Ο πατήρ ή ο πλησιαίτατος των συγγενών του νέου, όταν ούτος υπερβή το εικοστόν της ηλικίας του έτος, αφού σκεφθούν πρότερον οι οικείοι εις το σπίτι των και αποφασίσουν «ποιά κάνει για το παιδί των» (care face trĭ ficiorlu ameu), στέλλουσι τον προξενητήν (pruxenitulu) λεγόμενον, ίνα συναντήση είς το μεσοχώρι ή την οικίαν τον πατέραν ή τον κηδεμόνα της νέας και ομιλήσουν (tră si sburască) δια την ληφθείσαν απόφασιν υπ' αυτών. Αφού λοιπόν αμφότεροι συγκατανεύσωσιν εις την ένωσιν δια γάμου των τέκνων ή ανεψιών αυτών, δια του προξενήτου, «λέγουν για τον αρραβώνα» (ḑicu tră issosiire). Ορίζουν δε συνήθως το προσεχές σάββατον, πάντοτε την εσπέραν και ως εκ τούτου πυρετώδης γίνεται ετοιμασία «για φαγοπότι» (tră mânkare çi bĕare) αλλ' εις την οικίαν του μελλονύμφου μόνον. Η αναμενόμενη «με καρδιοχτύπι» (cu inima la bricu) εσπέρα του Σαββάτου ήλθε και εκκινεί από της του νέου οικίας η υπό την ηγεσίαν του προξενήτου στελλομένη πομπή, αποτελουμένη από πολύ ολίγους πλησιαιτάτους συγγενείς. Ο νέος δεν είναι μετ' αυτών, αλλ' ουδ' οι γονείς του, οίτινες έπεμψαν τας ευχάς των δια την ευόδωσιν της αποστολής των συγγενών. Φθάνουσι δε σιωπηλοί, ίνα μή τις εννοήση αυτούς εις την οικίαν της νέας.
Στέργιος Ζ. Παπαγεωργίου, Περιοδικό Λαογραφία, τόμος 2ος, 1910


Η περιοχή, οπου επιχωριάζουν τα περιγραφόμενα γαμήλια εθιμα των βλαχοφώνων, είναι η περιλαμβάνουσα τας επι της εν Θεσσαλία οροσειράς της Πίνδου νοτιοδυτικώς της Καλαμπάκας μέχρι της παλαιάς μεθορίου γραμμής είκοσι πέντε κώμας και κωμοπόλεις βλαχοφώνους, χωριζομένη δ' από Χασίων δια της δρυοφύτου κοιλάδος του Πηνειού. Και ήσαν μεν έτι πλείονα τα χωρία ταύτα, αλλά συν τω χρόνω, ένεκα διαφόρων αιτιών, απέβαλον το γλωσσικόν των ιδίωμα, αντικαταστήσαντα δια της ελληνικής. Ως κέντρον έλαβον την Γουδοβάσδαν (Καλομοίρα), χωρίον κείμενον πρός δυσμάς της Καλαμπάκας, εξάωρον αυτής απέχον παρά την κοιλάδα του Πηνειού. Τα δ' εμ αυτή τελούμενα κατά τον γάμον έχων υπ' όψει, περιγράφω ακριβώς κοινά παρά πάσι τούτοις έθιμα ενα γειναίς -αν όχι εν όλαις ταις λεπτομερείαις- γραμμαίς.