Βλαχοχώρια

Μεγάλα Λιβάδια Πάικου

Μεγάλα Λιβάδια ΠάικουΤο πανώριο αυτό χωριό στα μάτια στις ψυχές και στις καρδιές των Μεγαλολιβαδιωτών που γεννήθηκαν εκεί, μα κι αυτών που η γενιά τους δεν ευτύχησε να γεννηθεί στον τόπο αυτό, που μόνο ζωή μπορεί να δίνει, βρίσκεται στα 1260μ ψηλά στο Πάικο.

Δεν είναι τυχαίο που οι Μεγαλολιβαδιώτες διάλεξαν τον τόπο αυτό. Ξεκίνησαν, κυνηγημένοι από τον Αλή-Πασά, από ένα άλλο χωριό, που θα ζήλευαν σίγουρα οι Ευρωπαίοι να το είχαν στην κατοχή τους, τη Γράμμουστα της Πίνδου. Ήθελε ο Αλή-Πασάς (περίοδος ανόδου του 1790-1810), ο αδηφάγος γυναικάς την όμορφη βλαχοπούλα, την Περουσιάνα, να την πάρει στο σαράι του. Οι Βλάχοι της Γράμμουστας τον καθησύχασαν ότι δέχονται την πρότασή του. Όμως ο χρόνος χρειαζόταν για να ετοιμαστούν και να φύγουν όλοι μακριά πριν ατιμαστούν. Οι Βλάχοι είναι περήφανη γενιά και δεν θα έδιναν για τίποτα στον κόσμο ένα κορίτσι τους, που είχε σταυρό στο μέτωπο, σ' έναν Τουρκαλβανό. Έφυγαν λοιπόν μακριά, πέρα από τη δικαιοδοσία του Αλή-Πασά, πέρα από τον Αξιό ποταμό. Φυσικά αυτό έχει περάσει ως μύθος, αλλά εμπεριέχει και κάποια πραγματικότητα. Δεν ήταν ο μόνος λόγος τα όμορφα μάτια μιας από τις πανέμορφες Γραμμουστιάνες βλαχοπούλες που οι σημερινοί Μεγαλολιβαδιώτες έφυγαν από τον τόπο καταγωγής τους. Η Γράμμουστα έπλεε στο χρυσάφι. Κι αυτό φαινόταν ακόμα και στο ντύσιμο των γυναικών. Όταν κατέβαιναν στο Άργος Ορεστικό οι Γραμμουστιάνες έλαμπαν από ομορφιά και πλούτο ξεχώριζαν απ' τα πανέμορφα υφαντά φορέματά τους. Μέχρι και στα πασούμια τους είχαν φλουράκια (φλουρίι). Αυτόν τον πλούτο ο Αλή-Πασάς ήθελε με κάθε τρόπο, φυσικά ανώδυνο γι' αυτόν ως προς τις σχέσεις τους (διότι συμφωνούσαν και οι δυο να έχουν κοινό μέτωπο κατά του Σουλτάνου) να μπορέσει να πάρει μέρος του, να τους φορολογήσει. Απ' τη στιγμή που διαισθάνθηκαν τις προθέσεις του, όταν τους δόθηκε η αφορμή, άφησαν την όμορφη Γράμμουστα για να βρουν έναν άλλο εξ ίσου όμορφο τόπο. Και τον βρήκαν.

Ήταν πάνω στο οροπέδιο του Πάικου-Κιλκίς. Διαβαίνοντας αυτόν τον θεϊκό τόπο ανάμεσα από τις οξιές, ξεπρόβαλε μπροστά τους αυτό το πλάτωμα. Γεμάτο με φτέρη, το χώμα του γόνιμο και καταπράσινο, και οι πηγές αμέτρητες να κυλούν γάργαρο και κρύο νερό (άπ α αράτσι). Σύμφωνα με τις παραδόσεις, λίγο πριν δημιουργηθούν οι δυο βλάχικοι οικισμοί, στα δυτικά των Μ.Λιβαδίων υπήρχε ένας παραθεριστικός οικισμός Τούρκων αξιωματούχων. Κατά καιρούς ήρθαν και μερικές οικογένειες από το Περιβόλι και τη Σαμαρίνα. Περισσότερο από το 70% του πληθυσμού είναι Γραμμουστιάνοι και το υπόλοιπο, στο μεγαλύτερο ποσοστό, είναι Περιβολιώτες, αρκετοί Σαμαρινιώτες, κάποιες άλλες οικογένειες ίσως που κατοικούσαν κεντρικά (ντι μέση), από Τρίκαλα ή Καρδίτσα (Μισσιάκανι, Τζιτζίφανι) και ενδυναμώθηκε και με άλλες ομάδες Βλάχων μετά την καταστροφή της Μοσχόπολης. Αυτό το μέρος λίγο πολύ οι Γραμμουστιάνοι το γνώριζαν από πριν. Βλάχοι κυρατζήδες μεταφέρουν εμπορεύματα κάνοντας τη διαδρομή Μοσχόπολη -Γράμμουστα-Τεργέστη-Βιέννη-Κων/πολη. (Υπολογίζεται ότι η Γράμμουστα το 1650 περίπου είχε 32.000 κατοίκους ενώ τα Τίρανα 10.000).

Αργότερα άρχισαν να έρχονται στο Πάικο κατά οικογένειες, φάρες, τα φαλκάρια. Σύμφωνα με προφορικές παραδόσεις, το χωριό πρέπει να κατοικήθηκε γύρω στα 1790 αφού πρώτα περιπλανήθηκαν σ’ άλλα μέρη μετά την καταστροφή της Γράμμουστας και κυνηγημένοι από τον Αλή Πασά. Έσμιγαν τα πρόβατά τους πολλοί τσελιγκάδες, οι σμίχτες, που το γενικό πρόσταγμα το είχε ο αρχιτσέλιγκας, αυτός που είχε τα περισσότερα πρόβατα, δηλαδή περίπου πάνω από χίλια. Η συνεργασία τους ήταν πολύ καλή, συνήθως ήταν φίλοι αχώριστοι, ένας συνεταιρισμός τέλειος που βασιζόταν στην εμπιστοσύνη και στη δικαιοσύνη ως προς το μοίρασμα των κερδών. Όταν έφθασαν πάνω στο Πάικο είχαν το φόβο ακόμα ότι τους κατεδίωκε ο Αλή-Πασάς, γι' αυτό και υπέφεραν. Επί ένα μήνα έτρωγαν μόνο χόρτα - γάλα - κρέας. Αργότερα άρχισαν να ξεθαρρεύουν τα καραβάνια, αφού ένιωσαν ότι εξέλειπε ο κίνδυνος. Έχτισαν πρόχειρα μερικές καλύβες. Ήταν φτιαγμένες από ξύλο οξιάς και σοβατισμένες με λάσπη. Έκαναν και χωρίσματα για να έχουν δωμάτια. Η στέγη φτιαγμένη από πέτρινες πλάκες.

Οι πρώτες αυτές καλύβες έδωσαν και το πρώτο όνομα: Καλύβια . Έτσι τα αποκαλούμε στα βλάχικα τα Μεγάλα Λιβάδια. Αργότερα είδαν ότι το μέρος αυτό είναι αυτό που θα ήθελαν να μείνουν. Έχτισαν, λοιπόν, τα μόνιμα σπίτια. Μεγάλα, διώροφα, κτισμένα με πέτρα και στέγες με πέτρινες πλάκες (πλουάτσι). Το μέρος ήταν ένα απέραντο λιβάδι. Έκτισαν σε δυο μέρη του οροπεδίου-λιβαδιού κατά μαχαλάδες ανάλογα με το πώς ερχόταν τα φαλκάρια. Το μέρος ήταν ένα απέραντο λιβάδι κι από μόνο του πλέον ονομάστηκε: Μεγάλα Λιβάδια και Μικρά Λιβάδια, που ο πληθυσμός τους συνολικά ξεπερνούσε τους 5000 κατοίκους.

Κοινωνική οργάνωση

Με την πάροδο ορισμένων δεκαετιών, αφού άρχισαν πλέον να συνηθίζουν τον τόπο, η κοινωνία τους άρχισε να οργανώνεται. Το παζάρι στα Μ. Λιβάδια ήταν κάτι το ξεχωριστό στην περιοχή εκείνη. Ήταν πολύ μεγάλο παζάρι. Γινόταν δύο φορές την εβδομάδα, Τετάρτη και Σάββατο. Αντάλλασσαν προϊόντα. Οι Λιβαδιώτες έδιναν τα υφαντά τους και συνήθως μεταχειρισμένο ρουχισμό, βελέντζες, φλοκάτες. Επίσης τυριά και μυζήθρες γιατί το κασέρι ήταν ακριβό. Αυτοί που ερχόταν από την περιοχή της Καρατζόβας-Αριδαίας έφερναν μαναβικά - φρούτα - αλεύρι. Γινόταν και μεγάλο ζωοπάζαρο. Στα Μ. Λιβάδια, που ήταν μια μεγάλη Κοινότητα, υπήρχαν δυο σχολεία, αστυνομία, τυροκομεία, ζαχαροπλαστεία, μπακάλικα, τσαγκαράδικα, ραφτάδικα, καφενεία, το αρτοποιείο του Μπάτσιου και οι δύο νερόμυλοι, του Κόλα Χρήστου, στα νοτιοανατολικά του χωριού (Λα Ασκ απιτάτου, το μέρος δηλαδή που δεν είναι ορατό από το χωριό, εκεί που χάνεται το νερό).

Νερό, πηγή ζωής

Είναι φανερό ότι αυτή η πηγή ζωής, το νερό, περίσσευε στα Μ.Λιβάδια. Αυτό γίνεται ορατό από την πρώτη στιγμή στα μάτια του επισκέπτη αντικρίζοντας το οροπέδιο του Πάικου. Οι πηγές ανάβλυζαν από όλες τις μεριές του χωριού. Δύο κλίσεις έπαιρναν τα νερά των Μ.Λιβαδίων:

1)Τα νερά από τις Πέντε βρύσες, τιςΠάνω βρύσες, τα Σαράγια και οιπηγές των Μικρών Λιβαδίων συναντιόταν στην τοποθεσία"Λα Ασκαπιτάτ ου". Εκεί στο τελείωμα του λόφου προχωρούσαν τα νερά αλλά 200-300 μέτρα, όπου υπήρχε ένα δασύλλιο. Σ' αυτό το σημείο συναντιόταν με τα νερά των πηγών: "το νερό του Κλέφτη ( Άπα-Αφούρλουι)", "Τσιαρτά Καρπούζ"(επειδή έσκαγε το καρπούζι στο κρύο νερό της) και άλλων πηγών του τσαϊριού Μαυρονέρι (Καράμποναρ). Αυτές οι πηγές του Μαυρονερίου, στα νότια του λόφου των Μικρών Λιβαδίων, δημιουργούσαν λάκες μεγάλες με κρύο νερό, όπου έκαναν μπάνιο κι έπιαναν καβούρια σε σχήμα αστακού οι νέοι του χωριού. Στα 400 περίπου μέτρα από εκεί που ενώνονταν αυτά τα νερά, ήταν και οι νερόμυλοι, που για τη λειτουργία τους χρησιμοποιούσαν ένα μέρος του νερού. Όλα αυτά τα νερά χύνονταν στον Αξιό Ποταμό.

2)Τα νερά από το Γκινέσι ( στα τσαΐρια αυτά είχε άφθονο τσάι), από την Ιρούτσκα, από το Χαμάμι, από το Γουμαράτς (λέξη που δεν αντιστοιχεί σε καμία της βλάχικης γλώσσας, αλλά σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει χαλάσματα, γιατί έτσι την βρήκαν την περιοχή οι πρώτοι κάτοικοι και ίσως την παρομοίασαν με τα Γόμορρα της Π. Διαθήκης.) και νερά από άλλες πηγές της περιοχής εκείνης κατέληγαν στους πρόποδες του βουνού και χανόταν μέσα στο βουνό. Το νερό δεν φαινόταν πουθενά, μόνο η βοή ακουγόταν σαν καταρράχτης. Λεγόταν τότε ότι τα νερά έμπαιναν μέσα σε σπήλαιο και ότι αυτά τα νερά έβγαιναν στην Αραβησσό (δεν ξέρουμε αν ισχύει).

Τυροκομεία

Η πλειοψηφία, όμως, των Μεγαλολιβαδιωτών ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και την επεξεργασία του γάλακτος. Υπήρχαν γύρω στα 200.000 κεφάλια αιγοπρόβατα μέχρι τον Α΄ Παγκ. Πόλεμο. Το μεγαλύτερο τυροκομείο που υπήρχε στα Μ. Λιβάδια ήταν του Λέντζιου από το 1902. Από το 1928-1935 δημιουργήθηκαν άλλα δύο τυροκομεία.
Το ένα ήταν του Κωτούλα, Βλάχου από τη Θεσσαλία, που έπαιρνε το γάλα των Σαρακατσαναίων. Αυτοί έμεναν πέρα από τα όρια των Μ.Λιβαδίων, πέρα από το Σέχοβο, και δεν έρχονταν καθόλου στο χωριό. Το γάλα ο Κωτούλας το έκανε μπασκί (πρώτη επεξεργασία του γάλακτος για κασέρι) στα μαντριά των Σαρακατσαναίων και το έφερνε ζυμωμένο σε ζαντίλες στο τυροκομείο του στα Μ.Λιβάδια για να το κάνει κασέρι.
Το άλλο τυροκομείο ανήκε στον Ιακώβ Κοέν, Εβραίου από τη Θεσσαλονίκη, που έπαιρνε γάλα από λιγοστές οικογένειες Μεγαλολιβαδιωτών.Οι επιχειρήσεις τους δεν μπόρεσαν να κρατηθούν και έφυγαν.
Έτσι μετά το 1936 έμεινε και πάλι μόνο το τυροκομείο του Λέντζιου. Στο τυροκομείο του στα Μ. Λιβάδια ο Τζιώγας Λέντζιος τυροκομούσε πάνω από 3.000 οκάδες την ημέρα γάλα που το αγόραζε από 45 περίπου κτηνοτρόφους στα Λιβάδια και το έκανε όλο κασέρι, το οποίο διοχέτευε στην αγορά της Θεσ/νίκης. Το μέτρο ήταν η καρδάρα (κυλινδρικό δοχείο όπου άρμεγαν τα πρόβατα) χωρητικότητας 12 οκάδων. Παράλληλα είχε το χειμερινό τυροκομείο στο μεγάλο αγρόκτημα "Καμάρα" στο Δρυμό Θεσσαλονίκης. Τυροκομούσε 1000 οκάδες και πάνω την ημέρα. Γάλα που έπαιρνε από το τσελιγκάτο του και κτηνοτρόφους του Δρυμού, και της Ν.Σάντας.
Το 1941, για ένα χρόνο, λειτούργησε ο Λιμώνας το τυροκομείο του Λέντζιου (ο οποίος μετά το 1940 δεν ξαναλειτούργησε το τυροκομείο του και το οποίο τυροκομείο καταστράφηκε μαζί με όλο το χωριό το 1944), σε συνεργασία με κάποια Βάσω από το Ασβεστοχώρι, που γνώριζε από τυροκομείο. Ο Λιμώνας ήταν κυρίως εισαγωγέας υφασμάτων έχοντας το κατάστημά του στην κεντρική αγορά της Θεσσαλονίκης. Οι καλύτερες πελάτισσές του ήταν οι Μεγαλολιβαδιώτισσες μέχρι πριν το 1970.

Σχολεία

Στα Μ. Λιβάδια λειτουργούσαν δύο ειδών Σχολεία: το Ελληνικό, με μεγάλο αριθμό μαθητών και το Βλάχικο, που είχε μικρό αριθμό μαθητών. Προαιρετικά ο καθένας διάλεγε το σχολείο που ήθελε. Tο θερινό Σχολείο λειτουργούσε για δυο μήνες. Άρχιζε το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου και τέλειωνε αρχές Σεπτεμβρίου. Ένα είδος φροντιστηρίου και απασχόλησης των παιδιών τη θερινή περίοδο. Φυσικά το χειμώνα όλα τα παιδιά και των δυο σχολείων παρακολουθούσαν κανονικά τα μαθήματα στο ελληνικό σχολείο της χειμερινής τους διαβίωσης. Το καλοκαίρι επέλεγαν το σχολείο που ήθελαν, ανάλογα με το εάν ήθελαν να επαναλάβουν τα μαθήματα ή να παρακολουθήσουν κάτι το καινούριο από πάθος για μάθηση. Δίδασκαν και στα δυο σχολεία, δάσκαλοι καταγόμενοι από τα Μ.Λιβάδια.
Στο Ελληνικό Σχολείο ήταν διορισμένοι από το ελληνικό δημόσιο και ο αριθμός των παιδιών ήταν πολύ μεγάλος. Το χειμώνα λειτουργούσε μονοθέσιο με 20-30 μαθητές και το καλοκαίρι οκτατάξιο με πληθωρικές τάξεις. Κάθε τμήμα αριθμούσε ως και 80 παιδιά.
Στο Βλάχικο Σχολείο, «λα Σκουάλα» όπως συνηθιζόταν να ονομάζεται (μέχρι το 1940), ο αριθμός των παιδιών ήταν μικρός. Το χειμώνα ήταν 5-10 μαθητές και το καλοκαίρι ο αριθμός των μαθητών ήταν 15-20. Σχεδόν οι περισσότεροι, έστω και για ένα καλοκαίρι, παρακολούθησαν τα μαθήματα στο βλάχικο σχολείο των Μ. Λιβαδίων.
Τελευταίοι διευθυντές των σχολείων των Μ.Λιβαδίων ήταν ο Μιχαήλ Παπανικολάου στο Ελληνικό σχολείο από το 1909-1944, και ο Αναστάσιος Ευθυμίου στο Βλάχικο σχολείο από το 1929-1940. Τη δε θέση του Γραμματέα της Κοινότητας κατείχε ο Αναστάσιος Λιάρτσης, από το 1933-1965.

Η μετανάστευση

To 1926-1930 έγινε η μεγάλη μεταναστευτική αιμορραγία στο εξωτερικό, στη Ρουμανία. Το μεγαλύτερο μετανευστικό ρεύμα πραγματοποιήθηκε το 1928. Μεγάλο πλήθος Βλάχων απ' όλα τα βλαχοχώρια και φυσικά κι από τα Μ. Λιβάδια πήραν το δρόμο της ξενιτιάς, ελπίζοντας σε ένα καλύτερο μέλλον, μετά τους πολέμους, για τους ίδιους και τα ζώα τους.
Η καταστροφή της Μ. Ασίας έφερε την καταστροφή του Βλάχικου στοιχείου. Η έλευση των Προσφύγων μετά την Μικρασιατική καταστροφή του 1922, η αποκατάστασή τους και η δημιουργία προσφυγικών χωριών στους τρεις νομούς Κιλκίς, Πέλλας και Θεσσαλονίκης, όπου είχαν τα χειμαδιά τους οι Μεγαλολιβαδιώτες, είχε ως αποτέλεσμα να συρρικνωθεί η έκταση γης, γιατί ο κάμπος καλλιεργήθηκε και δεν υπήρχαν βοσκοτόπια το χειμώνα. Άρχισαν να δυσκολεύονται αρκετά. Παράλληλα αυτή την εποχή γίνονται πολλές μετακινήσεις πληθυσμών.
Οι Μεγαλολιβαδιώτες που συμμετείχαν στον Μικρασιατικό πόλεμο επέστρεψαν. Μα οι δυσκολίες μεγάλες. Άντεξαν δυο χρόνια. Όμως τα βοσκοτόπια συρρικνώθηκαν και άρχισε πλέον να έχουν προβλήματα επιβίωσης. Άρχισαν να σκέφτονται την ξενιτιά. Επέλεξαν τη Ρουμανία ως τόπο μετανάστευσης θεωρώντας την ως την πιο κοντινή χώρα στην πατρίδα τους από την οποία δεν ήθελαν να αποχωριστούν. Μια προσπάθεια, παλιότερα, ορισμένων νέων να ξενιτευθούν στην Αμερική ναυάγησε, γιατί οι περισσότεροι επέστρεψαν μέσα σε λίγους μήνες.
Όταν πια όλα συνηγορούσαν για τον ξενιτεμό, μια τριμελής επιτροπή από τα Μ. Λιβάδια, αποφάσισε πρώτη, το 1925, να πάει να διερευνήσει επιτόπια την περιοχή της Δοβρουτσάς. Την επιτροπή αποτελούσαν ο Τσέπας, Νικ. Σαραμάντος και ο δάσκαλος Ντίνας. Βρήκαν πλούσια την περιοχή, όπως ακριβώς τους την είχαν περιγράψει. Βρήκαν απέραντα λιβάδια στη Ρουμανία, στη Δοβρουτσά, αυτό που ήθελαν. Οι ντόπιοι Ρουμάνοι δεν ενδιαφέρονταν γι' αυτού του είδους τη δουλειά. Το χρονικό αυτό διάστημα (1926-1930), έφυγαν περίπου πεντακόσιες (500) οικογένειες από τα Μεγάλα Λιβάδια. Σχεδόν το μισό χωριό.
Έφτιαξαν τα σπίτια τους, νοικοκυρεύτηκαν, συνέχισαν τις παραδόσεις τους και επισκεπτόταν τα Μ.Λιβάδια κάθε καλοκαίρι, μέχρι το καλοκαίρι του 1939, δίνοντας ζωντάνια με την παρουσία τους στο χωριό, γιατί κάθε οικογένεια είχε τους ξενιτεμένους της. Με την κήρυξη του πολέμου το 1940 σταμάτησαν να έρχονται. Όμως και για τους Μεγαλολιβαδιώτες που δεν ξενιτεύτηκαν, ήταν δύσκολο να πηγαίνουν το καλοκαίρι στα Μ.Λιβάδια, γιατί οι δικοί τους ή επιστρατεύτηκαν στον πόλεμο ή είχαν προβλήματα στον τόπο της χειμερινής τους διαβίωσης. Κι όλα άλλαξαν με την καταστροφή των Μ.Λιβαδίων το Μάιο του 1944.
Ο ξενιτεμός των Μεγαλολιβαδιωτών ήταν θέμα επιβίωσης. Τα χειμαδιά τους μοιράστηκαν στους Πρόσφυγες. Δεν είχαν άλλο λόγο να ξενιτευτούν. Δεν επηρεάστηκαν από την προπαγάνδα που προϋπήρχε. Ήταν καλά στην πατρίδα τους. Δεν έχει καμιά σχέση το Ρουμάνικο στοιχείο με το Βλάχικο, όπως μερικοί θέλουν να πιστεύουν.
Ήλπιζαν ότι όταν θα ήθελαν, θα μπορούσαν να επιστρέψουν. Όμως οι ελπίδες τους διαψεύσθηκαν.Το καθεστώς άλλαξε στη Ρουμανία το 1944 και μαζί μ’ αυτό όλα τα όνειρά τους. Ούτε περιουσία μπόρεσαν να κρατήσουν αλλά ούτε και να έρθουν να δουν τους δικούς τους. Έζησαν πάλι τον ξενιτεμό οι Μεγαλολιβαδιώτες και γενικά οι Βλάχοι, κυρίως Γραμμουστιάνοι. Η Δοβρουτσά επανήλθε στη Βουλγαρία με συνθήκη και έτσι αναγκάστηκαν να μεταφερθούν όλοι τους, χωρίς περιουσία, στα εδάφη της Ρουμανίας (Βουκουρέστι , Καλαράσι κ.λ.π.).
Ύστερα από 40 χρόνια άρχισαν να έρχονται λιγοστοί μόνο κατόπιν πρόσκλησης των συγγενών α΄ βαθμού.

Από τα χειμαδιά στο Πάικο

Οι Βλάχοι στα Μ. Λιβάδια έμεναν από τον Αϊ Γιώργη ως τον Αϊ Δημήτρη. Οι ημερομηνίες σταθμοί των Τσελιγκάδων. Οι δυο καβαλάρηδες άγιοι που τους τιμούσαν πολύ, καθόριζαν περίπου το χρόνο μετακίνησής τους. Βέβαια ο χρόνος αυτός εξαρτιόταν και από τις ανάγκες των παιδιών τους σχετικά με το σχολείο. Αλλά και οι διάφορες εμπορικές συμφωνίες που έκαναν καθορίζονταν από αυτό το χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε ανάμεσα στις γιορτές αυτών των αγίων. Ήταν ένα δείγμα της θρησκευτικής ευλάβειας και πίστης στα Θεία που είχαν οι Βλάχοι.
Άλλο ένα δείγμα της βαθιάς πίστης των Βλάχων ήταν ότι όλα τα κορίτσια στο μέτωπο ανάμεσα από τα φρύδια χάρασσαν το σχήμα του σταυρού (ισόβιο τατουάζ). Δήλωναν φανερά την πίστη τους στην Ορθοδοξία.
Αξίζει να σημειώσουμε εδώ και άλλο χαρακτηριστικό που φορούσαν τα κορίτσια. Τα σκουλαρίκια. Από μικρά παιδιά τα φορούσαν και δεν τα έβγαζαν ποτέ. Ήταν τα ίδια για όλες. Χρυσές φουσκίτσες γεμάτες, ίσα με ένα στραγάλι. Το σχέδιο βρέθηκε να πουλιέται πρόσφατα στη Βιέννη, δείγμα ότι οι Βλάχοι (Σίνας) πέρασαν την τεχνοτροπία τους και στην Ευρώπη.
Το δε σεργιάνι των κοριτσιών γινόταν όταν έπαιρναν τα γκιούμια, γανωμένα άσπρα με καπάκι, για να φέρουν νερό από τις Πέντε βρύσες, «Τσίντσι σιόπατι», στο έμπα του χωριού, (υπάρχουν και σήμερα). Δε χρησιμοποιούσαν στάμνες. Εκεί τα κορίτσια έκαναν ατελείωτες κουβέντες όμως τα αγόρια δεν έχαναν την ευκαιρία να τους κόβουν την κουβέντα με τα πειράγματά τους.
Την περίοδο του χειμώνα δεν ήταν δυνατό να μείνουν στα Μ.Λιβάδια. Μόνο μερικές οικογένειες έμεναν μόνιμα. Αυτοί που διατηρούσαν χοιροστάσια και οι δάσκαλοι.
Οι Μεγαλολιβαδιώτες κατέβαιναν στις μόνιμες χειμερινές κατοικίες που ήταν εξίσου καλοφτιαγμένες, ευρύχωρα σπίτια, με τις εγκαταστάσεις τους και τις στάνες τους για τα ζώα.
Τα μέρη όπου είχαν διαλέξει για να μένουν το χειμώνα ήταν τα προάστια της Θεσσαλονίκης, τα χωριά γύρω από τα Γιαννιτσά, η Γουμένισσα, η Αξιούπολη, το Πολύκαστρο και μερικά χωριά του Κιλκίς.
Μετά την ολοκληρωτική καταστροφή του χωριού στην περίοδο της γερμανικής κατοχής, οι κάτοικοι έμειναν μόνιμα στον τόπο όπου ξεχειμώνιαζαν.

Καταστροφές- λεηλασίες

Τα Μ. Λιβάδια υπέστησαν πολλά πλήγματα και καταστροφές κατά καιρούς.
Το 1881 (κατά μαρτυρία του παππού μου Τζιώγα Λέντζιου στον πατέρα μου Μιχάλη) έγινε η μεγάλη ληστεία από τους Τούρκους. Πήραν πολλά πράγματα αξίας, χρυσάφι και ασήμι που φορούσαν οι γυναίκες πάνω τους (πάνω από 80 αλογοφόρτια) και τα πήγαν προς τη Φλώρινα. Πήραν και μια γυναίκα όμηρο, η οποία δεν ξαναγύρισε. Οι Τούρκοι ονόμαζαν τα Μ. Λιβάδια "Αλτίκιοϊ", δηλαδή "Χρυσοχώρι".
Το 1917 οι Γάλλοι αναγκάστηκαν να εκκενώσουν το χωριό για να μην κινδυνέψει κανείς, γιατί οι Γερμανοί έριξαν 3 βόμβες στην επιχείρηση του Σκρά. Τους έστειλαν προς το δάσος, στη δυτική πλευρά (Λα Κουπέννι) προς τη πλευρά των Γιαννιτσών.
Το 1918 η αρρώστια, ένα είδος πανώλης, κατ’ άλλους ισπανική γρίπη, που ήταν ξενόφερτη, πιθανότατα από τους Γάλλους, θέρισε τον πληθυσμό. Θύματα είχε κάθε οικογένεια και κυρίως παιδιά.
Το χωριό καταστράφηκε δυο φορές στην περίοδο των Γερμανών, γιατί η περιοχή του Πάικου από τη φύση προσφέρονταν για την πραγματοποίηση επιχειρήσεων που συνέβαλλαν στην εθνική αντίσταση. Την περίοδο της κατοχής οι Σύμμαχοι κατόπιν συνεννόησης με κώδικες λέξεις του BBC έριχναν για ενίσχυση στην Εθνική Αντίσταση όλες τις παραγγελίες (οπλισμό, ρουχισμό, τρόφιμα).Τα έριχναν τη νύχτα με τα αλεξίπτωτα, περιφερειακά του Πάικου, στο δάσος, σε μέρη ξέφωτα (διαφορετικά κάθε φορά), αλλά δύσβατα και όχι γνωστά σε όλους, αφού προηγουμένως άναβαν φωτιές γύρω-γύρω, για να μην γίνουν αντιληπτοί. Οι Μεγαλολιβαδιώτες που ήταν εκεί με τα άλογα βοηθούσαν στην μεταφορά με την επίβλεψη της αρμόδιας επιτροπής της Εθνικής Αντίστασης.
Όταν οι Γερμανοί αντιλήφθηκαν τον ρόλο που είχαν τα Μ.Λιβάδια στον πόλεμο αυτό, αποφάσισαν να τα καταστρέψουν, να τα κάψουν.
Στην πρώτη απόπειρά τους, το Δεκέμβριο το 1943, οι ζημιές ήταν λιγοστές. Όμως δεν ήταν τυχαίο. Είχαν πληροφορηθεί ότι το χωριό το οποίο πρόκειται να κάψουν είναι η εκπροσώπηση του πλούτου. Λεηλάτησαν τα σπίτια και γέμισαν πολλά καμιόνια από υφαντά μάλλινα καλοφτιαγμένα παντός είδους για νοικοκυριό, για ντύσιμο, για προίκα. Σκεύη μεγάλης αξίας και σε μεγάλη ποσότητα. Βελούδο που φορούσαν οι γυναίκες των Βλάχων, αλλά και τόπια υφάσματα, το οποίο ήταν άριστης ποιότητας, και το απλό βελούδο και το πατητό σαν δαμάσκο βελούδο εισαγωγής (καλκάτι). Ζώα δεν πήραν γιατί όταν έφευγαν το χειμώνα οι Βλάχοι τα έπαιρναν μαζί τους.
Όμως ο κυρίως πλούτος βρισκόταν στο χρυσάφι. Αφού εξωτερικά φαινόταν τι χρυσό φορούσαν οι γυναίκες (μπάιουρ ντι φλουρίι) φανταστείτε τι υπήρχε στα σεντούκια τους.
Για κάθε εκδήλωση του χωριού, βάφτιση, αρραβώνα, γάμο, όλο το συγγενολόι έπρεπε να δωρίσει λίρα. Καταλαβαίνετε μόνο γι’ αυτές τις υποχρεώσεις τι απόθεμα είχαν.
Φανταστείτε τι υπήρχε για τις γιορτές που αφορούσαν τη δική τους οικογένεια.
Μόνο ο πεθερός και η πεθερά τη νύφη που έπαιρναν έπρεπε να τη στολίσουν με πεντόλιρα, μισοπεντόλιρα και δύο, τρεις και τέσσερις σειρές στο λαιμό, σαν κολιέ με λίρες (μπάιουρου ντι φλουρίι). Χώρια τι θα της δίνανε όταν τους χαιρετούσε φιλώντας το χέρι (μισστιάρι).
Στο "μισστιάρι" συμμετείχε όλο το χωριό.
Αυτό το χωριό λεηλάτησαν οι Γερμανοί και το έβαλαν φωτιά στις 4 Μαίου του 1944, αφού ήρθαν από τη Γευγελή και το περικύκλωσαν.
Το 1946 η καταστροφή ολοκληρώθηκε από το Στρατό, λόγω του εμφυλίου πολέμου, αφού προηγήθηκε το χτύπημα του Λιτόχωρου και του Αρχαγγέλου για λόγους που οι καιροί τους επέβαλαν.

Ξαναγεννιέται το χωριό

To 1965-70 άρχισε δειλά-δειλά να ξαναγίνεται το χωριό, δίνοντας γη η Νομαρχία σε μερικούς από τους δημότες που θέλανε να καλλιεργήσουν την πατάτα. Κυρίως ήταν δημότες Βλάχοι της γύρω περιοχής από Γουμένισσα-Αξιούπολη. Έδρα της κοινότητας το χειμώνα είναι η Αξιούπολη. Ο δρόμος ήταν δύσβατος και μόνο οι καλλιεργητές της πατάτας, μετακινούνταν με τρακτέρ ή ζώα. Άλλο μέσο ήταν λίγο δύσκολο για να φθάσει στον προορισμό του. Μετά το 1980 ο ρυθμός εξέλιξης άρχισε να επιταχύνεται. Με τη σκέψη ότι πρέπει να δοθούν οικόπεδα και στους μη καλλιεργητές της γης, αρκεί βέβαια να είναι δημότες-Βλάχοι της Κοινότητας Μεγάλων Λιβαδίων Πάικου Κιλκίς, άρχισαν να κτίζονται σπίτια, να γίνεται ο δρόμος σιγά-σιγά, ηλεκτρικό ρεύμα, τηλέφωνο, νερό. Σήμερα το χωριό είναι αγνώριστο. Έχουν γίνει σπίτια στις πλαγιές γύρω από την πλατεία. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου Μεγάλων Λιβαδίων με τις συνδρομές των ενοριτών έχει τελειώσει, όπως και η εκκλησία της Παναγίας στα Μικρά Λιβάδια. Ο δρόμος είναι ασφαλτοστρωμένος και η διαδρομή θαυμάσια ανάμεσα από τις οξιές. Έχει συνδεθεί κι από την πλευρά της Αριδαίας.

Γίνονται δύο επίσημες εκδηλώσεις που συμμετέχουν τα χορευτικά των Μ. Λιβαδίων και συγχρόνως προσκαλούνται άλλοι βλάχικοι σύλλογοι. Η μία εκδήλωση γίνεται στη γιορτή των Αγίων Πέτρου και Παύλου ( Σουμ Κέτρου =Άγιος Πέτρος). (Συνηθίζεται να γίνεται Κυριακή η εκδήλωση). Παλιά γινόταν γλέντι τριήμερο με όργανα και οι γυναίκες ντυμένες με τα επίσημά τους έλεγαν πάρα πολλά και ωραία τραγούδια και χόρευαν πολλούς και θαυμάσιους χορούς. Από αυτές τις μέρες μέχρι και το 15Αυγουστο, γιορτή που θεωρείται για τους Βλάχους σταθμός μεγάλος, γινόταν όλες οι προξενιές. Η δεύτερη εκδήλωση γίνεται το 15Αυγουστο, στη γιορτή της Παναγίας (Στ’ Μαρία). Παλιά αυτή τη μέρα γινόταν όλοι οι γάμοι μαζί, ως και 15-30 γάμοι. Βούιζε όλο το χωριό. Τα τελευταία χρόνια καθιερώθηκε και η γιορτή των κτηνοτρόφων (Σεάρα ντι βεάρα = βραδιά καλοκαιριού), στις αρχές του Σεπτέμβρη, σε ανάμνηση της αναχώρησης των τσελιγκάδων από το βουνό στα χειμαδιά. Ένα είδος αποχαιρετισμού. (Τουάμνα του αρνίου = φθινόπωρο στο χειμαδιό).
Σήμερα μπορείς να απολαύσεις το γλέντι, το κρύο νερό (αράτσεα άπα) από τις Πέντε βρύσες ( Τσίντσι σιόπατι) και τις πηγές πιο πέρα. Να σκαρφαλώσεις στις πλαγιές και να αναπνεύσεις τον καθαρό αέρα και να αναρωτιέσαι "υπάρχουν τέτοιες ομορφιές στη φύση που εμείς τις στερούμαστε".
Με μια τέτοια εξέλιξη δεν μπορεί να λείψει κι ένας ξενώνας η «Μοσχόπολη» και να γευτεί κανείς τις νοστιμιές στην ταβέρνα και στο «Κάσα ντι λέμνου» (= σπίτι από ξύλο)..
Αξίζει να επισκεφτούμε αυτό το εξαίσιο μέρος που απέχει μόνο 100 χμ. από Θεσσαλονίκη. Φθάνοντας στη Γουμένισσα-Κιλκίς διανύεις άλλα 27 χμ. ονειρεμένης διαδρομής.

Από το βιβλίο της Κούλας Λέντζιου -Τρίκου
«Μεγάλα Λιβάδια Πάικου - Βλάχικα Τραγούδια και Ποιήματα»
(2010 και 2011) Θεσσαλονίκη, αυτοέκδοση
Τηλ. 6976855033. email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.