Featured

Ήθη και έθιμα του Πάσχα στο Χιονοχώρι

"Χιονοχώρι" - πρωτότυπο έργο του Σερραίου ζωγράφου Χριστόφορου ΜελλίδηΤο Πάσχα είναι για τους Βλάχους η κορυφαία θρησκευτική εορτή όπως και για όλον τον Ορθόδοξο Ελληνισμό. Η προετοιμασία ψυχική και σωματική για την Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών του Κυρίου μας ξεκινάει ήδη από την ημέρα των Απόκρεων.

1. Η προετοιμασία και τα φαγητά της περιόδου

Μεγάλη εβδομάδα

Πολύ νωρίς το πρωί της Μ. Πέμπτης οι νοικοκυρές απλώνανε στα κάγκελα κόκκινα υφαντά – κιλίμια, βελέντζες βαμμένα με το λουλούδι ’μλέσκι’ – αναπαριστάνοντας το αίμα του εσταυρωμένου. Κατόπιν πιάνονταν να βάψουν τα αβγά, παλαιότερα το κόκκινο χρώμα το πετυχαίνανε με κόκκινα κρεμμύδια, ή φύλλα . Με ένα φρεσκοβαμμένο αβγό κάνανε τρεις κύκλους γύρω από το πρόσωπο των αγουροξυπνημένων παιδιών ή τρεις σταυρούς λέγοντας ‘γκίνι βίνις όι αρόσ’ καλώς ήρθες κόκκινο αβγό ή ‘όι αρός κα κουρκουμπέου γκρος’ κόκκινο αβγό σαν γεμάτο ουράνιο τόξο. Μετά κάνανε σημάδια πάνω στα λευκά προσωπάκια τους και βάζανε το πρώτο αβγό στο εικονοστάσι. Εκεί θα μείνει όλη τη χρονιά ως στο επόμενο Πάσχα. Το παλιό αυγό, το παραχώνανε στο χώρο αρμέγματος του καλοκαιρινού μαντριού για να προστατεύει από αστραπές και σε σταυροδρόμι για να αποτρέπει τυχόν ληστές ή κλέφτες

Εκείνη την ημέρα οι άνδρες συνήθως σφάζανε κάνα αρνί ή κατσίκι για την μαγειρίτσα και το φαγητό του Πάσχα. Το βράδυ γύριζαν τον επιτάφιο με ιδιαίτερη συγκίνηση γύρω από την εκκλησία με την συμμετοχή όλου του χωριού.

Το βράδυ της Ανάστασης όλες οι οικογένειες σύσσωμες παρακολουθούσαν με κατάνυξη τη λειτουργία, με το άκουσμα του ‘Χριστός Ανέστη εκ νεκρών’, χαρούμενα γελαστά πρόσωπα γέμιζαν το προαύλιο της εκκλησίας. Χρόνια πολλά, Χριστός Ανέστη, Αληθώς Ανέστη ανταπαντούσε ο ένας στον άλλον. Καθόταν στην εκκλησία καθ’ όλη την χαρμόσυνη λειτουργία και κατά τις τρεις το πρωί που έβγαινε η εκκλησία με το Άγιο φως να φωτίζει τα πρόσωπά τους γυρνούσαν στα σπίτια. Οι νοικοκυρές φτάνοντας πηγαίνανε να κουνήσουν τις κλώσες που κλωσούσαν κατά τη Μ. Εβδομάδα για να ακούσουν και αυτές το Χριστός Ανέστη ή ‘Γκράιλου Μάρι’. Στο γείσο πάνω από την πόρτα του σπιτιού κάνουνε τρεις σταυρούς και ανάβουν με την λαμπάδα το καντήλι. Η νοικοκυρά θα σερβίρει την αχνιστή μαγειρίτσα ‘γινέματί’ σε όλο τον νταϊφά της.

Το πρωί της Κυριακής με τις λαμπάδες πάλι στο χέρι, πηγαίναν να παρακολουθήσουν την δεύτερη ανάσταση, γυρνώντας τρώγανε γιαούρτι ή πίνανε γάλα για να ‘στρώσει’ το στομάχι. Το μεσημέρι μαγειρεύανε κρέας με κρεμμύδι στον φούρνο, μετά το φαγητό, το χωριό πλην των τσομπαναραίων μαζευότανε στην πλατεία ‘του πλατει’.

Οι γυναίκες είχαν μαζί τους αβγά για να τα προσφέρουν όταν βλέπουν συγγενείς και γέροντες, αυτό γινόταν ως την Κυριακή του Θωμά (Μικρό Πάσχα). Με την μάζωξη του κόσμου τι πιο λογικό να ακολουθήσει χορός και τραγούδι. Οι γέροντες στην κεφαλή του χορού ξεκινούσαν με το τραγούδι:

Ανήμερα την Πασχαλιά, ταχιά Χριστός Ανέστη, μας πήραν την Αντώναινα (γυναίκα του Κατσαντώνη) τριών μερών λεχούσα

Ακολουθούσαν άλλα στα βλάχικα: 

Τσίντσι τζίλι Μάρτσουλου γιο Κυράτσωμ γιο, μόι Αρχόντισσα ντικνιαζι σμουρτάρι ασιάρα πρι του Πάστι πρι του γκάουιλι μάρι… πέντε μέρες απ του Μάρτη ξεκίνησαν τα κοπάδια, τα χτύπησαν κλέφτες, βαστάτε παιδιά ώσπου να ρθει ο θείος από το Χριστός Ανέστη...

Η τριάδα έκλεινε με το:

Άσιντσι μωρ άσιντσι, άσιντσι τζούα ντι Πάστι φούτς κουπίε ινσούς του μούντι... σήμερα μόι σήμερα, μέρα του Πάσχα, φεύγουν τα κοπάδια πάνω στα βουνά...

Και το γλέντι συνεχίζονταν ως αργά το απόγευμα με πολλά άλλα τραγούδια.

Το απόγευμα η πεθερά ετοίμαζε το δώρο για την νύφη. Συνήθως ήταν μια ‘βλάσκα’, μεγάλη μάλλινη μαντίλα με φουρκέτες και χάντρες (κούρνιι) στο τελείωμα. Η μαντήλα προσφέρονταν σε ένα κεντημένο ταψί μαζί με το χριστόψωμο (κουλάκλου) στολισμένο με ένα κόκκινο αυγό στην μέση και γύρω γύρω ζαχαρωτά και καραμέλες. Η νύφη περίμενε όρθια τα πεθερικά της στην εξώπορτα, τους φιλούσε το χέρι και τους έδινε κόκκινο αυγό.

 

ΑΗ ΓΙΩΡΓΗΣ

Του Αγ. Γεωργίου στις 23 Απριλίου ήταν η μεγαλύτερη και η σπουδαιότερη απ’ όλες τις γιορτές των Βλάχων, μετά από αυτή τη μέρα τα τσελιγκάτα με τα κοπάδια ετοιμαζόταν για τα καλοκαιρινά μαντριά και βοσκοτόπια. Πιο αναλυτικά, στους εδραίους Βλάχους φεύγανε μόνο οι άνδρες με τα κοπάδια για τα καλοκαιρινά μαντριά που ήταν πιο ψηλά συνήθως στο ίδιο βουνό, οι δε ημινομάδες εγκαταλείπανε τα χειμαδιά τους για τους θερινούς οικισμούς τους που ήταν συνήθως αρκετά μακριά (Λοποβα, Σιάτρα, Παπα Τσαΐρ).

Ανήμερα του Αη Γιώργη χαράματα ακόμα το χωριό ξυπνούσε από τα βελάσματα των μικρών ζώων που κουβαλούσαν οι τσομπάνηδες, το αρνί το είχαν ήδη ξεχωρίσει από την Κυριακή. Η μάνα στο σπίτι ξυπνούσε τα παιδιά ‘κτυπώντας’ τα με τσουκνίδες στα πόδια και τα χέρια για να είναι γερά και ανθεκτικά στις αρρώστιες. Οι άντρες σφάζανε το αμνοερίφιο στην αυλή του σπιτιού τους και οι γυναίκες ετοιμάζανε τον φούρνο (σπάσιμο πουρναριών, άναμμα της φωτιάς). Αφού βάζανε μέσα τα ταψιά με το σφαχτό σφραγίζανε γύρω γύρω το πορτάκι – καπάκι του φούρνου με τσουκνίδες και άλλα χόρτα για να μην βγαίνει η ζέστη έξω. Τσουκνίδες κρεμούσαν και στην εξώπορτα του σπιτιού για να είναι υγιείς οι του σπιτιού και τα ζωντανά τους. Όλα τα σπίτια δεν είχανε φούρνο, έτσι ψήνανε τα ταψιά 5-6 οικογένειες μαζί σε έναν φούρνο, με μπόλικη κουβέντα και περίσσια αγάπη μεταξύ των νοικοκυριών. Από τα μαύρα σημάδια, το χρώμα και την διάταξη των κόκκαλων της πλάτης κάποιοι σοφοί γέροντες μπορούσαν να μαντέψουν τον καιρό για το καλοκαίρι, αν θα βρει κανένα κακό το σπίτι κ.α. Η αείμνηστη Ελένη Γκοάση -Γεωργαντά έλεγε ότι ο παπ’ Κοντονίκος από το Σιδηρόκαστρο είχε έτσι προβλέψει τόσο τον πόλεμο του ’40 όσο και την αδελφοκτόνο εμφύλιο του ’47.

Του Άη Γιώργη επίσης είχαν το έθιμο του ζυγίσματος. Κρεμούσαν ένα κοντάρι συνήθως από κλαδί, βάζανε πάνω τσουκνίδες και καθώς πηγαίναν ένας - ένας να ζυγιστεί οι άλλοι τον κτυπούσαν με τσουκνίδες για να είναι ‘ελαφρύς’. Όποιος έβγαινε υπέρβαρος δεχόταν τα πειράγματα της οικογένειας του. Μετά το φαγητό κάνανε και κούνιες, κρεμούσαν το σκοινί με το κιλίμι από το κεντρικό δοκάρι του σπιτιού και τα νεαρά μέλη της οικογένειας κάνανε κούνια. Επίσης εκείνη τη μέρα επέτρεπαν στους αρραβωνιασμένους να κουνήσουν τις αρραβωνιαστικιές τους στο δέντρο της εκκλησίας.

Νωρίς το απόγευμα πιάνανε τρανό χορό με πολύ μεγάλη συμμετοχή καθότι πολύ λίγοι βοσκοί παρέμεναν να φυλάξουν τα ζωντανά στα μαντριά. Το βράδυ θα γινόταν η τελευταία βίζιτα (επίσκεψη) για ονομαστική εορτή πριν το φευγιό για τα βουνά.

Βέρρος Δήμος
Oικονομολόγος

 "Χιονοχώρι" - πρωτότυπο έργο του Σερραίου ζωγράφου Χριστόφορου Μελλίδη που βρίσκεται σε εσωτερικό τοίχο στο ισόγειο του 6ου Δημοτικού Σχολείου Σερρών."Χιονοχώρι" - πρωτότυπο έργο του Σερραίου ζωγράφου Χριστόφορου Μελλίδη που βρίσκεται σε εσωτερικό τοίχο στο ισόγειο του 6ου Δημοτικού Σχολείου Σερρών. πηγή: Facebook: Χιονοχώρι / Chionochori

Αναζήτηση