός ήταν την εποχή εκείνη η μέθοδος. που χρησιμοποιήθηκε για την μάθηση και τον φρονηματισμό. Πότε γινόταν με τα χέρια, ρίχνοντας κάμποσες σφαλιάρες στον μαθητή, που έβλεπε τον ουρανό σφοντύλι και πότε με την περίφημη βέργα, τη βίτσα.

Η βίτσα ήταν μια λεπτή βέργα που δύσκολα έσπαζε, ήταν πάντα πάνω στην έδρα του δασκάλου, ήταν χρεωμένη για τον τιμωρημένο μαθητή, ήταν το σωφρονιστικό μέσο για να επιφέρει την τάξη, όταν ήταν άτακτος ή αδιάβαστος. Με το σύνθημα «άνοιξε τα χέρια σου», ο μαθητής άνοιγε τις παλάμες και ο δάσκαλος χτυπούσε δυνατά, διαδοχικά, πότε στη μια και πότε στη άλλη, ο πόνος ήταν αβάσταχτος, όταν πετύχαινε τα δάχτυλα. Ο μαθητής έβαζε τα κλάματα και αν έκλεινε τις παλάμες, τότε τον άρπαζε από τ΄ αυτιά, τον τράβαγε προς τα πάνω και τον σήκωνε πάνω από το έδαφος, τα δε κοριτσάκια τ΄ άρπαζε από τα κοτσιδάκια. Δεν σταμάταγε όμως εκεί, έριχνε και στα πόδια κι αν φορούσε και κοντό παντελονάκι, οι βιτσιές φαινόταν έντονα. Άγριες συμπεριφορές, άγριες καταστάσεις! Το παράξενο ήταν, πως τη βίτσα δεν την έκοβε ο ίδιος ο δάσκαλος από τα δέντρα, αλλά υποχρέωνε τα παιδιά να του πάνε δυο τρεις και επέλεγε την καλύτερη. Ήταν το πιο απαραίτητο εργαλείο του δασκάλου, αφού χρησίμευε και ως εποπτικό μέσο, αντί για χάρακα, για να δείχνει στον πίνακα και στους χάρτες.

Ο τιμωρημένος μαθητής, όταν δεν μάθαινε το μάθημα, έμενε νηστικός, το μεσημέρι δεν πήγαινε στο σπίτι του να φάει, καθόταν στο σχολείο για να διαβάσει.

Το πάθημα του μαθητή δεν σταμάταγε εκεί, συνεχίζονταν με τα κοροϊδευτικά πειράγματα των συμμαθητών, πήγαινε κλαμένο στο σπίτι, καμιά φορά τις έτρωγε κι από τους γονείς, ακούγοντας εκείνο το «θα σε κρεμάσω ανάποδα στο υπόγειο ή στο δέντρο και θα σου ρίχνω με το λουρί».

Τραυματικές εμπειρίες, που δεν ξεχνιούνται τόσο εύκολα. Που να εύρισκε το δίκαιο ο μαθητής και γιατί θα έπρεπε οπωσδήποτε όλοι να παίρνουν τα γράμματα; Πόσες φορές αυτές οι αθώες πραγματικά ανήμπορες παιδικές ψυχές έφευγαν πικραμένες και πληγωμένες κρυφά από το σχολείο, επειδή δεν άντεχαν αυτή την καταπίεση, παρακαλώντας τους δικούς τους, να μη ξαναπάνε στο σχολείο; Και πόσες φορές έψαχνε όλη η τάξη να βρει τους μαθητές, που εξαφανίζονταν στα χωράφια ή κρύβονταν στα χαντάκια του χωριού! Για ποια παιδαγωγική μιλάμε; Ποια σωστή διαπαιδαγώγηση με μια σκληρή μέθοδο, με πολύ ξύλο και αυστηρή τιμωρία και οι γονείς, να λένε στο δάσκαλο: «Ρίξε ξύλο δάσκαλε, ρίξε, ρίξε όσο μπορείς»!

Ο δάσκαλος προκαλούσε φόβο και τρόμο στα παιδιά, ακόμη και εκτός της ώρας των μαθημάτων, αλλά και κατά την διάρκεια των διακοπών. Στα μαγαζιά οι μαθητές πήγαιναν μόνο, όταν είχαν να κάνουν δουλειές για τους μεγάλους, σπάνια έπαιζαν σε κεντρικούς χώρους, στην πλατεία και στην αυλή του σχολείου, διότι, όταν τους έβλεπε ο δάσκαλος, τους καλούσε με τη σφυρίχτρα και τους ρωτούσε: «Διαβάσατε για αύριο;» Κι άρχιζε να μοιράζει καρπαζιές!
Κάποια απογεύματα ξεκλέβανε χρόνο και πήγαιναν σε μέρη απόμερα να παίξουν, όπως στο Παλιοχώρι και στο Λιβάδι του Άρχοντα. Τ΄ αγόρια πήγαιναν στο Καβακάρι για ποδόσφαιρο ή στο Μπαντούρι, κρυφά, γιατί την άλλη μέρα, αν δεν ήξεραν μάθημα, τους περίμενε τιμωρία. Αλλά και η περίφημη φράση των μεγάλων: «Θα το πω στον δάσκαλο» ήταν ο φόβος και ο τρόμος των μαθητών. Αυτό τα σταμάταγε από τις ζαβολιές, από κανένα μικροκλέψιμο, όταν τα έπιαναν οι μεγάλοι να κλέβουν κορόμηλα, μήλα η κεράσια ή να κάνουν καμιά ζημιά σε σπίτια ή ακόμη και όταν μάλωναν μεταξύ τους, υπήρχε πάντα ο φόβος του δασκάλου και της μεταβολής της διαγωγής από Κοσμιοτάτη σε Κοσμία!

Η λύτρωση ήταν το κουδούνι, που το περίμεναν με αγωνία οι μαθητές για το διάλειμμα, τότε η αυλή και η πλατεία παρουσίαζαν ένα όμορφο και χαρούμενο θέαμα, γέμιζαν από ζωηρές φωνές, παιχνίδια, τρεχάματα και κυνηγητά. Άλλοι έτρεχαν στη βρύση να πιουν νερό, στα αποχωρητήρια, άλλοι έπαιζαν κυνηγητά, διάφορα παιχνίδια που διοργανώνονταν αμέσως, άλλοι τσακώνονταν, τα κοριτσάκια σε μικρές ομάδες κουβέντιαζαν, άλλα έπαιζαν τη μέλισσα, τόπι, κουτσό και άλλα παρακολουθούσαν τα τρελά παιχνίδια των αγοριών, ώσπου χτυπούσε το κουδούνι και ξανάμπαιναν στις γραμμές και ήσυχα-ήσυχα έμπαιναν στις τάξεις.

Ο εκκλησιασμός ήταν υποχρεωτικός, όποιος μαθητής απουσίαζε τιμωρούνταν και δεν είναι τυχαίο, που κάποιοι γνώριζαν απ΄ έξω τη Θεία Λειτουργία. Κάθε Κυριακή πρωί ξεκινούσαν από το σχολείο στοιχισμένοι σε σειρές με συνοδεία το δάσκαλο, πήγαιναν στην εκκλησία και στεκόταν στην ορισμένη θέση τους και με τη σειρά κάθε φορά τα μεγάλα παιδιά έλεγαν το Πιστεύω και τα μικρότερα το Πάτερ ημών.

Μετά τον εκκλησιασμό ακολουθούσε το Κατηχητικό από τον παπά του χωριού, τον παπα-Αποστόλη. Όλοι σχεδόν οι μαθητές κρατούσαν σ΄ ένα μπλοκάκι σημειώσεις από το μάθημα και στο τέλος έγραφαν το ρητό ή το δίδαγμα.

Στους Χαιρετισμούς κάθε Παρασκευή απόγευμα χτύπαγε η καμπάνα και οι μαθητές με τους δασκάλους στοιχισμένοι σε γραμμές πήγαιναν στην εκκλησία και στεκόταν στην ορισμένη θέση τους. Δεξιά κι αριστερά οι ψάλτες έψελναν τα τροπάρια του Ακάθιστου Ύμνου, που με ωραία λόγια εγκωμίαζαν την Παναγία. Όλοι μαζί έψελναν το «Τη Υπερμάχω» και με τη σειρά οι μαθητές διάβαζαν το «Άσπιλε Αμόλυντε», την ωραία αυτή δέηση προς την Θεοτόκο και με το τροπάριο, «Την ωραιότητα της παρθενίας Σου...». Οι μελωδικές φωνές του ιερέα και των ψαλτάδων σκορπούσαν ρίγη συγκίνησης και όλο το εκκλησίασμα έκανε μετάνοιες.

Αξέχαστα όμως είναι τα παιχνίδια, που έκαναν τ΄ απογεύματα στην πλατεία του χωριού, λίγο πριν τον εκκλησιασμό. Η πλατεία γέμιζε από ζωηρές φωνές, παιχνίδια και τρεχαλητά, σκλαβάκια, γιαλάκα, τζαμί, γκαμίλα, ποδόσφαιρο, μέχρι τη Βρύση τη Μεγάλη και μέχρι τη Κούλια και το Λιβάδι του Άρχοντα έφταναν στο κυνηγητό, αλλά το καλύτερο παιχνίδι μια που έπαιρνε η νύχτα ήταν το κρυφτό.

Εξωσχολικά βιβλία δεν υπήρχαν, στην εκκλησία λειτούργησε για πρώτη φορά το 1970 μια μικρή βιβλιοθήκη, από την οποία δανείζονταν οι μαθητές κάποια βιβλία, συνήθως θρησκευτικού περιεχομένου, λίγα παραμύθια και κάποια του Μ. Λουντέμη. Οι μαθητές με την βοήθεια των δασκάλων γινόταν συνδρομητές και αγόραζαν το θρησκευτικό περιοδικό «Η ζωή του παιδιού», που μοιράζονταν στο σχολείο. Άλλα βιβλία δεν κυκλοφορούσαν στο χωριό, σπανίως, που και που έπεφτε στα χέρια των μαθητών κανένα Ρομάντσο ή κανένα Ντομινό ή ο Ταρζάν και αυτά ξεσχισμένα, τα διάβαζαν κάποιοι μεγαλύτεροι, που πήγαιναν στο Γυμνάσιο στα Τρίκαλα και πήγαινε από χέρι σε χέρι και με μεγάλη περιέργεια ξεφυλλίζονταν απ΄ όλους.

ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΣΤΟ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

Η πιο ευχάριστη ώρα του σχολείου ήταν το διάλειμμα. Στο χτύπημα του κουδουνιού όλοι ήταν στο πόδι, η αυλή γέμιζε παιδιά, τρεχάματα, ξεφωνητά και παιχνίδια. Τα μικρά του νηπιαγωγείου άλλα και τα μεγάλα έπαιζαν τα παρακάτω ομαδικά παιχνίδια:

Μια δεκάρα η βιολέτα, η μικρή Ελένη, περνάει-περνάει η μέλισσα, δεν περνάς κυρά Μαρία, ο λύκος και το αρνί, πινακωτή-πινακωτή, έχεις πάπλωμα χρυσό, οι Τρυγόνες, γκέο-βαγκέο.

ΟΙ ΣΧΟΛΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

ΟΙ ΕΘΝΙΚΕΣ

Οι μαθητές του σχολείου τις ημέρες αυτές με την βοήθεια των δασκάλων παρουσίαζαν γιορτές με τραγούδια και χορούς, με ομιλίες για τον πανηγυρικό της ημέρας και τη σημαία και με απαγγελίες ποιημάτων και θεατρικές παραστάσεις, που ζωντάνευαν ηρωικές στιγμές του Ελληνισμού. Οι προετοιμασίες για τις εθνικές γιορτές της 28ης Οκτωβρίου και της 25ης Μαρτίου άρχιζαν μέρες πριν κάνοντας πρόβες για την παρέλαση, για τα σκετς, τα ποιήματα, τα τραγούδια και τα εμβατήρια, που θα έλεγαν οι μαθητές. Την παραμονή στόλιζαν τις αίθουσες με εικόνες των ηρώων, κρεμούσαν στο χώρο της αυλής σημαιούλες, έπλεκαν στεφάνια από πυξάρι, ψαλίδιζαν το χαρτόνι και κολλούσαν γράμματα, για τις μεγάλες επιγραφές με διάφορα πατριωτικά και θρησκευτικά συνθήματα, έστηναν τη σκηνή συνήθως έξω από το σχολείο στην άκρη από τα σκαλοπάτια και τη στόλιζαν με πράσινα κλαδιά από πυξάρια.

Την ημέρα της γιορτής όλο το σχολείο πήγαινε στην εκκλησία με τη σημαία μπροστά να κυματίζει. Μετά τη δοξολογία ο δάσκαλος έβγαζε λόγο, μιλούσε για τα κατορθώματα των Ελλήνων, για την επανάσταση και τους ήρωες και ακολουθούσε η παρέλαση των παιδιών του Δημοτικού Σχολείου και του Νηπιαγωγείου. Οι χωριανοί στέκονταν στον εθνικό δρόμο από την πάνω και κάτω μεριά, όπου ήταν τα μαγαζιά, ενώ οι επίσημοι, ο παπάς, ο πρόεδρος, ο γραμματέας και ο αγροφύλακας στέκονταν μπροστά στο σπίτι του Νικόλα του Τζίμα. Τα μάτια του κόσμου ήταν καρφωμένα στη σημαία και στα παιδιά, που περνούσαν με λεβεντιά και καμάρι, με βήμα που τους έδινε ο δάσκαλος και οι χωριανοί με χαρά και συγκίνηση τα χειροκροτούσαν.

Μετά την παρέλαση κατευθύνονταν όλοι στο σχολείο, για να παρακολουθήσουν την σχολική γιορτή. Η αυλή ήταν γεμάτη με θρανία και καρέκλες, που έφερναν τα παιδιά από τα σπίτια τους, αν ο καιρός δεν το επέτρεπε η εκδήλωση γινόταν σε μια αίθουσα του σχολείου. Οι γιορτές γίνονταν με μεγαλοπρέπεια, τα μικρά παιδιά απάγγειλαν το ποίημα κρατώντας και μια χάρτινη σημαιούλα στα χέρια τους. Η επιτυχία που είχαν τα παιδιά στα σκετς, στα ποιήματα και τα τραγούδια δεν λέγεται, γενικώς επικρατούσε πολύς ενθουσιασμός και συγκίνηση, τα παιδιά ήταν ντυμένα εντυπωσιακά με εθνικές στολές και τοπικές φορεσιές.

Οι χωριανοί χειροκροτούσαν τα παιδιά τους, φωνάζοντας, «μπράβο, μπράβο» και δάκρυζαν ακούγοντας τα εμβατήρια και τις φωνές των ηρώων, να μιλούν για ελευθερία και πατριωτισμό, που έδιναν έναν εθνικό παλμό. Αν κανένα παιδάκι ντρεπόταν και το έπιαναν τα κλάματα την ώρα, που έλεγε το ποίημα, ο Δημοσθένης ο Τέγος και ο Φώτης ο Παπακώστας, που καθόταν ως επίσημοι στις πρώτες θέσεις, ευαίσθητοι καθώς ήταν, χειροκροτούσαν πρώτοι, φωνάζοντας: «Φτάνει, φτάνει! Μπράβο! Μπράβο!» και παρέσυραν όλο το ακροατήριο σε χειροκρότημα, ώστε να μην αισθανθεί άσχημα το παιδί. Η γιορτή τελείωνε με τον εθνικό ύμνο, στο τέλος όλοι χειροκροτούσαν με την καρδιά τους και ευχαριστούσαν το δάσκαλο και τα παιδιά, που τους έδωσαν τόση χαρά!

Έφη και Γιάννα, Τρυγόνα 1965Έφη και Γιάννα, Τρυγόνα 1965

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΓΙΟΡΤΗ

Τα χριστουγεννιάτικα σκετς, τα ποιήματα και τα κάλαντα προετοίμαζαν τους κατοίκους του χωριού, να μπουν στο κλίμα των ημερών. Τα παιδιά στόλιζαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο με φανταχτερά στολίδια, με μπαλόνια με πολύχρωμες γιρλάντες, με βαμβάκι και με φάτνη κάτω από το δέντρο. Στα παράθυρα του σχολείου κολλούσαν αστεράκια ασημένια και χρυσά, τα οποία έφτιαχναν με κόλλες γλασέ στο μάθημα της χειροτεχνίας, πρωτόγνωρα πράγματα γι αυτά. Πόσο μαγικά φάνταζαν στα αθώα μάτια των παιδιών το στέμμα του νέου και του παλιού χρόνου, τα φτερά των αγγέλων, αλλά και τα αστεράκια, που έφτιαχναν σε διάφορα σχήματα από χαρτόνι στολισμένα με χρυσόσκονη!

ΟΙ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΔΕΙΞΕΙΣ

Στο τέλος της σχολικής χρονιάς στην πλατεία του χωριού γινόταν μεγάλη γιορτή με ποιήματα, τραγούδια, θεατρικές παραστάσεις και γυμναστικές επιδείξεις. Σ΄ αυτή την εκδήλωση συμμετείχαν όλοι σχεδόν οι μαθητές, από το νηπιαγωγείο μέχρι την έκτη τάξη. Στο μέσο της πλατείας σχημάτιζαν με ασβέστη κύκλους για τους χορούς, ίσες γραμμές για την παράταξη των παιδιών και άλλα βοηθητικά σημάδια. Η γιορτή άρχιζε με παραστάσεις των νηπίων, με το γνωστό τραγουδάκι:

Βγαίνει η βαρκούλα του ψαρά από το περιγιάλι….

Ύστερα έπαιζαν χαριτωμένα παιχνιδάκια και ήταν περίφημα τα μικρά παιδιά με τα ξεφωνητά και τα γέλια τους. Οι επιδείξεις των μεγάλων παιδιών περιελάμβαναν ωραίες γυμναστικές ασκήσεις, σκυταλοδρομία και παιχνίδια με στεφάνια. Το πιο συναρπαστικό, όμως, ήταν τα σακιά, μέσα στα οποία έμπαιναν ο μαθητές, τα έδεναν με σχοινί στη μέση και κρατώντας ένα κουτάλι στο στόμα με αυγό, ξεκινούσαν από την μια άκρη της πλατείας και με μικρά πηδηματάκια, προσέχοντας, να μην πέσει το αυγό, έφταναν στην άλλη άκρη. Όποια ομάδα το κατάφερνε ήταν νικήτρια, αυτό το παιχνίδι χειροκροτούνταν πιο πολύ απ΄ όλα. Ύστερα τα παιδιά της Πέμπτης και της Έκτης τάξης χόρευαν ελληνικούς χορούς με πολύ χάρη και ευλυγισία και γοήτευαν τους θεατές. Η γιορτή τέλειωνε με τον εθνικό ύμνο και την υποστολή της σημαίας.

ΟΙ ΕΚΔΡΟΜΕΣ

ΣΤΗΝ ΑΝΑΛΗΨΗ

Την Άνοιξη στοιχισμένοι οι μαθητές κατά τριάδες σε γραμμές πήγαιναν εκδρομή στην κατασκήνωση της Ανάληψης. Στη διαδρομή έβλεπε κανείς απέραντες εκτάσεις πράσινου. Από τη πάνω πλευρά του εθνικού δρόμου τα καταπράσινα βουνά και οι βουνοπλαγιές, όπου βοσκούσαν γιδοπρόβατα και ακούγονταν η φλογέρα του βοσκού και από την κάτω πλευρά απέραντες εκτάσεις γεμάτες πρασινάδες μέχρι το ποτάμι, κήποι, αμπέλια, τριφύλλι, αγριοτριφύλλι, σιτάρια και σίκαλη. Η φύση στην καλύτερή της ώρα, χαρά Θεού!

Όταν έφταναν τα παιδιά στην κατασκήνωση, άλλος μαγικός τόπος πρόβαλε μπροστά τους. Ο ανθισμένος κήπος της αποτελούσε ένα θαυμάσιο στολίδι, που ευχαριστούσε την όραση και την όσφρηση και τους έδινε μια απλή και καθαρή χαρά. Η ενασχόληση με τον κήπο ήταν χρεωμένη στους μαθητές της Τρυγόνας, οι οποίοι φύτευαν διάφορα λουλούδια το Φθινόπωρο και την Άνοιξη. Μετέφεραν κοπριά από το χωριό, τα σκάλιζαν και τα πότιζαν, για να είναι ανθοστόλιστος στα παιδιά, που θα φιλοξενούσε η κατασκήνωση το Καλοκαίρι. Βλέποντας τον ανθισμένο κήπο οι μαθητές αποζημιώνονταν για όλους τους κόπους και τις φροντίδες τους, τον καμάρωναν, τους θύμιζε, πως υπάρχουν ομορφιές στη φύση, που είναι καμωμένες για τον άνθρωπο, φτάνει να ξέρει να τις ανακαλύπτει και να τις απολαμβάνει!

Εκεί στα λιβάδια, που φυσούσε δροσερό αεράκι γεμάτο από λογιών-λογιών μυρουδιές από τα μυρωμένα λουλούδια και ανθοστόλιστα δέντρα, εκεί τα παιδιά χόρταιναν παιχνίδι! Πολλές φορές συναντιόνταν με το σχολείο του διπλανού χωριού της Πεύκης. Οι μαθητές, που έφταναν πρώτοι, απηύθυναν χαιρετισμό προς τους άλλους λέγοντας: Ήπη- ήπη- ήσατε, καλωσορίσατε και οι άλλοι ανταπαντούσαν: Ήπη- ήπη-ούμε σας ευχαριστούμε! Οι δάσκαλοι συζητούσαν μεταξύ τους, ενώ τα παιδιά σκορπίζονταν και άρχιζαν το παιχνίδι. Τ΄ αγόρια κατέβαιναν στα λιβάδια της Ανάληψης και έπαιζαν ποδόσφαιρο χωρισμένα σε ομάδες, Τρυγόνα- Πεύκη, έβαζαν τα δυνατά τους, έπαιζαν με ενθουσιασμό και είχαν αγωνία, ποια ομάδα θα νικήσει. Το ίδιο έκαναν και τα κορίτσια, χωρίζονταν σε ομάδες και έπαιζαν διάφορα παιχνίδια: Τα μήλα, ένα λεπτό κρεμμύδι γκέο, βαγκέο, πολλές τρυγόνες που έχετε, κυνηγητό σκλαβάκια κ.λ.π.

ΣΤΟ ΠΑΛΙΟΧΩΡΙ

Η εκδρομή στο Παλιοχώρι γινόταν μια ηλιόλουστη μέρα το χειμώνα με χιόνι. Τα παιδιά χόρταιναν παιγνίδι, κυλιόταν στο χιόνι, έπαιζαν χιονοπόλεμο, έκαναν τσουλήθρα σε ανηφορικό μέρος, έχοντας ως έλκυθρο, σβάρνες ή παλιές τσίκινες σκάφες. Οι φωνές, τα γέλια, οι χαρές και τα πειράγματα ξεσήκωναν τον τόπο, καθώς γλιστρούσαν και έπεφταν ή ξέφευγαν από το δρόμο. Μερικά έσπαζαν τα παγωμένα κρύσταλλα, που κρέμονταν σαν λόγχες στις χαμηλές στέγες των αχυρώνων και τα έγλειφαν. Άλλα έφτιαχναν μικρούς δρομάκους σε υψώματα και έκαναν γλίστρα κρατώντας στα χέρια τους ξυλάκια. Τα μικρότερα έστηναν χιονάνθρωπους και τους στόλιζαν με πολύχρωμα σκουφιά και κασκόλ, έβαζαν τσιμπούκι στο στόμα τους και στο χέρι μαγκούρα και έφτιαχναν τα μάτια και τη μύτη του με λάσπη ή κάρβουνο. Προς το τέλος, αφού χόρταιναν παιγνίδι, έπαιζαν έναν γερό χιονοπόλεμο και αφού γινόταν μούσκεμα, με μάγουλα ροδοκόκκινα και ξυλιασμένα χέρια επέστρεφαν στα σπίτια τους, για να ζεσταθούν.

ΕΚΔΡΟΜΗ ΜΕ ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ

Η μεγαλύτερη χαρά των παιδιών ήταν η μεγάλη ημερήσια εκδρομή με λεωφορείο, που γινόταν στα Γιάννενα και στον Πλαταμώνα. Τα παιδιά σπάνια μετακινούνταν από το χωριό και σπάνια ταξίδευαν με λεωφορείο και την ημέρα εκείνη την περίμεναν με λαχτάρα και αγωνία. Μέσα στο λεωφορείο επικρατούσε χαρά, κέφι και τραγούδι. Φτάνοντας στα Γιάννενα άρχιζαν το τραγούδι: «Τα πήραμε τα Γιάννενα, μάτια πολλά το λένε»! Τι θαυμασμός στο σπήλαιο των Ιωαννίνων, οι αναμνηστικές φωτογραφίες από κει μένουν ακόμη στα άλμπουμ! Αλλά και η θάλασσα στον Πλαταμώνα, η περίφημη κοιλάδα των Τεμπών με την κρεμαστή γέφυρα, το Αλκαζάρ στη Λάρισα με το ζωολογικό κήπο και τα πολύχρωμα παγώνια, όταν άνοιξαν τα φτερά τους, μάγεψαν όλους τους μαθητές. Εικόνες αξέχαστες για τις παιδικές ψυχές, που μιλούσαν με πολύ ενθουσιασμό για αρκετά χρόνια.

ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΩΝ ΔΑΣΚΑΛΩΝ

Όλοι έχουμε να θυμηθούμε χαρές και λύπες από τη σχολική ζωή. Το σχολείο τότε ήταν το κέντρο της ζωής μας. Το εκπαιδευτικό έργο των δασκάλων, πέρα από τον ξυλοδαρμό και την αυστηρότητα, έτσι ήταν τότε οι κανόνες της παιδαγωγικής, ήταν περίφημο και αξιέπαινο. Οι ίδιοι πίστευαν, ότι το λειτούργημά τους ήταν τιμητικό και όχι μόνο βιοποριστικό, γι΄ αυτό και ήταν πολύ πετυχημένοι στην αποστολή τους.

Οι δάσκαλοι είχαν πολύ υπομονή και ενδιαφέρον για την μάθηση και την πρόοδο των παιδιών. Διακρίνονταν για τη μόρφωση και την ευσυνειδησία τους, δεν μετέδιδαν μόνο γνώσεις, ενδιαφέρονταν να γαλουχήσουν τα παιδιά με εθνικά ιδανικά, με ρητά και διδάγματα της χριστιανικής πίστης. Το Δημοτικό σχολείο της Τρυγόνας δέχτηκε άξιους κι εργατικούς δασκάλους, που δίδαξαν τόσες και τόσες γενιές μαθητών του χωριού, προσπαθώντας να αφυπνίσουν τη δίψα τους για μάθηση. Τους οφείλουμε ευγνωμοσύνη και τους ευχαριστούμε γι΄ αυτό.

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Τα παιδικά σχολικά χρόνια ήταν χρόνια χαρούμενα, αμέριμνα, αλλά και χρόνια με στερήσεις και μόχθους, χωρίς ιδιαίτερη συμπαράσταση από τους γονείς για τα γράμματα και χωρίς άλλες εικόνες ή παραστάσεις. Η μικρή κοινωνία του χωριού ήταν μια κλειστή κοινωνία, το καινούργιο, που μάθαιναν τα παιδιά, ήταν μόνο από τη διδασκαλία στο σχολείο, ότι έλεγαν οι δάσκαλοι και ό,τι διάβαζαν στα βιβλία. Μέσα όμως από αυτή τη στέρηση, τις δύσκολες συνθήκες ζωής, με τα ομαδικά παιχνίδια, τους χορούς, τα ποιήματα, τα σκετς, τις παρέες, τις συνομιλίες μεταξύ τους για μελλοντικά όνειρα, για τα όποια προβλήματα αντιμετώπιζαν, αναπτύχθηκε ένα υπέροχο συναισθηματικό δέσιμο. Αναπτύχθηκαν πολύτιμες φιλίες, φιλίες καρδιάς, που μπορεί να φαίνεται, ότι έχουν ατονήσει, όμως σε κάθε συνάντηση παλιών συμμαθητών, στα γλέντια και στους χορούς στο χωριό, ξυπνάει μέσα μας έντονα και αυθόρμητα το ωραίο και αγνό αυτό συναίσθημα, της σύμπνοιας και της αγάπης, το συναίσθημα της παιδικής αθωότητας, εκείνο, με τα όμορφα «στερημένα» χρόνια, χρόνια, όμως, αλησμόνητα, χρόνια ανεπανάληπτης ομορφιάς!

Απόσπασμα από το βιβλίο μου "ΤΡΥΓΟΝΑ" Μνήμες μιας περασμένης εποχής, 2008
Γιάννα Κωνσταντίνου - Καρανίκα

πηγή: facebook Γιάννα Κωνσταντίνου - Καρανίκα
απολαύστε παρακάτω περισσότερες φωτογραφίες

Αναζήτηση