Τραγούδια - Χοροί

Σαν να ‘ναι το τέλος του κόσμου Γιώργος ΣαββανάκηςΤο πρώτο πράγμα που έκανε επιστρέφοντας ήταν να αγοράσει λίγο καπνό και ένα πακέτο σπίρτα.

Πήρε γρήγορα τα ρέστα, ένα τσαλακωμένο, μισολιωμένο από την πολλή χρήση χαρτονόμισμα, και τα έχωσε στη δεξιά τσέπη του παλτού του. Στην αριστερή του φύλαγε το γράμμα που τον έκανε μετά από εννιά χρόνια να γυρίσει για πρώτη φορά πίσω. Άνοιξε το βήμα του, προσέχοντας να μην πατήσει στις λίμνες που σχημάτιζαν τα βρομόνερα που συγκεντρώνονταν στα βγαλμένα κομμάτια του πεζοδρομίου. Έπρεπε να βιαστεί· αν ήθελε να φτάσει έγκαιρα, έπρεπε να βιαστεί.

Κάθισε στην ουρά περιμένοντας να βγάλει εισιτήριο. Το πόδι χτύπαγε νευρικά το μαρμάρινο δάπεδο σε μια προσπάθεια να κάνει το χρόνο να τρέξει πιο γρήγορα. Στη διπλανή σειρά ένας μεσήλικας, φαλακρός κύριος έπιανε κουβέντα σε μία νεαρή. Η κοπέλα μάλλον ήταν φοιτήτρια που γυρνούσε στο σπίτι της για τις διακοπές των Χριστουγέννων. Φορούσε στα μαλλιά έναν πολύχρωμο σκούφο, το σώμα της κάλυπτε ένα μαύρο παλτό, ενώ στο χέρι έσερνε μια μεγάλη κόκκινη βαλίτσα. Ο κύριος, ο οποίος αρχικά βρισκόταν πίσω της, μιλώντας της συνεχώς και κάνοντας μικρά, ανεπαίσθητα βηματάκια βρέθηκε μια θέση μπροστά της. Με καρφωμένο το βλέμμα πάνω του, σκέφτηκε πως αυτός είναι ο άνθρωπος. Ω ναι, δε θα αλλάξει ποτέ, δε θα αφήσει ποτέ την ευκαιρία να εκμεταλλευτεί, να χλευάσει, να ασεβήσει, να κερδίσει από τον διπλανό του. Μόνο εμείς, μόνο εμείς, από όλα τα είδη της φύσης, μπορούμε να φερθούμε με τέτοια πονηριά στους ομοίους μας. Η κοπέλα γύρισε, τον κοίταξε και με ένα αμήχανο χαμόγελο του έδωσε να καταλάβει ότι ντρεπόταν να πει κάτι στον κύριο, που είχε ήδη αρχίσει να συζητάει με τον μπροστινό του.

Πριν μπει στο λεωφορείο κάθισε στο παγκάκι, για να καπνίσει ένα τσιγάρο. Η αίσθηση του καπνού του είχε λείψει πολύ. Εννιά χρόνια είχε να καπνίσει. Περιττά έξοδα είχε σκεφτεί τότε. Ένα πάθος, ένα μηδαμινό, μα πολυέξοδο πάθος. Και τα έξοδα έπρεπε να κοπούν· όπως και τα πάθη. Εννιά χρόνια έζησε δίχως αυτά. Νεκροζώντανος σε μια ξένη χώρα. Τα πνευμόνια του δε ρούφηξαν καπνό, στο αίμα του δε κύλησε στάλα οινοπνεύματος. Εννιά άδεια, κενά, χρόνια. Άνοιξε να διαβάσει για άλλη μια φορά το γράμμα: 

Ήλιε μου, θυμάσαι, έτσι σε φώναζα πάντα. Δηλαδή όχι ακριβώς έτσι. Σουάρλι νι σ’ έλεγα στα βλάχικα, μα πώς να στο γράψω τώρα στο χαρτί; Αυτό το χαρτί! Δεν μπορεί ποτέ να πει αυτό που αισθάνομαι. Δεν ξέρω εσύ πώς τα καταφέρνεις να γεμίζεις όλες αυτές τις σελίδες. Είναι που σπούδασες, που διάβασες πολύ μάλλον. Εγώ, αγόρι μου, πώς να σου γράψω στο χαρτί το πώς αισθάνομαι; Πώς να σου κλείσω σε γραμμές τα μάτια μου, πώς να σου βάλω σε γράμματα τα δάκρυα που έχυσα τη μέρα που έφυγες; Για το καλό σου, μου ‘πες, είναι και ξέρω πως μου έλεγες αλήθεια. Μα έλα που η καρδιά είναι πιο δυνατή απ’ το μυαλό. Πέρασε καιρός, αγόρι μου, που δε σ’ είδα. Το ξέρω, δεν μπορούσες. Αν γινόταν θα ερχόσουν. Θα ’ρχομαι για το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής, μου ’χες πει. Μα δε φάνηκες... Η αδερφή σου σηκώθηκε φέτος για χορό. Ντρεπόταν τόσα χρόνια αλλά φέτος σηκώθηκε. Έπρεπε να δεις τον πατέρα σου· και τον αδελφό σου. Χρόνια είχα να τους δω έτσι.
Τέλος πάντων. Μιλάω πολύ, στο ‘πα και πριν δεν ξέρω να γράφω καλά σαν και σένα. Δεν είπα σε κανέναν ότι σου γράφω γράμμα. Στο γράφω γιατί ξέρω ότι αργεί να φτάσει. Είμαι λίγο άρρωστη τώρα τελευταία. Δεν τους το πα. Δε βγαίνει και τίποτα. Δε θέλω να σε πιέσω αλλά, αν μπορέσεις, έλα για τις διακοπές των Χριστουγέννων. Θέλω να σε δω.
Σε φιλώ ήλιε μου.

Το καινούριο λεωφορείο ανέβαινε πλέον άνετα τις ανηφόρες εκεί που πριν μερικά χρόνια κάποια άλλα αγκομαχούσαν, βγάζοντας πνιχτά μουγκρητά και βαριανασαίνοντας μαύρα καυσαέρια από τις εξατμίσεις τους. Την ώρα που έφτασε στο χωριό είχε ήδη σουρουπώσει. Ο καπνός από τις καμινάδες σηματοδοτούσε τα σπίτια που είτε είχαν μείνει ανοιχτά όλο το χειμώνα είτε είχαν ξαναζωντανέψει για την περίοδο των γιορτών.

Δεν είχε πει σε κανέναν πως θα ερχόταν. Τέτοια μέρα ήξερε πως στο καφενείο θα είχαν όργανα. Τράβηξε κατευθείαν για την πλατεία. Ήταν καθισμένοι όλοι -ναι ευτυχώς όλοι- μέσα στο μαγαζί. Στο τραπέζι βρίσκονταν κάποια μισοφαγωμένα κρέατα και μερικά μπουκάλια κρασί. Ποτήρια πολλά, γεμάτα, άδεια, μισοτελειωμένα και μια καρέκλα μ’ ένα πιάτο, ανέγγιχτο, και ένα γεμάτο ποτήρι κρασί. Εκεί κάθισε, σήκωσε το ποτήρι και τους χαιρέτησε όλους. Ύστερα τους φίλησε, έναν-έναν, όλους τους.

Δεν πέρασε πολλή ώρα και σηκωθήκαν για χορό. Οι οργανοπαίχτες τους γνώριζαν και σηκώθηκαν κι αυτοί όρθιοι, για να τους τιμήσουν. Δεν είχε ξανανιώσει έτσι στη ζωή του. Τα λόγια των τραγουδιών, οι στίχοι, άρχιζαν να βαραίνουν πάνω του. Ήταν αυτός τώρα που έσερνε το χορό. Γενιές και γενιές    των προγόνων του ακουμπούσαν σιγά-σιγά στις πλάτες του. Οι ώμοι του βάραιναν, τα γόνατα λύγιζαν, έφτανε στο πάτωμα, στις πλάκες, τις χτυπούσε με την παλάμη του και πάλι σηκωνόταν όρθιος, στητός, περήφανος. Αργά, σεμνά, ταπεινά, συνομιλούσε νοερά με εμπόρους στη Βιέννη, με κιρατζήδες που με τα μουλάρια τους όργωναν τα Βαλκάνια, με εργάτες σε ανήλιαγα υπόγεια της Αμερικής, με σκεβρωμένους από τα βάσανα πατεράδες, με ανυπόμονες αδελφάδες, με άγουρες νύφες που περίμεναν για χρόνια τους γαμπρούς τους, με μανάδες με μουσκεμένα από τα δάκρυα μαντήλια. Το κλαρίνο αντηχούσε μέσα στην αίθουσα, το βιολί σφύριζε μελωδικά, το ντέφι ακολουθούσε τους χτύπους της καρδιάς του κι η φωνή του τραγουδιστή αντιλαλούσε βαθιά μέσα στα στήθη του.

Ξενιτεμένο μου πουλί
και παραπονεμένο
η ξενιτειά σε χαίρεται
κι εγώ έχω τον καημό σου.
Τι να σου στείλω ξένε μου
εκεί στα ξένα που ’σαι.
Σου στέλνω μήλο σέπεται
κυδώνι μαραγκιάζει.
Σου στέλνω και το δάκρυ μου
σ’ ένα χρυσό μαντήλι
Το δάκρυ μου είναι καυτερό
και καίει το μαντήλι.

Έπιασε το γράμμα της μάνας του. Έβαλε το χέρι του στη δεξιά τσέπη.
Πέταξε στα όργανα το τελευταίο του χαρτονόμισμα.
«Παίξτε» φώναξε.
«Παίξτε σαν να’ ναι το τέλος του κόσμου!». 

Σαν να ‘ναι το τέλος του κόσμου
Γιώργος Σαββανάκης

Το ταξίδι ενός χαρτονομίσματος, Συλλογή διηγημάτων
Εκδόσεις Σαΐτα
ISBN: 978-618-80394-5-2
Ιανουάριος 2013

Ο Γιώργος Σαββανάκης γεννήθηκε το 1982 στο Βελεστίνο, όπου ζει και εργάζεται σήμερα. Πέρασε κάποια χρόνια της ζωής του στη Θεσσαλονίκη σπουδάζοντας τις επιστήμες της Αρχαιολογίας και της Ιστορίας, η οποία αποτελεί και τη μεγάλη του αγάπη. Υπήρξε μέλος της συγγραφικής ομάδας του τόμου Οι Βλάχοι της Μαγνησίας και έχει λάβει μέρος με ανακοινώσεις σε διάφορα συνέδρια ιστορικού ενδιαφέροντος.