Προσωπικότητες

Σπυρίδων Λάμπρος, ο διαμορφωτής του ελληνικού ιστορισμού

Σπυρίδων ΛάμπροςΟ φιλαναγνώστης επισκέπτης, περνώντας την είσοδο του αναγνωστηρίου της Ζωσιμαίας Βιβλιοθήκης, στο κέντρο της πόλης των Ιωαννίνων, το πρώτο που αντικρίζει είναι το εντυπωσιακό πορτρέτο ενός σεβάσμιου άντρα που τον «καλωσορίζει» στον ακριβώς απέναντι τοίχο.

Το ύφος και τα χαρακτηριστικά που αναδεικνύονται από τον πίνακα παραπέμπουν εύκολα στη διαπίστωση ότι πρόκειται για άνδρα επιφανή, διανοούμενο, προικισμένο με ιδιαίτερα πνευματικά χαρίσματα. Η πινακίδα στη βάση του πίνακα διευκολύνει -όσους δεν προέβησαν ήδη στην ταύτιση- ότι το πορτρέτο ανήκει στον Σπυρίδωνα Λάμπρο, ιστορικό, μελετητή, πολυγραφότατο συγγραφέα, ακαδημαϊκό δάσκαλο, Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών και εξαιρετικά δραστήριο, σε πολλούς τομείς, πολίτη.

Αλλά ποια η σχέση της οικ. Λάμπρου με τη Ζωσιμαία Βιβλιοθήκη, ώστε να δικαιολογείται η τοποθέτηση του πορτρέτου του σε τόσο περίοπτη θέση και επίσης ποιες οι διασχέσεις του θεμελιωτή της εθνικής ιστοριογραφίας στον ελλαδικό χώρο με την πόλη των Ιωαννίνων, ώστε μια από τις κεντρικές οδούς της Ηπειρωτικής πρωτεύουσας να φέρει το όνομα τού Σπυρίδωνος Λάμπρου;

Η οικογένεια Λάμπρου κατάγεται από τους Καλαρρύτες. Μάλιστα η πορεία της οικογένειας και η εξέλιξη των μελών της συνδέονται με το τραγικό γεγονός της καταστροφής της ιστορικής κωμόπολης των Τζουμέρκων. Αρχές Ιουλίου του 1821, οι Καλαρρυτινοί μέσα στο γενικό κλίμα ενθουσιασμού της εθνικής παλιγγενεσίας, ξεσηκώνονται οραματιζόμενοι ελευθερία και εθνική κυριαρχία. Tο αποτέλεσμα δεν τους δικαίωσε. Η επανάσταση αποτυγχάνει  και οι χιλιάδες Τουρκαλβανοί λαφυραγωγούν και πυρπολούν τα πάντα, καταστρέφοντας εκ θεμελίων τους Καλαρρύτες, αλλά και το γειτονικό Συρράκο. Ο γενικός χαλασμός ασφαλώς αποτέλεσε για τη συντριπτική πλειοψηφία των Καλαρρυτινών την αρχή του οριστικού τέλους μιας προνομιακής ζωής και εποχής. Για μερικούς όμως, που κατάφεραν να επιζήσουν και να εγκατασταθούν σε άλλα, φιλόξενα μέρη, υπήρξε η απαρχή αναγέννησης και μιας νέας δημιουργικής πορείας στη ζωή. Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η πορεία της οικογένειας Λάμπρου, της οποίας η μοίρα είναι άμεσα συνδεδεμένη με την επανάσταση των Καλαρρυτών.

Ο γενάρχης της οικογένειας, Ιωάννης Λάμπρος, επιφανής έμπορος με αξιόλογη  δραστηριότητα στη Νεάπολη της Ιταλίας και στα Γιάννενα, με την έναρξη της επανάστασης συλλαμβάνεται από τους Τουρκαλβανούς, μεταφέρεται ως όμηρος στα Γιάννενα, κατηγορείται ως πρωταίτιος της επανάστασης και απαγχονίζεται. Από το σημείο αυτό αρχίζει η οδύσσεια αλλά και η αρχή μιας νέας πορείας για την οικογένεια Λάμπρου. Η χήρα του Ιωάννη Λάμπρου με τον περίπου διετή  γιο της Παύλο μετά από πολλές περιπέτειες φυγαδεύτηκε στην Κέρκυρα, όπου βρήκε άσυλο. Σε μικρό χρονικό διάστημα πεθαίνει και ο ορφανός, από δυο γονείς Παύλος, βρίσκει προστασία στο θείο του Απόστολο Ν. Παπαγεωργίου, χρυσοχόο το επάγγελμα, στη Χαλκίδα.

Από το θείο του αυτόν έμαθε ο Παύλος Λάμπρος την τέχνη του χρυσοχόου και του χαράκτη. Το επάγγελμα αυτό άσκησε στην Κέρκυρα μαζί με τον Ζακύνθιο Διονύσιο Φραγκόπουλο, την κόρη του οποίου, Γεωργία, έλαβε ως σύζυγό του. Απέκτησαν πέντε τέκνα, εκ των οποίων το τρίτο, ο Σπυρίδων Λάμπρος, είναι ο γνωστός ιστορικός, Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μετέπειτα Πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Ο Παύλος Λάμπρος αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση προικισμένου ανθρώπου του οποίου η ιστορία και η προσφορά στην τέχνη, την επιστήμη και την κοινωνία δεν είναι πολύ γνωστή. Για το λόγο αυτό θα ήθελα να του αφιερώσω μερικές γραμμές στο παρόν σημείωμα. Καίτοι αυτοδίδακτος και παρά το γεγονός ότι δεν σπούδασε, επιδόθηκε στη συλλογή και στη μελέτη  νομισμάτων και διακρίθηκε παγκοσμίως στον τομέα της Νομισματολογίας, μέσα από το συγγραφικό του έργο που δημοσίευσε στην ελληνική, στη γαλλική και στη γερμανική γλώσσα, αρχικά στην Κέρκυρα και από το 1860 στην Αθήνα, όπου είχε εγκατασταθεί.

Ο Παύλος Λάμπρος υπήρξε περίφημος συλλέκτης. Οι συλλογές αρχαίων νομισμάτων του ήταν σημείο αναφοράς κατά την εποχή του, τα δε μεσαιωνικά του νομίσματα συνέθεταν μια από τις πλουσιότερες συλλογές της Ευρώπης. Το όνομά του μάλιστα συνδέεται άρρηκτα με την ίδρυση του Νομισματικού Μουσείου της Ελλάδος. Η κύρια νομισματική του συλλογή αποτέλεσε, μαζί με αυτή των Ζωσιμάδων, τον πυρήνα για την ίδρυση του συγκεκριμένου  Μουσείου (στεγάζεται στο Mέγαρο Schliemann ή «Ιλίου Mέλαθρον», στην οδό Πανεπιστημίου).

Ο Παύλος Λάμπρος ήταν πολύ αξιοσέβαστο και έγκριτο πρόσωπο της αθηναϊκής κοινωνίας. Το επιβεβαιώνει η νεκρολογία του σε εφημερίδα της εποχής όπου, στις 13/10/1887, μεταξύ των άλλων, αναγράφεται: «Χθες την 3η μ.μ. εγένετο η κηδεία του σεβαστού συμπολίτου μας Παύλου Λάμπρου. Εις την κηδείαν ταύτην ηκολούθησε μέγα μέρος της κοινωνίας των Αθηνών εκ των εκλεκτοτέρων αυτής τάξεων (…) μεταξύ των ακολουθησάντων διεκρίνοντο υπουργοί, βουλευταί, ων ήτο φίλος, ο Πρύτανις του Πανεπιστημίου και πολλοί καθηγηταί, τραπεζίται, έμποροι μεθ’ ων απάντων διετέλει εις φιλικωτάτας σχέσεις, κοινωνικώτατος υπάρξας».

Όλα τα τέκνα του Παύλου Λάμπρου διέπρεψαν σε διαφόρους τομείς, για λόγους οικονομίας χώρου και επειδή το σημερινό κείμενο είναι αφιερωμένο στον επιφανέστερο εξ αυτών, τον Σπυρίδωνα Λάμπρο, θα αναφερθώ μόνον στον τελευταίο.

Ο Σπυρίδων Λάμπρος γεννήθηκε στις 8 Απριλίου 1851 στην Κέρκυρα, όπου και διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα, τη δε εγκύκλιο Παιδεία ολοκλήρωσε στην Αθήνα, κάτω από άριστες προϋποθέσεις. Αρκεί να αναφερθεί ότι νουνός και δάσκαλός του υπήρξε ένας από τους επιφανέστερους Έλληνες λογίους, ο ιστοριοδίφης Ανδρέας Μουστοξύδης. Από την παιδική ηλικία έδειξε τη μεγάλη κλίση του στις ξένες γλώσσες και έμαθε να μιλά και να γράφει άριστα, Ιταλικά, Γαλλικά, Γερμανικά και Αγγλικά. Στη συνέχεια έκανε μακροχρόνιες συστηματικές σπουδές στη χώρα μας και στην Ευρώπη (1867-75). Επιγραμματικά αναφέρω: Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και μετεκπαίδευση στα πανεπιστήμια του Βερολίνου και της Λειψίας, στο Παρίσι, στο Λονδίνο και στη Βιέννη, όπου ανακηρύχθηκε διδάκτορας. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα αρχίζει η πανεπιστημιακή-ακαδημαϊκή του καριέρα: Υφηγητής της Ελληνικής Ιστορίας και Παλαιογραφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και τακτικός Καθηγητής από το 1890. Αναγνωρισμένος από τους συναδέλφους του ανήλθε στις ανώτατες θέσεις του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής, 1893-94, 1909-10, 1914-15 και Πρύτανης του Πανεπιστημίου, από το οποίο αποχώρησε με τη συνταξιοδότησή του το 1917.

Ο Σπυρίδων Λάμπρος υπήρξε ακάματος ερευνητής και πολυγραφότατος συγγραφέας. Αρκεί να αναφέρουμε ότι στα 53 χρόνια της συγγραφικής του θητείας άφησε 479 έργα και πραγματείες. Ήταν ο εκδότης και ο μοναδικός συντάκτης του περιοδικού «Νέος Ελληνομνήμων», που αποτέλεσε σημείο αναφοράς για τη Μεσαιωνική και Νεότερη Ελληνική ιστορία. Υπό τη διεύθυνσή του εκδόθηκαν από το 1904 μέχρι το 1917 δεκατρείς τόμοι και το πρώτο τεύχος του 14ου.

Είναι ο πρώτος που το 1880 με εντολή της Ελληνικής Βουλής, ερεύνησε τις βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους και κατέγραψε περίπου 6.000 χειρόγραφα, από 20 βιβλιοθήκες των μονών. Θεωρείται συνεχιστής των ιστορικών Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου και Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, ανήκει δηλαδή στους θεμελιωτές της ιστορικής επιστήμης στην Ελλάδα και ο διαμορφωτής του ελληνικού ιστορισμού.

Υπήρξε πρωτοπόρος και στην Επιστημολογία της Ιστορικής Επιστήμης. Ο ίδιος ανέφερε χαρακτηριστικά: η ασφαλέστερη μέθοδος για την παραγωγή στέρεης ιστορικής γνώσης είναι η «αυτοψία» των αρχειακών πηγών. Ο Σπυρίδων Λάμπρος ήταν υπέρμαχος της διεπιστημονικότητας, γνώριζε  άριστα και από τις σχετικές συζητήσεις που γίνονταν στην Ευρώπη, πόσο μεγάλη αξία έχουν για την Ιστορία η Γεωγραφία, η Τοπογραφία ακόμη και η Ψυχολογία. Το 1905 μάλιστα θα προχωρήσει πιο πέρα και θα επισημάνει τη μεγάλη ωφέλεια που μπορεί να έχει η Ιστοριογραφία από τις νέες τεχνικές, τη φωτογραφία, τον ηλεκτρισμό κ.ά.

Εξαιρετικά πεπαιδευμένος καθώς ήταν και φλεγόμενος από την επιθυμία να πρωταγωνιστήσει, όχι μόνο στη διαμόρφωση μιας νέας ιστοριογραφικής πραγματικότητας, αλλά και στην προώθηση του εθνικισμού, ο Σπυρίδων Λάμπρος διατύπωσε από νωρίς τις θέσεις του για το ρόλο της Ιστορίας και της Ιστοριογραφίας στην υπηρεσία του έθνους και του εθνικισμού. Ένας από τους βιογράφους του το διατύπωσε πολύ εύστοχα: «… ο Λάμπρος, τον προς την επιστήμην έρωτα διέθεσεν εξ’ ολοκλήρου προς εξυπηρέτησιν του πατριωτισμού…».

Γενικότερα, ο Σπυρίδων Λάμπρος προσπάθησε, μέσω  δημοσιεύσεων αλλά και ομιλιών, υπήρξε και δεινός ομιλητής, να τεκμηριώσει και να καθιερώσει την άποψη και πεποίθησή του ότι η Ιστοριογραφία οφείλει να υπηρετεί το έθνος και την πατρίδα. Επιδίωξή του ήταν να διευρύνει την αποδοχή αυτού που ονόμαζε «εθνική ιδέα» και που θεωρούσε ότι είναι «…βωμός ιερός, εφ’ ου εν μόνον χωρεί μέγα, πολυσέβαστον, άγιον είδωλον, η πατρίς».

Ο Σπυρίδων Λάµπρος αποτελεί, αναµφίβολα, µια από τις πιο σηµαντικές φυσιογνωµίες του 19ου και του 20ού αιώνα. Συνεχίζοντας το έργο του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, συνετέλεσε τα µέγιστα στη διαµόρφωση και ανάπτυξη της ελληνικής εθνικής, ιστορικής επιστήµης. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση εργάστηκε συστηµατικά για τη συγκρότηση θεσµών, οι οποίοι είχαν ως αντικείμενο τη µελέτη του παρελθόντος (Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία, Γενικά Αρχεία του Κράτους κ.ά.), παράλληλα µε τις καινοτοµίες που έφερε στην πανεπιστηµιακή διδασκαλία (ιστορικά σεµινάρια, αρχειακή εργασία κ.ά.). Αναμφίβολα υπήρξε ένας ιστορικός που καθόρισε όσο λίγοι τη νεοελληνική ιστορική συνείδηση.

Παράλληλα με τις επιστημονικές ενασχολήσεις του ο Σπυρίδων Λάμπρος υπήρξε δραστηριότατος και στον οργανωτικό τομέα. Πρωτεργάτης της ίδρυσης του περίφημου «Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός», ισόβιος εταίρος της «Αρχαιολογικής Εταιρείας», του «Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων», της «Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας» και σχεδόν όλων των μεγάλων κοινωφελών σωματείων της Ελλάδος. Έτυχε επίσης πολύ σημαντικών διεθνών διακρίσεων: εκλέχτηκε μέλος της Ακαδημίας του Βερολίνου, της Βαρκελώνης, της Ρώμης, του Μονάχου, της Μαδρίτης, της Κων/λεως, της Πετρουπόλεως και πολλών άλλων επιστημονικών εταιρειών. Γνωστή ήταν η αγάπη του για τον κλασικό αθλητισμό: διετέλεσε Πρόεδρος του  «Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου» και του ΣΕΓΑΣ, καθώς και γενικός γραμματέας της «Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων».

Ο Σπυρίδων Λάμπρος υπήρξε συνάμα και άριστος οικογενειάρχης. Παντρεύτηκε στις 10 Οκτωβρίου 1880 την Άννα Μπαλάνου, καταγόμενη από την ιστορική γιαννιώτικη οικογένεια των Μπαλάνων και απόκτησε δύο κόρες, τη Χαρίκλεια, μετέπειτα σύζυγο Κ. Μαλάμου και τη Λίνα, σύζυγο Παναγή Τσαλδάρη (πρώτη γυναίκα Υπουργό της Ελλάδος). Τη Λίνα, που ήταν βοηθός του πατέρα της στις επιστημονικές εργασίες του, φαίνεται ότι αγαπούσε ιδιαίτερα  διότι την αποκαλούσε «τρυφεράν και παρήγορον συνοδόν, τού πρεσβύτου πατρός εν ταις πικραίες ημέραις».

Μιμούμενες το παράδειγμα του πατέρα τους, οι δύο θυγατέρες του Σπ. Λάμπρου δεν υστέρησαν σε φιλοπατρία και αγάπη, ιδιαίτερα προς την πόλη των Ιωαννίνων, προσφέροντας την τεράστια και ανεκτίμητη βιβλιοθήκη του στη Ζωσιμαία Βιβλιοθήκη Ιωαννίνων. Έτσι ερμηνεύεται και η ανάρτηση του πορτρέτου του στο Αναγνωστήριο της Βιβλιοθήκης.

Παράλληλα με τις άλλες δραστηριότητες, ο Σπυρίδων Λάμπρος είχε ενεργό συμμετοχή και σε εθνικές εκδηλώσεις. Η ανάμειξή του όμως «έμμεσα» στην πολιτική κατά την εκρηκτική περίοδο του εθνικού διχασμού, στάθηκε κυριολεκτικά μοιραία γι’ αυτόν. Το 1916 ύστερα από πρόσκληση του  βασιλιά Κωνσταντίνου σχηματίζει κυβέρνηση και αναλαμβάνει Πρωθυπουργός έως τις 17 Απριλίου 1917. Μετά την απομάκρυνση του τελευταίου, στη δίνη των πολιτικών παθών της εποχής παύτηκε από τη θέση του Πρωθυπουργού, η περιουσία του δημεύθηκε και εξορίστηκε  στην Ύδρα και στη Σκόπελο. Το Μάρτιο του 1919, βαριά άρρωστος, επέστρεψε στην Αθήνα, όπου και πέθανε στις 23 Ιουλίου του 1919. Οι τότε κρατούντες απαγόρευσαν την παρουσία λαού στην κηδεία και την εκφώνηση επικηδείων. Με έκπληξη όμως είδαν ότι πολύ μεγάλος αριθμός Αθηναίων δεν έλαβε υπόψη τις απαγορεύσεις και ακολούθησε με σεβασμό και αγάπη τη σορό, του σοφού και φιλοπάτριδα Λάμπρου.

Η δίωξη και δυστυχώς η απώλεια του Σπυρίδωνος Λάμπρου, ήταν αποτέλεσμα της πολιτικής εμπάθειας κατά την τριετία 1917-20. Χάθηκε έτσι πρόωρα ένας διεθνούς φήμης επιστήμων, ακαδημαϊκός δάσκαλος, ερευνητής, ένας αγνός πατριώτης, με μοναδική προσωπικότητα και προσφορά στα κοινά. Ασφαλώς όμως δεν χάθηκε τίποτε από την επιστημοσύνη, την αίγλη, τη λάμψη, το κύρος του Σπυρίδωνος Λάμπρου. Η πόλη μας, αναγνωρίζοντας την πολύτιμη προσφορά του στην επιστήμη και στο έθνος, έδωσε το όνομά του σε κεντρικό της δρόμο. Και βέβαια το όνομα του Σπυρίδωνος Λάμπρου, εκτός από τις πινακίδες στην φερώνυμη οδό, έχει γραφτεί και παραμένει ανεξίτηλα εγχάρακτο στις σελίδες της Ελληνικής Ιστοριογραφίας.

Απόστολος Κατσίκης
Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
πηγή: www.agon.gr