Ήθη και έθιμα

Μέρες Χριστουγέννων στο Λιβάδι Ολύμπου

Μέρες Χριστουγέννων από το βιβλίο του Κώστα Προκόβα "Τα παιδιά της μνημοσύνης"Η χριστουγεννιάτικη νύχτα ήταν μαγική. Οι νυχτερινές καμπάνες σήμαιναν Χριστούγεννα στο χιονισμένο Λιβάδι μέσα στη γαλήνη της νύχτας.

Οι γείτονες και ο παππούς με τα φτυάρια άνοιγαν τον δρόμο στο απάτητο και αφράτο χιόνι που ξεπερνούσε το μπόι μας. Άνοιγαν δρόμους μέσα στα χιόνια για να συναντήσουν τον Χριστό, που ήξερε τι θα πει χιονιάς. Χιόνιζε πολύ τότε στο χωριό. Τα μικρά σύννεφα από τις ανάσες τους άνοιγαν τους δικούς τους δρόμους. Οι πυκνές νιφάδες του χιονιού άσπριζαν τα βλέφαρά τους, χάιδευαν τα μάγουλά τους και τους μετέτρεπαν σιγά σιγά σε κινούμενους χιονάνθρωπους. Πάγωναν τα μουστάκια τους και κοκκίνιζαν οι μύτες. Τα δάκρυά τους γίνονταν κρύσταλλοι. Όλοι οι δρόμοι του χιονιού αντάμωναν έξω από την εκκλησία. Ακολουθούσαν οι οικογένειες με τα φαναράκια και οι γιαγιάδες με τα εγγονάκια. Η λειτουργία γινόταν με επισημότητα, κατά το τυπικό. Η εκκλησία φωταγωγημένη με όλα τα καντήλια. «Δεύτε ίδωμεν πιστοί πού εγεννήθη ο Χριστός, ακολουθήσω μεν, λοιπόν, ένθα οδεύει ο αστήρ».

Για τα παιδιά η παραμονή των Χριστουγέννων ήταν η αναμενόμενη δική τους μέρα. Κουκουλωμένα με τα πιο βαριά μάλλινα ρούχα, ύστερα από αγρύπνια και αναμονή ωρών, παρέες παρέες έλεγαν τα κάλαντα σ’ όλο το χωριό με τα μεγάλα, «τρισδιάστατα» και πολύχρωμα χάρτινα «Άστρα» που φωτίζονταν από μέσα με το φως του κεριού. Κάποια παιδιά είχαν φροντίσει να προμηθευτούν κάπες και μαλλιώτα βοσκών. Ξεκινούσαν — «υπό αστέρος εδιδάσκοντο» - για τη δική τους Βηθλεέμ. Κολυντάρηδες με βαριές ξύλινες τσουμάγκες χτυπούσαν δυνατά τις εξώπορτες και φώναζαν — είναι αλήθεια όχι με πολύ γλυκιά και παιδική φωνή — ντάκο, συγκεκομμένο προφανώς κολυντάκο. Ίσως να σημαίνει και τον ισχυρό κρότο πάνω στην ξύλινη εξώπορτα. Συμπλήρωναν, συνήθως, «δώστε μας κουλούρι». Τα έσοδα βέβαια ήταν πενιχρά. Άγλυκα κουλούρια, ξυλοκέρατα, ξηρά σύκα, καρύδια και λίγες δεκάρες. Τις τρύπιες τις περνούσαν σε μια κλωστή. Τι είχαν και τι να δώσουν οι άνθρωποι. Δεν άκουγαν όμως ποτέ εκείνο το παγερό, το φονικό για τα παιδιά: «μας τα είπαν κι άλλοι». Το εφυολόγημα αυτό κάποιων ενηλίκων, που το λένε από μισάνοιχτη πόρτα, ακούγεται σήμερα περισσότερο στις πόλεις. Κάποιοι μάλιστα από αυτούς διαμαρτύρονται και «θρηνούν» που χάνονται τα όμορφα παλιά έθιμα, οι παραδόσεις μας. Οι πληγωμένοι καλαντάρηδες δεν το ξεχνούν, αν και έχουν περάσει χρόνια πολλά. Πέταξαν τα τρίγωνα και τις αρμόνικες, διέλυσαν τις χαρωπές κομπανίες τους και αποσύρθηκαν από το προσκήνιο των γιορτινών ημερών που είναι μέρες των παιδιών. Είναι βέβαια και οι μοντέρνοι καιροί. Σήμερα στις πολυκατοικίες των πόλεων ακούμε κάλαντα από τα παιδιά των μεταναστών σε άπταιστα ελληνικά και χωρίς περικοπές. Παιδιά του κόσμου, καλώς ήλθατε! Και του χρόνου!

Ήταν μετρημένα στα δάχτυλα του χεριού τα σπίτια που δεν άνοιγαν τότε. Τα γνώριζαν τα παιδιά και τα είχαν γραμμένα στο τεφτέρι τους. Γι’ αυτά δεν έλειπαν και κάποιοι σκωπτικοί στίχοι και «απειλές».
• «Θα σου κλέψω τον κόκκορα και θα τον ρίξω στον λάκκο».
Για τους καλούς νοικοκυραίους και τα σπιτικά τους οι ευχές ήταν θερμές: «Ο νοικοκύρης τον σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει» και «πέτρα να μη ραΐσει». Στο ίδιο τεφτέρι είχαν γραμμένα και τα λίγα και γνωστά σπίτια που έδιναν γλυκά και νόστιμα κουλούρια (κουλάτσι μπούνι), και λίγες δεκάρες. Γίνονταν και διακρίσεις. Τα νόστιμα και αφράτα κουλούρια τα φύλαγαν για τα παιδιά «των καλών οικογενειών», το ίδιο έκαναν και κάποιες φτωχές οικογένειες, για να μην εκτεθούν αλλά και πού ξέρεις, μπορεί κάποτε να τις χρειάζονταν, να είχαν την ανάγκη τους. Τα παιδιά βίωναν τις διακρίσεις «εξ απαλών ονύχων». Όλοι έφερναν το μήνυμα της γέννησης του Χριστού κάτω και από τις πιο άγριες καιρικές συνθήκες. Πάγωναν αμέσως οι ανάσες τους και χουχούλιζαν συνεχώς τα χέρια τους που ήταν μέσα στα μάλλινα, πλεκτά χειρόκτια, Αλλά οι ευχές έβγαιναν από την ψυχή τους. Όλοι εκείνη την ημέρα ένιωθαν άρχοντες, «Καλήν ημέραν άρχοντες...». Στα εύπιστα και καθαρά μάτια των παιδιών καθρεφτίζονται οι μεγάλοι, οι λογικοί Γι’ αυτό είναι όμορφες για όλους οι μέρες των Χριστουγέννων.

Ο αποσπερίτης κρεμασμένος πάνω από το χιονισμένο τοπίο. Τα κρύσταλλα του πάγου κρέμονταν στα σπίτια, στις εκκλησίες, παντού. Έπαιρναν θεσπέσια χρώματα με το φως των άστρων και του φεγγαριού. Το χιόνι με μεγάλες νιφάδες συνέχιζε να πέφτει απαλό, πλαμπαρέ το έλεγαν. «Νύχτα γεμάτη θαύματα,,, νύχτα σπαρμένη μάγια», Δεν ξέραμε τότε το ξενόφερτο χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα πολύχρωμα λαμπιόνια, τα φανταχτερά. Όλα τα δέντρα του χωριού φορούσαν τα χριστουγεννιάτικα κάτω από τον ήλιο, το φεγγάρι και τα αστέρια. Στα όνειρά μας ζούμε εκείνα τα παλιά Χριστούγεννα στο χωριό. Πάνω στο χιόνι ψάχνουμε να βρούμε τα χνάρια από τα παιδικά μας πέλματα. Οι μυστικές διαδρομές του κάθε ανθρώπου. Το παιδί μπορείς να το αποσπάσεις από το χωριό - πολλά παιδιά βρέθηκαν και έζησαν μια ζωή στα ξένα - το χωριό όμως δεν μπορείς να το αποσπάσεις από το παιδί.

Τις ημέρες των Χριστουγέννων μοσχοβολούσε το σπίτι από τα γλυκά, τα ψητά και τους μεζέδες των χοιρινών. Μεγάλος πειρασμός για τα παιδιά. Τα χέρια των μανάδων εκείνες τις μέρες ήταν κολλημένα με ζυμάρια από τα Χριστόψωμα, τα κουλούρια και τους κουραμπιέδες τους πασπαλισμένους με άχνη ζάχαρης, απεικονίσεις του χιονιού. Η κουζίνα ευώδιαζε από τη γιορτινή τριάδα των μπαχαρικών: γαρύφαλο, κανέλα και μοσχοκάρυδο. Χαρούμενος πανικός. Οι μανάδες διαμαρτύρονταν που δεν τους έφταναν τα δύο τους χέρια. Η μαγειρική είναι μια γοητευτική περιπέτεια και όταν τα υλικά είναι πλούσια και αγνά και όταν είναι ελάχιστα και φτωχικά. Ίσως τότε η περιπέτεια είναι πιο γοητευτική και ενδιαφέρουσα. Τα κούτσουρα στο τζάκι έκαιγαν και φώτιζαν μέρα νύχτα. Η ατμόσφαιρα του σπιτιού ήταν γεμάτη θαλπωρή και από τις ανάσες των δικών μας. Η αναμονή των παιδιών στο αποκορύφωμα. Χωρίς να περιμένουν δώρα. Ακόμη και ο Άγιος Βασίλης δεν είχε να φέρει δώρα. Πού να τα βρει και σε ποιον να τα πρωτοδώσει; Ήταν φτωχός και ο ίδιος. Ερχόταν από τόσο μακριά, από την Καισαρεία, με άδεια χέρια και το παλιοτάγαρο αδειανό. Κρατούσε μόνο «εικόνα και χαρτί». Χάριζε μόνο το όνειρο και την ευλογία του. Το όνειρο εκείνο κανείς δεν μπορούσε να τους το κλέψει. Κι ας υπήρχαν από τότε εκείνοι, οι «λογικοί» που έλεγαν ότι η ιστορία αυτή είναι ψέμα, παραμύθι. Όσο υπάρχει η αγάπη, η στοργή, η γενναιοδωρία, η φαντασία και η ποίηση θα υπάρχει και ο Άγιος των παιδιών. Είναι φαίνεται και αίτημα του ανθρώπου κάθε καιρού. Για τα παιδιά εκείνα ο Άγιος Βασίλης δεν ήταν ο στρουμπουλός, καλοζωισμένος, ροδομάγουλος και φορτωμένος δώρα Άγιος. Τον φαντάζονταν έναν ασκητικό, μαυροφορεμένο γέρο, σκονισμένο και ταλαιπωρημένο από τη μεγάλη του οδοιπορία. Έναν αγαθό παππούλη με μεγάλη καρδιά για τα παιδιά. Ήλθαν και χρόνια δίσεχτα, φτώχειας, μεγάλων στερήσεων και μεγάλων κινδύνων. Δώρο για πολλά παιδιά ήταν λίγο ψωμί, δύο ελιές και μια ζαχαρόφετα. Κάποιες οικογένειες δεν περίμεναν ούτε τον Αϊ-Βασίλη και φοβόνταν για την μέρα που θα ξημέρωνε. Έπαιρναν από νωρίς τη φλοκάτη στο κεφάλι και προσπαθούσαν να κοιμηθούν με άδειο στομάχι. Δεν περίμεναν κανέναν και τίποτε.

Οι οιμωγές των γουρουνιών που «θυσιάζονταν» σε ολόκληρο το χωριό δονούσαν την παγωμένη χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα. Τι σχέση είχε αυτή η γουρουνοσφαγή με το παιδί που γεννιόταν στη Βηθλεέμ, με την πνευματικότητα των ημερών, όπως επίσης η θυσία των αμνών του Πάσχα; Τα τελευταία βελάσματά τους τρυπούν ακόμη τα αυτιά μας. Οι άνθρωποι πάντοτε βρίσκουν τρόπους να τα συνταιριάζουν. Οι πνευματικές ανάγκες είναι υπαρκτές, όπως είναι υπαρκτές και αναγκαίες και εκείνες του σώματος, της ζωής. Σήμερα - εποχή της εμπορευματοποίησης των πάντων και των καταναλωτικών προτύπων - η γαλοπούλα και η τιμή της, τα πολύχρωμα λαμπιόνια, τα φωτισμένα δέντρα, τα ρεβεγιόν, τα μελομακάρονα, τα ακριβά δώρα για μικρούς και μεγάλους, η χρυσόσκονη και η λάμψη του πλαστικού, οι ατέλειωτες διαφημίσεις και εκπομπές από τα ΜΜΕ έχουν• αφαιρέσει κάθε ίχνος από την πνευματικότητα των ημερών. Όλα δηλώνουν την απουσία της. Και οι φτωχοί ήρωες του Παπαδιαμάντη «Στο Χριστό στο Κάστρο», στον «Αμερικανό» χρειάζονται και ονειρεύονται τη γαλοπούλα, «τον γάλο», η ψυχή τους όμως ποθούσε και σπουδαιότερα πράγματα. Στοχάζονται και νοσταλγούν τη βαθύτερη χαρά και ευφροσύνη των Χριστουγέννων. Ένας συγγραφέας, ήδη από το 1936, είχε γράψει με χιούμορ και ειρωνεία: «Η γαλοπούλα είναι πιο απόκρυφη και μεγαλειώδης από όλους τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους. Η πνευματικότητα των Χριστουγέννων για πολλούς είναι η νοσταλγία της παιδικής ηλικίας. Ο,τι διασώζεται από τις χριστουγεννιάτικες γιορτές - οι κοινωνικές μεταλλάξεις είναι σαρωτικές - είναι γραμμένο στη μνήμη των παιδικών μας χρόνων. Κάποιοι μακρινοί πλάγιοι ήχοι τροπαρίων, οι ζεστές ανάσες μέσα στην οικογένεια, η χριστουγεννιάτικη θαλπωρή, κάποιοι μυστικοί ψίθυροι, το ύφος και η αύρα εκείνων των γιορτών μας κρατούν ξάγρυπνους. Νοσταλγούμε και προσδοκούμε . Ακόμη! Τα Χριστούγεννα, παρά τις όποιες αμφισβητήσεις, αρνήσεις και πολεμικές, θα γιορτάζονται, γιατί εκπέμπουν το μήνυμα της ειρήνης και της αγάπης, γιατί είναι σταθμός και ελπίδα μέσα στη χαοτική πραγματικότητα, στην κρίση αξιών και πολιτισμών.

Μέρες Χριστουγέννων
Από το βιβλίο του Κώστα Προκόβα "ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΗΣ" έκδοση του Συλλόγου Λιβαδιωτών Θεσσαλονίκης
πηγή: η υπέροχη σελίδα του Ιωάννη Γαζέτη το Βλαχολείβαδο του Ολύμπου
φωτογραφια Rita Kakany

Κώστας Προκόβας "ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΗΣ"