E-books

Λεπτομέρεια από το τέμπλο του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο MiskolcΗ παρούσα εργασία βασίζεται στο δίπολο Μοσχόπολη-Miskolc, με επίκεντρο τις βαθύτατες αλλαγές που συνέβησαν στον εθνικό φυσιογνωμικό ιστό των Βλάχων, στην οικονομική και κοινωνική πραγματικότητά τους. 

Σκοπός της εργασίας είναι να επαναπροσεγγίσει και τελικά να επαναπροσδιορίσει το θέμα της βλάχικης ταυτότητας, μελετώντας αρχικά τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της πλέον αναγνωρισμένης και ακμάζουσας βλάχικης εστίας, της Μοσχόπολης και έπειτα παρουσιάζοντας ένα παράδειγμα που επιτρέπει να καταδειχθεί η διαδικασία εξέλιξης της μοσχοπολίτικης-βλάχικης ταυτότητας σε μια πόλη της Αψβουργικής Μοναρχίας, το Miskolc. Για την μελέτη του εν λόγω ερευνητικού ζητουμένου η επιλογή των παραπάνω πόλεων κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν. Η Μοσχόπολη συμβολίζει την παράδοση, το παρελθόν, ενώ από την άλλη πλευρά στα μοναρχικά εδάφη αποτυπώνονται εξαιρετικά χαρακτηριστικά οι αλλαγές που συνέβησαν στον εθνικό φυσιογνωμικό ιστό των Βλάχων μετοίκων τόσο εξαιτίας των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούσαν, όσο και εξαιτίας της ευρείας διάδοσης των ιδεών του Διαφωτισμού που παρεισέφρεε εκεί με γοργούς ρυθμούς. Εκείνο που τελικά προκύπτει είναι ότι η «Τύχη των Μοσχοπολιτών» βρισκόταν σε άμεση συνάρτηση με τον τελικό προορισμό της εγκατάστασής τους, πραγματικότητα που ερμηνεύει απόλυτα την διαφορετικότητα που έλαβε από τόπο σε τόπο.
Παρόλο που ο τίτλος της διατριβής αρχικά παραπέμπει στη μονογραφία του Άλκη Αγγέλου, Πλάτωνος Τύχαι, στην πραγματικότητα επιλέχθηκε εσκεμμένα ως μια σωτήρια λύση, πίσω από τον ευρύτατο ορίζοντα της οποίας θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν άνετα τα πολλαπλά ερευνητικά ζητούμενα που είχαν τεθεί. Όπως αποδείχθηκε τελικά, τα ιστορικά ζητούμενα, οι προβληματισμοί και οι αμηχανίες που διαρκώς προέκυπταν ήταν πολλές περισσότερες από αυτές που είχαν υπολογιστεί στην αρχή. Και αυτό γιατί με μεγάλη δόση λογοτεχνικού λυρισμού και θαυμασμού για το μεγαλείο της στα χρόνια της ακμής της, η Μοσχόπολη έφθασε να χαρακτηριστεί από κάποιους συγγραφείς ως η Αθήνα της Τουρκοκρατίας, το Παρίσι της Ανατολής, η Ιερουσαλήμ των Βλάχων. Η θεαματική οικονομική και πολιτισμική της ακμή σε συνδυασμό με τις πολιτικές και κοινωνικές δομές που ανέπτυξε, την κατέστησαν αβίαστα και όχι άδικα, ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα της Νότιας Βαλκανικής, μια σύγχρονη πολιτεία, που συνέβαλλε όσο καμία άλλη στο γλωσσικό εξελληνισμό των αλλοφώνων της ευρύτερης Βαλκανικής Χερσονήσου. Πρώτος έγραψε μονογραφία για τη Μοσχόπολη ο Κωνσταντίνος Σκενδέρης. Ο Ιωακείμ Μαρτινιανός όμως ήταν εκείνος που πρώτος ανέδειξε την ιστορική σημασία της πόλης μέσα από τις δύο εκδόσεις του. Αναμφίβολα το πιο σημαντικό κεφάλαιο της ιστορίας της Μοσχόπολης είναι αυτό της οικονομίας της. Η ευημερία που γνώρισε η πόλη προκάλεσε το ενδιαφέρον όλων όσων μελέτησαν τις οικονομικές δομές και λειτουργίες της. Ακόμη και για εκείνους δηλαδή που δεν είδαν την Μοσχόπολη ως την Αθήνα της Τουρκοκρατίας και δεν παρασύρθηκαν σε διθυράμβους, η Μοσχόπολη αναγνωρίστηκε ως ένα κοινωνικοοικονομικό πρότυπο ανάπτυξης που έχρηζε περαιτέρω διερεύνησης.
Από την αρχή της έρευνας φαινόταν ότι το υλικό που έπρεπε να μελετηθεί ήταν ιδιαίτερα ευμέγεθες, ενώ πολύ γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι και στην προκείμενη περίπτωση δεν θα αποφεύγονταν τα συνήθη προβλήματα που παρουσιάζονται στη μελέτη της νεότερης ιστορίας. Η απουσία πρωτογενούς αρχειακού υλικού για την περιοχή, η έλλειψη ελληνικών πηγών και οι περιορισμοί των οθωμανικών τεκμηρίων αποτέλεσαν τα κυριότερα εμπόδια στην προσέγγιση του ερευνητικού ζητουμένου. Η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, η βιβλιοθήκη της Βουλής, το Κέντρο Eρεύνης Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών και η βιβλιοθήκη της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών ήταν οι πρώτοι σταθμοί στο ταξίδι μιας μακράς αναζήτησης. Το αποτέλεσμα όμως που ανέκυπτε κάθε φορά από την βιβλιογραφική μελέτη δημιουργούσε νέους προβληματισμούς. Στη συνέχεια ακολούθησαν οι έρευνες στο Αρχειοφυλάκιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και στο Πρωθυπουργικό Αρχείο της Κωνσταντινούπολης, στο Δημοτικό Αρχείο της Βουδαπέστης, στο Αρχείο του Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και στην Εθνική Βιβλιοθήκη της ίδιας πόλης, καθώς τέλος και στο Αρχείο του Miskolc.
Εκείνο που αποδεικνυόταν τελικά περίτρανα μετά από ώρες μελέτης ήταν η ανάγκη επαναπροσδιορισμού της παραδεδομένης εικόνας της Μοσχόπολης. Οι οικονομικές, πληθυσμιακές και πολιτισμικές δομές της πόλης τέθηκαν στο μικροσκόπιο της έρευνας, παραβλέποντας πλήρως τα μυθεύματα και τους θρύλους του παρελθόντος, που τη συνοδεύουν μέχρι σήμερα. Η μετεγκατάσταση των κατοίκων της άλλοτε ανθηρής πόλης στα εδάφη της Αψβουργικής Μοναρχίας και ο σχηματισμός των κοινοτικών τους θυλάκων έθεταν στο προσκήνιο σοβαρούς και ουσιαστικούς ιστορικούς προβληματισμούς, που στρέφονταν πλέον ευθέως στο ζήτημα του εθνικού προσδιορισμού των Βλάχων. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο έγκειται η πρωτοτυπία της ανά χείρας μελέτης.
Είναι γεγονός ότι η εθνική φυσιογνωμία των Βλάχων συνοδευόταν πάντοτε από λεκτικά σχήματα, πολλές φορές συγκρουόμενα, τα οποία ξεκινούσαν από διαφορετικές επιστημολογικές και πολιτικές αφετηρίες. Οι ερμηνείες που λάμβαναν κάθε φορά οι διάφοροι επιθετικοί προσδιορισμοί ήταν πολλοί, οδηγώντας με αυτόν τον τρόπο τον μελετητή σε διαφορετικές προσεγγίσεις της ιστορίας των Βλάχων και κατ’ επέκταση σε διαφορετικές εκτιμήσεις του ρόλου τους. Κεντρικό σημείο σε όλη αυτή τη συζήτηση που διαρκεί πολλά χρόνια, σημείο αναφοράς που κεντρίζει το ενδιαφέρον των μελετητών είναι αν οι Βλάχοι πρέπει να ενταχθούν ή αν ανήκουν ήδη σε κάποιον εθνικό κορμό. Οι διάφορες θεωρίες που εκφράστηκαν κατά καιρούς, άλλοτε γενικευμένες, άλλοτε στρατευμένες και άλλοτε χωρίς επιστημονικό υπόβαθρο το μόνο που πέτυχαν ήταν να δημιουργήσουν μια άνευ προηγουμένου ιδεολογική σύγχυση στην προσέγγιση του ζητήματος.


Καρακώστα Κωνσταντίνα. Μοσχοπολιτών τύχαι: η ακμή, η παρακμή και η διασπορά των Μοσχοπολιτών: η κοινότητα του Miskolc

Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να επαναπροσεγγίσει και τελικά να επαναπροσδιορίσει το θέμα της βλάχικης ταυτότητας, μελετώντας αρχικά τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της πλέον αναγνωρισμένης και ακμάζουσας βλάχικης εστίας, της Μοσχόπολης και έπειτα παρουσιάζοντας ένα παράδειγμα που επιτρέπει να καταδειχθεί η διαδικασία εξέλιξης της μοσχοπολίτικης-βλάχικης ταυτότητας σε μια πόλη της Αψβουργικής Μοναρχίας, το Miskolc. Για την μελέτη του εν λόγω ερευνητικού ζητουμένου η επιλογή των παραπάνω πόλεων κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν. Η Μοσχόπολη συμβολίζει την παράδοση, το παρελθόν, ενώ από την άλλη πλευρά στα μοναρχικά εδάφη αποτυπώνονται εξαιρετικά χαρακτηριστικά οι αλλαγές που συνέβησαν στον εθνικό φυσιογνωμικό ιστό των Βλάχων μετοίκων τόσο εξαιτίας των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούσαν, όσο και εξαιτίας της ευρείας διάδοσης των ιδεών του Διαφωτισμού που παρεισέφρεε εκεί με γοργούς ρυθμούς. Καθώς η ταυτότητα είναι μια έννοια με χαρακτήρα δυναμικό, που βρίσκεται σε διαρκή διαλεκτική σχέση με το περιβάλλον και η οποία αναπροσαρμόζεται όταν μια ομάδα διαφοροποιείται από το σύνολο και θεωρεί την ύπαρξή της ως ανεξάρτητη και αυτοτελή, με διαφορετικά και σαφώς αντιδιαστελόμενα πολιτιστικά στοιχεία, είναι ανάγκη να δούμε αν αυτό συνέβη και στην περίπτωση των Βλάχων της Ελλάδας.
Στην προσπάθεια αναζήτησης της βλάχικης ταυτότητας, αποδείχθηκε από την πρώτη κιόλας στιγμή ότι ήταν αναπόφευκτες οι παρεκκλίσεις σε κάποιες «συγγενείς» θεματικές, οι οποίες αφορούσαν στην ορεινή οικονομία των βλάχικων οικισμών, στο φαινόμενο της πρώιμης αστικοποίησης στον οθωμανοκρατούμενο χώρο, στα δεδομένα της μεταναστευτικής διαδικασίας και στον τρόπο σχηματισμού των εμπορικών δικτύων. Προκειμένου για την επιτυχέστερη κατανόηση του ιδιαίτερου ρόλου που διαδραμάτισε η Μοσχόπολη επιχειρείται στο πρώτο κεφάλαιο να φανεί πως πραγματοποιήθηκε η πορεία μετάβασης των Μοσχοπολιτών σε έναν αστικό τρόπο ζωής και συνακόλουθα η ένταξή τους στη χρηματιστική οικονομία της Ευρώπης, ζητήματα που οδηγούν απευθείας τον μελετητή στον ευρύτερο χώρο προβληματισμού της πρώιμης εκβιομηχάνισης του ορεινού χώρου.
Εκείνο που προκύπτει τελικά είναι ότι η οικονομική ανάπτυξη της Μοσχόπολης πρέπει να αναζητηθεί μέσα στο ίδιο το περιβάλλον της πόλης, το οποίο αποδείχθηκε ικανό να συγκρατήσει τον πληθυσμό του, μεταστρέφοντάς τον πολύ συχνά σε άλλες οδούς, οι οποίες, όμως, ήταν πάντοτε συνυφασμένες με την κτηνοτροφία, στους θεσμούς που όριζε η οθωμανική ιστορική πραγματικότητα και τέλος στην μοναδική σχέση αλληλεξάρτησης της πόλης με το φυσικό της περιβάλλον. Με δεδομένους τους παραπάνω άξονες δημιουργήθηκε στη Μοσχόπολη ένας ορεινός θύλακας παραγωγής υφασμάτων και νημάτων, ο οποίος διαθέτοντας την παραγωγή του στις αγορές του εξωτερικού συμμετείχε στην χρηματιστική οικονομία της ευρωπαϊκής αγοράς ήδη από τον 17ο αιώνα και στον αρχικό σχηματισμό του «βιοτεχνικού φαινομένου» στην τουρκοκρατούμενη χώρα. Έτσι, δημιουργήθηκαν στην Μοσχόπολη τα πρώτα χαρακτηριστικά ενός αστικού τρόπου ζωής. Η ομάδα των ανθρώπων που ασχολήθηκε με το εμπόριο των παραγώγων της κτηνοτροφίας σαφώς και αποστασιοποιήθηκε από τον κλασικά παραδεδομένο χαρακτήρα του κτηνοτρόφου, ωστόσο δεν απέκτησε ποτέ την γνήσια εικόνα του αστού. Άλλωστε θα ήταν εξαρχής μεγάλο μεθοδολογικό λάθος να κάνουμε λόγο για καθαρή αστική τάξη ή αστικότητα στους κόλπους μιας θεοκρατικής Αυτοκρατορίας που δεν επέτρεπε πολιτικά δικαιώματα στο σύνολο των υπηκόων της.
Η οικονομική ευμάρεια της Μοσχόπολης προκάλεσε ζωηρή πνευματική κίνηση. Η Νέα Ακαδημία, « …ο άκρος στολισμός της πολιτείας, η ευκοσμία των ηθών…», η πλούσια Βιβλιοθήκη και το τυπογραφείο, που διέθετε, το δεύτερο ελληνικό τυπογραφείο σε ολόκληρη την Οθωμανική Ανατολή, σε συνδυασμό με το συγγραφικό και το διδασκαλικό έργο μιας σειράς επιφανών ανδρών, ανάμεσα στους οποίους διακρίνει κανείς τους Θεόδωρο Καβαλλιώτη, Δανιήλ Μοσχοπολίτη και Γρηγόριο Κωνσταντινίδη, κατέστησαν δικαίως τη Μοσχόπολη κέντρο αναφοράς του Ελληνικού Διαφωτισμού. Αδιαμφισβήτητος και καθοριστικός ο ρόλος της Ακαδημίας στόχευε στη διάσωση της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης και τη διατήρηση του ελληνικού φρονήματος. Ειδικότερα για το έργο των επιφανών Καβαλλιώτη και Μοσχοπολίτη είναι σημαντικό να ερμηνευθεί η σημασία των λεξικών τους μέσα στο πολύγλωσσο και πολυεθνοτικό περιβάλλον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με έναν τέτοιο τρόπο που θα ξεπερνά τον αρχικό, αλλά και περιορισμένο χαρακτήρα τους, ως μέσου δηλαδή εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας, και θα τα αντιμετωπίζει ως ένα «πολιτισμικό όργανο» που αντικατόπτριζε και προσδιόριζε ένα πολυεδρικό σύστημα κοινωνικών, οικονομικών, πολιτισμικών και εθνικών συνιστωσών.
Μετά την καταστροφή του 1769 οι βλαχόφωνοι απόδημοι της Μοσχόπολης και των όμορων οικισμών της, ολόκληρες οικογένειες ακόμη και ολόκληρα χωριά, αναζήτησαν ένα καλύτερο μέλλον τόσο σε κοντινά κέντρα της Μακεδονίας, της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Αλβανίας, όσο και σε μακρινότερους προορισμούς της βαλκανικής ενδοχώρας και της αψβουργικής επικράτειας. Το ζήτημα της μοσχοπολίτικης διασποράς τόσο εξαιτίας της γεωγραφικής ευρύτητας που προσέλαβε, όσο και εξαιτίας των πολλών μυθευμάτων που συνοδεύουν την ιστορία της πόλης έλαβε και αυτό μυθικές διαστάσεις. Στοιχεία όμως από το Πρωθυπουργικό Αρχείο της Κωνσταντινούπολης έδειξαν ότι ο μη μουσουλμανικός πληθυσμός της πόλης στην περίοδο της ακμής της δεν ξεπερνούσε τις 5.000. Πρόκειται για ένα ιστορικό στοιχείο, που προκύπτει για πρώτη φορά μέσα από την παρούσα εργασία, ένα στοιχείο που ανατρέπει πλήρως την παραδεδομένη πληθυσμιακή εικόνα της Μοσχόπολης και δημιουργεί εντελώς νέα ιστορικά δεδομένα. Μέσα από τα υποκεφάλαια του δευτέρου κεφαλαίου, εκείνο που συνάγεται είναι ότι οι απόδημοι βασίστηκαν πολύ συχνά σε ένα προϋπάρχον δομημένο πλέγμα οικογενειακών, εθνοτοπικών και επαγγελματικών διακλαδώσεων, καθώς αυτό μπορούσε να τους εγγυηθεί με σχετική ασφάλεια τη διακίνησή τους αλλά και την κατοχύρωσή τους στην κοινωνία υποδοχής. Οι δεσμοί προσδιόρισαν τις επιλογές των μετακινούμενων.
Θεματική του τρίτου κεφαλαίου είναι οι υπογραφές των πολιτικών- διπλωματικών Συνθηκών του Κάρλοβιτς (1699), του Πασσάροβιτς (1718) και του Βελιγραδίου (1739) και οι συνακόλουθες εμπορικές συμφωνίες, που συνόδευσαν τα κείμενα των ειρηνευτικών συνθηκών, οι οποίες προκάλεσαν βαθύτατες μετατοπίσεις στις ευρωπαϊκές οικονομικές ισορροπίες που ίσχυαν έως τότε και έθεσαν σε λειτουργία έναν άγνωστο μηχανισμό, ο οποίος ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για την ανάπτυξη ενός στρώματος Βαλκάνιων εμπόρων. Το εμπορικό κέντρο βάρους μετατοπίστηκε από τα λιμάνια της Γαληνότατης στην Αγγλία, τη Γαλλία και την Αυστροουγγαρία, προκαλώντας ένα πολυδύναμο μεταναστατευτικό ρεύμα, στο οποίο εντάσσεται και η θεματική της παρούσας εργασίας. Στην ανάπτυξη εμπορικών επαφών με την Ευρώπη η μόνη που δεν μπόρεσε να αποκτήσει κανένα όφελος ήταν η Αυτοκρατορία των Οθωμανών.
Προκειμένου να επιτύχει το μεταναστευτικό της πρόγραμμα η βιεννέζικη αυλή (kaiserliche Haupt-und Residenzstadt) εξέδωσε επιπλέον δεκάδες προνόμια, τα οποία προέβλεπαν την ελεύθερη άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων των νεοεγκαταστηθέντων, την κοινοτική αυτοδιοίκησή τους καθώς επίσης και την εκχώρηση υλικών μέσων προκειμένου για τη μόνιμη εγκατάστασή τους στα εδάφη της. Συνδετικός κρίκος μεταξύ των ανατολικών και δυτικών περιοχών η Ουγγαρία διατηρούσε ένα ιδιότυπο πολιτικό, οικονομικό και διοικητικό καθεστώς, ένα καθεστώς που όμοιό του δεν συναντιόταν σε καμία άλλη επαρχία της Αγίας Αυτοκρατορίας (Sacrum Imperium). Μετά τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς, που επιδίκασε την Τρανσυλβανία και την Ουγγαρία κάτω από την διοίκηση της βιενέζικης αυλής, οι Αψβούργοι αυτοκράτορες έθεσαν σε εφαρμογή ένα σύνθετο πρόγραμμα, προκειμένου να επιτύχουν την εξυγίανση της Ουγγαρίας που μαστιζόταν από οικονομική ανέχεια, κοινωνική εξαθλίωση και πληθυσμιακή αραίωση. Η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν στις εμπορικές τους επαφές οι μέτοικοι ήταν η ελληνική. Η χρήση της ελληνικής και στις οικονομικές, αλλά και στις διαπροσωπικές επαφές των βλαχοφώνων Ελλήνων υπαγορευόταν τόσο από επαγγελματικούς όσο και από κοινωνικούς λόγους. Δεν πρέπει να λησμονείται, άλλωστε, ότι τα ελληνικά είχαν καθιερωθεί ως επίσημη γλώσσα του εμπορίου σε ολόκληρη την περιοχή της Βαλκανικής Χερσονήσου, αλλά ήταν και η γλώσσα που αποδείκνυε παράλληλα την ανώτερη καταγωγή και μόρφωση αυτών που την μιλούσαν.

Τέλος, το τέταρτο κεφάλαιο αφορά στη μοσχοπολίτικη παρουσία στο Miskolc. Η εγκατάστασή των Μοσχοπολιτών στη νέα τους πόλη, η αριθμητική τους δύναμη, η παρουσία τους στην εμπορική ζωή, η σύσταση της ελληνικής κομπανίας, του ελληνικού σχολείου και της ελληνικής εκκλησίας πραγματεύονται αναλυτικά στο τελευταίο αυτό κεφάλαιο της εργασίας. Εκείνο που προκαλεί ιδιαίτερα το ενδιαφέρον του μελετητή στο εν λόγω κεφάλαιο είναι η απογραφή (Conscriptio) που διενεργήθηκε στην πόλη το 1769 και αποδεικνύει ότι οι Μοσχοπολίτες αντιπροσώπευαν τότε περισσότερο από το 73% των μετοίκων. Το υπόλοιπο ποσοστό παρέπεμπε σε άτομα με καταγωγή από τη Σίπισκα, την Αχρίδα, την Καστοριά, το Γκράμποβο, τη Γράμμουστα, τα Γρεβενά και το Sibiu. Η καταγωγή των μετοίκων όμως και ο τρόπος με τον οποίο αυτή αποτυπώνεται στα απογραφικά δεδομένα της χρονιάς εκείνης προκαλούν σοβαρότατους ιστορικούς προβληματισμούς. Όπως φαίνεται πολύ χαρακτηριστικά, όλοι οι απογραφέντες δήλωσαν «Μακεδόνες», με εξαίρεση μόνο τρία άτομα. Τον έναν και μοναδικό με καταγωγή από τα Γρεβενά που δήλωσε «Έλληνας», τον έναν και μοναδικό με καταγωγή από το Sibiu, που δήλωσε «Βλάχος» και έναν από τη Σίπισκα που δεν δήλωσε εθνική καταγωγή.
Η πραγματικότητα αυτή, το γεγονός δηλαδή ότι στον όρο «Natio», με εξαίρεση μόλις τρείς περιπτώσεις, όλοι οι υπόλοιποι δηλώθηκαν ως «Μακεδόνες» εγείρει σημαντικά ιστορικά ερωτήματα. Ξεκινώντας από την παραδεδομένη αφετηρία ότι ο όρος «Natio» δήλωνε εκείνη την εποχή το «Γένος» είναι σημαντικό να προσπαθήσει να εξηγήσει κανείς γιατί οι μέτοικοι των βλάχικων οικισμών δεν δηλώθηκαν ως Βλάχοι, ως Ρωμάνοι, ως Aromouni, όπως οι ίδιοι αυτοαποκαλούνται, αλλά δηλώθηκαν ως «Μακεδόνες». Γιατί δηλαδή η «βλαχοσύνη» τους δεν προσδιόριζε και την καταγωγή τους. Κι ακόμη γιατί η ελληνική παιδεία που είχαν λάβει και η ελληνική τους γλώσσα δεν στάθηκαν ικανές για να αυτοπροσδιοριστούν οι εν λόγω μέτοικοι ως «Έλληνες». Πρόκειται για σημαντικά ερωτήματα στα οποία προσκρούει πολύ συχνά ο ιστορικός του 18ου αιώνα. Δεν πρέπει να παραβλέπεται άλλωστε ότι στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και δεκάδες περιπτώσεις πολεμιστών του Μακεδονικού Αγώνα, όταν Βούλγαροι και Έλληνες δηλώνονταν επίσης ως «Μακεδόνες».
Η βιβλιογραφική και αρχειακή μελέτη Miskolc έδειξε από την αρχή τις δυσκολίες της. Η εκτεταμένη γλωσσική πολυμορφία (Volksstämme) που χαρακτήριζε την Ουγγαρία του 18ου αιώνα δημιουργεί μια μακρά σειρά σοβαρών πρακτικών προβλημάτων στον ερευνητή. Καθώς το πρόβλημα που δημιουργούνταν από τον μεγάλο αριθμό των μητρικών γλωσσών στην Ουγγαρία έπρεπε να προσπελαστεί οπωσδήποτε στον χώρο της διοίκησης, τα λατινικά διατηρήθηκαν σχεδόν σε όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου για όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, προσλαμβάνοντας μάλιστα και έναν ιδιότυπο «επαναστατικό» χαρακτήρα. Τα λατινικά, δηλαδή, λειτούργησαν για τους Ούγγρους ως ανάχωμα στην προσπάθεια των Αψβούργων για την γερμανοποίησή τους, παράλληλα όμως λειτούργησαν ως ανάχωμα και για τους άλλους πληθυσμούς που κατοικούσαν στην Ουγγαρία και για τους οποίους οι Ούγγροι επιδίωκαν την μαγυαροποίησή τους.Το αποτέλεσμα τελικά είναι ότι τα περισσότερα έγγραφα είναι γραμμένα σε λατινική γραφή της εποχής εκείνης και επομένως δύσκολα στην ανάγνωσή τους. Οι δυσκολίες του ερευνητή όμως δεν εντοπίζονται μόνο εκεί, αλλά και στον εξουγγρισμό και την παραποίηση των ελληνικών ονομάτων. Συμβαίνει, δηλαδή, πολύ συχνά όχι μόνο να αλλάζει το όνομα σύμφωνα με τα ουγγρικά ονοματολογικά πρότυπα, αλλά και να χρησιμοποιείται ένα ψευδώνυμο του ατόμου, ένα παρατσούκλι του, η εθνική του καταγωγή ή το όνομα της γενέτειράς του ως επίθετό του. Οι πολλαπλές αυτές παραλλαγές των ονομάτων έχουν ως άμεση συνέπεια την συχνότατη αδυναμία ταύτισης των προσώπων με τα ονόματα με αποτέλεσμα να προκαλούνται πολύ συχνά λάθη και παρανοήσεις. Οι αδυναμίες αυτές χαρακτηρίζουν πολλές επιστολές, ιδιωτικά έγγραφα, προσωπική αλληλογραφία και κοινοτικά πρακτικά που φυλάσσονται σε όλα τα αρχεία των ελληνικών κοινοτήτων της Ουγγαρίας.
Εκείνο που τελικά προκύπτει μέσα από τις σελίδες της εργασίας είναι ότι η «Τύχη των Μοσχοπολιτών» βρισκόταν σε άμεση συνάρτηση με τον τελικό προορισμό της εγκατάστασής τους, πραγματικότητα που ερμηνεύει απόλυτα την διαφορετικότητα που έλαβε από τόπο σε τόπο. Η μοσχοπολίτικη «Τύχη» δηλαδή εξελίχθηκε διαφορετικά στα αψβουργικά εδάφη απ’ ότι στη Σερβία ή στον ελλαδικό χώρο και αυτό γιατί δεν ίσχυαν οι ίδιες συνθήκες σε όλα τα περιβάλλοντα. Ειδικότερα, στην Αυστριακή Μοναρχία, όπου οδηγήθηκαν εξαιτίας των προγενέστερων επιχειρηματικών τους δεσμών, οι Μοσχοπολίτες βρέθηκαν μέσα σε ένα ακμάζον πνευματικό περιβάλλον, στο οποίο αναπτύσσονταν όλα εκείνα τα πολιτικά οράματα και τα θρησκευτικά ερεθίσματα που χαρακτήρισαν τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό. Μέσα σε αυτό το νέο πνευματικό περιβάλλον που διαμορφωνόταν στα μοναρχικά εδάφη συνέβη και η «επαναδιαμόρφωση», η επαναδιαπραγμάτευση της βλαχικής τους ταυτότητας. Στα πλουσιότερα μέρη της βιεννέζικης επικράτειας ο επαναπροσδιορισμός της ταυτότητας των Βλάχων συνέβη, όπως ήταν αναμενόμενο, με γοργότερους ρυθμούς, απ’ ότι στις πιο φτωχές περιοχές. Ήταν τόσο το θέμα της καταγωγής τους, όσο και αυτό της γλώσσας τους που συντελούσαν καταλυτικά στην επιτάχυνση απόκτησης μιας νέας ταυτότητας.
Οι Βλάχοι, ωστόσο, λόγω της οικονομικής δύναμης που είχαν και κατ’ επέκταση της κοινωνικής αναγνωσιμότητας που πέτυχαν, κατόρθωσαν να εξελιχθούν σε παράγοντες που διαμόρφωσαν καθοριστικά την εθνική φυσιογνωμία και συνείδηση του υπόδουλου Γένους. Η οικονομική ευμάρεια της Μοσχόπολης πριν την καταστροφή της ήταν αυτή που προκάλεσε την πνευματική αναγέννηση της πόλης, ήταν η αιτία που έστρεψε τους κατοίκους της προς τον Ελληνισμό και τα ελληνικά γράμματα. Αποτέλεσμα ήταν οι Μοσχοπολίτες να έχουν πλήρη επίγνωση της σπουδαιότητας της μακεδονικής γενέτειράς τους, αλλά και της ορθόδοξης πίστης τους. Ωστόσο, η γνώση της ελληνικής γλώσσας ή της ελληνικής ιστορίας δεν σήμαινε ότι οι άνθρωποι αυτοί είχαν μια συγκεκριμένη και συγκροτημένη εικόνα για την Ελλάδα, μια εικόνα τέτοια λόγου χάρη που συναντούμε αργότερα στην εποχή του Κοραή. Η Μοσχόπολη επομένως δεν επιλέχθηκε τυχαία ως αφετηρία της παρούσας εργασίας. Το διπολικό σχήμα Μοσχόπολη-Miskolc καταδεικνύει ανάγλυφα όχι μόνο οικονομικά και κοινωνικά αλλά και εθνικά δεδομένα και συνιστώσες, γύρω από τον προσανατολισμό της ταυτότητας των Βλάχων.
Το 1975 η Muriel Schein εξέδωσε στο περιοδικό Ethnology ένα άρθρο στο οποίο επιχειρούσε να καταδείξει ποια είναι εκείνα τα συστατικά στοιχεία που καθορίζουν την έννοια της εθνοτικής ομάδας. Στο επίκεντρο του επιστημονικού της προβληματισμού έθεσε κυρίως τους Βλάχους τους οποίους μελέτησε συγκριτικά, πέρα από βιβλιογραφικές και μεθοδολογικές σχολές, συμφέροντα και αγκυλώσεις. Αφού ξεκαθάρισε εξ αρχής ότι η εθνικότητα αποτελεί μια πιο περίπλοκη έννοια, η πολλαπλή διάσταση της οποίας επιβάλει την προσέγγισή της ως μιας διαδικασίας μεταβλητής και όχι σταθερής ή στατικής, κατέληξε τελικά να θεωρεί για τους Βλάχους ότι λόγοι οικονομικοί τους ανάγκασαν να διατηρήσουν την «εθνοτική» τους ιδιοσυστασία. Η «εθνοτική» αυτή συγκρότηση που επέδειξαν λειτούργησε ως ένα μέσο κοινωνικής οργάνωσης, το οποίο τους παρείχε τη δυνατότητα να ανταπεξέρχονται σε κάθε είδους προβλήματα και να επιτυγχάνουν τη διατήρηση του μονοπωλίου που είχαν σε ορισμένους τομείς, κάτι που δεν κατάφεραν οι Σαρακατσάνοι. Η ανάγκη διατήρησης του οικονομικού μονοπωλίου οδήγησε με τη σειρά της στη διατήρηση της βλαχικής ταυτότητας σε ολόκληρο τον 18ο και 19ο αιώνα. Γεγονός είναι ότι η θεώρηση της Schein δεν είναι εντελώς λαθεμένη, είναι ωστόσο μονόπλευρη καθώς στο μικροσκόπιο της έρευνάς της έχει βάλει μόνο τους Βλάχους εκείνους που ασχολούνταν με την νομαδική ή ημινομαδική κτηνοτροφία στα ορεινά συγκροτήματα της χώρας.
Αγνοεί πλήρως τους Βλάχους των αστικών ή ημιαστικών κέντρων, της Κεντρικής Ευρώπης και των Βαλκανίων, τους Βλάχους φορείς του ελληνισμού έξω από τα σύνορα της τουρκοκρατούμενης πατρίδας. Αυτοί οι Βλάχοι δεν υπάρχουν στην μελέτη της Schein και η απουσία τους καθιστά το άρθρο αδύναμο στο να καταφέρει να πείσει τον αναγνώστη του πως μπορούν όλοι αυτοί οι διαφορετικά προσανατολισμένοι οικονομικά, επαγγελματικά, κοινωνικά και χωροθετικά ταξινομημένοι Βλάχοι, να αποτελούν ένα ενιαίο και συμπαγές «εθνοτικό» σώμα. Και αυτό το γεωγραφικά, γλωσσικά και εθνογραφικά, συγκεχυμένο περιβάλλον μέσα στο οποίο δρούσαν οι Βλάχοι φάνηκε να δημιουργεί εξ αρχής πρόβλημα, ακόμα και στους ίδιους τους πρωτεργάτες της ελληνικής εθνικής κίνησης. Πρόβλημα που αντιμετωπίζεται ακόμη και σήμερα με σκεπτικισμό και αμηχανία από τους μελετητές της βαλκανικής ιστορίας του 18ου αιώνα, όταν ερευνούν την εκδήλωση των πρώτων εθνικιστικών κινημάτων ανάμεσα στους σύνοικους χριστιανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων, τους τότε υπηκόους του Σουλτάνου. Στην πολυεθνική, θεοκρατική αυτοκρατορία των Οθωμανών, άλλωστε, δεν υπήρχε καμία απολύτως οριοθέτηση της έννοιας του Οθωμανού πολίτη, ενώ μόλις στο 1876, στο τέλος της περιόδου του Τανζιμάτ, έγιναν οι πρώτες συνταγματικά κατοχυρωμένες προσπάθειες ανάπτυξης της οθωμανικής ιθαγένειας, οι οποίες όμως διέθεταν έναν πιο γενικευμένο και σφαιρικό χαρακτήρα.
Με δεδομένη λοιπόν την απουσία της γνώσης της έννοιας του «υπηκόου», οι απογραφέντες Μοσχοπολίτες του Miskolc εμφανίζονται το 1769 να δηλώνονται «Μακεδόνες». Ενδεχομένως η επίγνωση της λαμπρής μακεδονικής ιστορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου λειτούργησε γι’ αυτούς ως πυρήνας εθνικού προσδιορισμού, με αποτέλεσμα η γεωγραφική τους καταγωγή να προβάλλει ως η μοναδική που μπορούσε να τους εγγυηθεί τη διατήρηση της ταυτότητάς τους. Η «Μακεδονία» δηλαδή λειτούργησε ως ένας ουδέτερος όρος, ο οποίος απάλλασσε όλους τους Βλάχους από τις αμηχανίες και τα αδιέξοδα που προκαλούσαν σε κάποιες περιπτώσεις η μη ελληνοφωνία τους, αλλά και το γεγονός ότι όσοι ήταν βλαχόφωνοι δε σήμαινε ότι ένιωθαν ταυτισμένοι με τους ελληνόφωνους. Όπως πολύ χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Βασίλης Γούναρης: «… με τον όρο «μακεδονικός λαός» στις αρχές του 20ού αιώνα προσδιορίζονταν… το σύνολο του μεικτού πληθυσμού της Μακεδονίας, συμπεριλαμβανομένων των αλβανοφώνων, ελληνοφώνων και τουρκοφώνων μουσουλμάνων».
Οι Βλαχόφωνοι Μοσχοπολίτες διήλθαν από τους εμπορικούς σταθμούς και τις διατοπικές αγορές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πέρασαν από τις εμποροπανηγύρεις και τις εμπορικές πόλεις της Βαλκανικής, και σε κάποιες περιπτώσεις διαμετακομιστικής, ενδοχώρας για να καταλήξουν στην πολλά υποσχόμενη Κεντρική Ευρώπη, εν προκειμένω στα σύνορα της σημερινής Βορειοανατολικής Ουγγαρίας, στην πόλη του Miskolc. Στις σελίδες που ακολουθούν το μέγεθος του οικονομικού τους πλουτισμού, η επέκταση των επιχειρηματικών τους κινήσεων και οι όροι της κοινωνικής τους ένταξης αναδεικνύονται μέσα από την κοινή βιωματική τους εμπειρία, η οποία είχε πάντοτε στο επίκεντρό της την εναρμόνιση με τα δεδομένα της νέας τους πατρίδας, προκειμένου να επιτύχουν οικονομική και κοινωνική καταξίωση. Αντικειμενικά και αποστασιοποιημένα από συγκινησιακούς δεσμούς υπήρχαν σοβαροί λόγοι που επέβαλαν την μεταβολή στην ταυτότητα των νεοεγκατεστηθέντων, οι οποίοι σε ένα βάθος χρόνου έπρεπε να εναρμονιστούν με τους μηχανισμούς λειτουργίας της νέας τους πατρίδας. Κοινωνικοί και επαγγελματικοί-οικονομικοί λόγοι επέβαλαν την μεταβολή αυτή μέσα σε ένα πολύγλωσσο και πολυεθνοτικό περιβάλλον, του οποίου οι καθημερινές διαπροσωπικές συνιστώσες ήταν αδύνατο να αφήσουν ανεπηρέαστες γλωσσικές και ονοματολογικές καταβολές. Σαφής έκφραση της εν λόγω πραγματικότητας ήταν η αλλαγή των ελληνικών επιθέτων σύμφωνα με τα ουγγρικά πρότυπα. Η κοινότητα που συγκρότησαν τελικά οι Μοσχοπολίτες στο Miskolc εδραζόταν σε έναν συμβολικά δομημένο νοηματικό ιστό, με άξονες τον πολιτισμό (Kultur), την κοινωνία (Gesellschaft)και την προσωπικότητα (Persönlichkeit).

Καρακώστα Κωνσταντίνα
Μοσχοπολιτών τύχαι: η ακμή, η παρακμή και η διασπορά των Μοσχοπολιτών: η κοινότητα του Miskolc
Διδακτορική Διατριβή
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Σχολή Φιλοσοφική.
Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας. Τομέας Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Ιστορίας
Θεσσαλονίκη 2013
Διαβάστε online

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Πρόλογος
Εισαγωγή

Α    Οι Βλάχοι.
1.    Το Βλάχικο ως εθνολογικό πρόβλημα.

Β    Η ακμή και η παρακμή της Μοσχόπολης.
1.    Τοποθεσία και ίδρυση του οικισμού.
2.    Ο πληθυσμός Μοσχόπολης.
3.    Η πολιτική, διοικητική και κοινωνική οργάνωση της Μοσχόπολης.
4.    Από την κτηνοτροφία στην υφαντουργία. Η είσοδος στο ευρωπαϊκό εμπόριο και η οικονομική ανάπτυξη της Μοσχόπολης.
5.    Από την Μοσχόπολη ... στη Βενετία.
6.    Η εκπαιδευτική και τυπογραφική δραστηριότητα στην Μοσχόπολη.
7.    Οι εκκλησίες και τα μοναστήρια της Μοσχόπολης.
8.    Η Αρχιεπισκοπή Αχρίδας.
9.    Τα γεγονότα των ετών 1769 και 1789.

Γ. Μοσχοπολιτών Τύχαι.
1.    Η μετανάστευση ως διαδικασία. Μια θεωρητική προσέγγιση.
2.    «Μοσχοπολίται εν τη Διασπορά».
3.    Ιχνηλατώντας τα δίκτυα της εμπορικής διασποράς. Ιστορικά δεδομένα - Μορφολογικοί νόμοι - Τυπολογικά σχήματα.
4.    Οι δρόμοι προς... τη γη της επαγγελίας.
5.    Η πολιτική της Αψβουργικής Μοναρχίας.
6.    Η εγκατάσταση στα αυστροκρατούμενα και οθωμανοκρατούμενα εδάφη της πρώην Γιουγκοσλαβίας και της Τρανσυλβανίας.
7.    Φθάνοντας στη μοναρχική πρωτεύουσα.
8.    Στα εδάφη του στέμματος του Αγίου Στεφάνου (Kronen Länder).
9.    Εγκαταστάσεις κατά μήκος του Δούναβη.
10.    Eger, Tokaj.
11.    Η εγκατάσταση στην ουγγρική πρωτεύουσα.

Δ . Η Κοινότητα του Miskolc.
1.    Η εγκατάσταση των Μοσχοπολιτών στο Miskolc και η συμβολή τους στην καθημερινή ζωή της πόλης.
2.    Η πληθυσμιακή δυναμική των Μοσχοπολιτών του Miskolc.
3.    Η ελληνική κομπανία του Miskolc.
4.    Προσδιοριστικές αφετηρίες και θεμελιακές συνιστώσες της ελληνικής εμπορικής ζωής.
5.    Η θρησκευτική ζωή.
6.    Η ελληνική εκπαίδευση στην κοινωνία του Miskolc.

Συμπεράσματα.
Summary.
Παράρτημα Εγγράφων.
Χρονολογικοί Πίνακες.
Χάρτες.    
Εικόνες.
Βιβλιογραφία.