Η γλώσσα των Βλάχων

Δανιήλ Μοσχοπολίτης, Εισαγωγική Διδασκαλία, Βενετία (;) 1802Εάν ρωτήσεις έναν Βλάχο "τι είναι τα βλάχικα, γλώσσα ή διάλεκτος;" θα περιέλθει σε δύσκολη θέση. Ο λόγος αυτής της αμηχανίας οφείλεται αφενός στην άγνοια που συντηρήθηκε από την ελληνική πολιτεία και αφετέρου από τους διαχειριστές του βλάχικου ζητήματος, άσχετους τόσο με την επιστήμη όσο και με την ιστορία.

Συνήθως η απάντηση είναι: "διάλεκτος”, γιατί του υπέβαλαν το ανιστόρητο επιχείρημα ότι αν πει γλώσσα, τότε υπονοείται και μια εθνολογική υπόσταση των Βλάχων.
Αν τον ρωτήσεις "ποιας γλώσσας διάλεκτος”, γιατί κάθε διάλεκτος ανήκει σε μια γλώσσα, τότε βρίσκεται σε ακόμη δυσκολότερη θέση, γιατί κάθε διάλεκτος, όπως είπαμε, έχει τη μητέρα γλώσσα και τότε θα πρέπει να δεχτεί ότι είναι διάλεκτος της ρουμανικής, μιας και δεν υπάρχει άλλη νεολατινική γλώσσα στη Βαλκανική. Αυτά είναι τα αποτελέσματα υπερπατριωτών, Βλάχων και μη, που αγνοούν την ιστορία και τη γλωσσική επιστήμη.

Τα βλάχικα ή Αρωμουνική, όπως συνηθίζεται στη λόγια βιβλιογραφία, είναι γλώσσα νεολατινική, αυτόνομη και ισότιμη με την ιταλική, γαλλική, ισπανική, ρουμανική, που προέρχεται από την λαϊκή προφορική της Βαλκανικής. Δεν είναι διάλεκτος της Ρουμανικής αλλά είναι κόρη της λατινικής όπως είναι και η γαλλική, η ιταλική, η ρουμανική και η ισπανική. Είναι γλώσσα χωρίς κρατική υπόσταση και χωρίς γραπτή παράδοση, όπως χιλιάδες άλλες γλώσσες στην υφήλιο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι Βλάχοι εθνολογικά είναι και κάτι άλλο, αφού η γλώσσα δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο εθνικού προσδιορισμού, π.χ. οι Μεξικανοί, που μιλούν ισπανικά, δεν είναι Ισπανοί, ούτε Γάλλοι οι Αφρικανοί που μιλούν γαλλικά.
Τα βλάχικα προέρχονται από τη Βαλκανική Λατινική, δηλ. από τη γλώσσα των Ρωμαϊκών στρατευμάτων που εισβάλλουν στη Βαλκανική χερσόνησο από το τέλος του 3ου π.Χ. αιώνα. Παράλληλα με τη σταδιακή κατάκτηση της Βαλκανικής από τις ρωμαϊκές λεγεώνες αρχίζει και ο εκλατινισμός του βαλκανικού χώρου.
Μέχρι την έλευση των Σλάβων η λατινική έχει κατορθώσει να εκπορθήσει τις αρχαιότερες γλώσσες της περιοχής, δηλ. Θρακική και Ιλλυρική, ενώ η συνάντηση με την ελληνική στα νότια της χερσονήσου δεν υπήρξε τόσο αποτελεσματική ώστε να επιβληθεί στον ελληνόφωνο κόσμο. Έτσι, πριν από τις σλαβικές μεταναστεύσεις και εισβολές στο βαλκανικό χώρο, η χερσόνησος διαιρείται σε δυο γλωσσικές ζώνες, μια λατινόφωνη στα βόρεια και μια ελληνόφωνη στα νότια. οι ζώνες αυτές διαχωρίζονται μεταξύ τους με τη γνωστή γραμμή Jiricek που αρχίζει από την Αυλώνα της Αλβανίας, διέρχεται από την Αχρίδα, περνά από τα Σκόπια, τη Σόφια και καταλήγει στις εκβολές του Δούναβη. Νότια της νοητής αυτής γραμμής κυριαρχεί η Ελληνική και βόρεια η Λατινική, χωρίς να αποκλείονται οι μεταβατικές γλωσσικές περιοχές όπου συμβιώνουν και οι δυο γλωσσικές ομάδες. Ο διαχωρισμός αυτός στηρίχτηκε στο ποσοστό των ελληνικών και λατινικών επιγραφών κάθε περιοχής, ποσοστό που δεν μεταβλήθηκε και με τις νεότερες επιγραφικές ανακαλύψεις.
Μετά την εισβολή των σλαβικών φύλων, αλλάζει και ο γλωσσικός χάρτης της Βαλκανικής.
Η Ρωμαϊκή παρουσία και κατά συνέπεια και της λατινικής γλώσσας στον βόρειο ελληνικό χώρο διαρκεί πάνω από εφτά αιώνες, 146 π.Χ. - 530 μ.Χ. Ιδιαίτερα έντονη είναι η παρουσία του Ρωμαϊκού στρατού στις δυο σημαντικότερες οδικές αρτηρίες, που είναι η Εγνατία οδός και ο Δούναβης. Από τους δυο αυτούς οδικούς άξονες ξεκινούν δευτερεύοντες δρόμοι που διασχίζουν προς όλες τις κατευθύνσεις τη Βαλκανική χερσόνησο. Στον περίγυρο των δυο αυτών οδικών αξόνων αναπτύχθηκαν οι τέσσερις νεολατινικές γλώσσες που αναφέραμε. Στην περιοχή του Δούναβη αναπτύχθηκε η Δακορουμανική (ρουμανική) και η Ιστρορομανική και γύρω από την Εγνατία οδό η Κουτσοβλαχική και η Μογλενιτική.
Η ποικιλία των γλωσσικών λατινικών ιδιωμάτων που μεταφέρθηκε από την Ιταλική χερσόνησο στο Βαλκανικό χώρο και οι ιθαγενείς γλώσσες με τις οποίες, κατά τόπους, έρχονται σε επαφή, συντελούν στη δημιουργία των τεσσάρων νεολατινικών γλωσσών και στη διαφοροποίηση που εμφανίζουν μεταξύ τους. Παράλληλα οι τέσσερις νεολατινικές γλώσσες, σε σύγκριση με τις αντίστοιχες νεολατινικές γλώσσες της Δύσης, διαθέτουν έναν αριθμό κοινών γλωσσικών γνωρισμάτων που κληρονομούν από τη λαϊκή προφορική λατινική της Βαλκανικής.
Εκείνο που αποσιωπάται συχνά από ορισμένους γλωσσολόγους, για διάφορες σκοπιμότητες, είναι το γεγονός ότι η Κουτσοβλαχική δεν αποτελεί διάλεκτο της Ρουμανικής γλώσσας, αλλά είναι ανεξάρτητη και αυτόνομη νεολατινική γλώσσα, χωρίς κρατική υπόσταση και γραφή, όπως είπαμε, αιτίες που υποβαθμίζουν την αυθυπαρξία της στις συνειδήσεις των μη γλωσσολόγων. Με πιο απλά λόγια η σχέση της Κουτσοβλαχικής με τη Δακορουμανική είναι σχέση "αδελφική” και όχι "μητρική”, δηλ. η Κουτσοβλαχική και η Δακορουμανική είναι αδελφές που είχαν μητέρα τη λατινική της Βαλκανικής. Η Κουτσοβλαχική δεν είναι κόρη της Ρουμανικής.
Ακόμη και οι απόψεις των ρουμάνων γλωσσολόγων πάνω στο θέμα είναι διχασμένες, π.χ. οι Ι. Coteanu, ΑΙ. Graur, Mareoteanu, υποστηρίζουν ότι η Κουτσοβλαχική και η Μογλενιτική, όπως και η Δακορουμανική με την Ιστρορουμανική, αποτελούν ξεχωριστές γλώσσες με το απλό αλλά ισχυρό επιχείρημα ότι μια διάλεκτος όταν απομακρύνεται από τη αρχική γλώσσα, όπως συνέβει με την απόσχιση της γαλλικής, ισπανικής, ιταλικής κ.λπ. από την λατινική και μάλιστα αναπτύσσεται γεωγραφικά σε μια απομακρυσμένη χώρα από την μητέρα γλώσσα, γίνεται γλώσσα ξεχωριστή.
Επομένως η Κουτσοβαχική είναι γλώσσα νεολατινική, αυθύπαρκτη και έτσι πρέπει να εξετάζεται και όχι σε συνάρτηση με την Δακορουμανική.
Ανάμεσα στην Κουτσοβλαχική και την Δακορουμανική γλώσσα υπάρχουν πολλές ομοιότητες όπως και πολλές διαφορές, αλλά παραμένει γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι η Κουτσοβλαχική είναι συντηρητικότερη και εμφανίζει αρχαϊκότερο χαρακτήρα σε σχέση με τη Δακορουμανική, γεγονός που την πλησιάζει περισσότερο προς την λαϊκή λατινική. Ακόμη μεταξύ ομιλητών των δυο παραπάνω γλωσσών, που στερούνται παιδείας και γενικότερης μόρφωσης, η συνεννόηση είναι αδύνατη.
Τέλος πρέπει να τονιστεί ότι η μεγαλύτερη γλωσσική επίδραση που δέχτηκε η Κουτσοβλαχική προέρχεται από την ελληνική γλώσσα και παιδεία.
Ιδιαίτερα τα γλωσσικά στοιχεία που ενσωματώθηκαν από την αρχαία ελληνική στην Κουτσοβλαχική μας πείθουν ότι οι εκλατινισμένοι Βλάχοι πρέπει να είχαν ως αρχική μητρική τους γλώσσα την ελληνική. Για παράδειγμα, οι Κουτσοβλαχικές λέξεις uńiδă "έντομο ή σκουλήκι που τρώει τα λαχανικά", fiĺiu "είδος δέντρου", proaspitṷ "νωπός, φρέσκος", stipare "στεφάνι" ανάγονται στις αρχαιοελληνικές λέξεις: ο μίδας "θηρίδιον διεσθίον τους κυάμους" κατά τον Θεόφραστο, φυλία "είδος δέντρου", πρόσφατος, -τη, -τον "φρέσκος, νωπός", άσχετο με το σημερινό "πρόσφατος" (τελευταίος), που είναι λόγιο στοιχείο της κοινής νέας ελληνικής, στεφάνιον με ρωτακισμό του [ν]. οι τέσσερις αυτές λέξεις δεν απαντούν (πλην του στεφάνι(ον)) σε κανένα νεοελληνικό ιδίωμα, όσο είναι γνωστό, πράγμα που αποδεικνύει ότι δεν μπορεί η Κουτσοβλαχική να δανείστηκε αυτές τις λέξεις από τα νεοελληνικά ιδιώματα και διαλέκτους.
Η χρήση της Κουτσοβλαχικής ήταν πάντοτε προφορική και μόνο στα μέσα του 18ου αιώνα, κατά την εποχή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, εμφανίζονται τα πρώτα γραπτά μνημεία στην περιοχή της Μοσχόπολης και στις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού για καθαρά εκπαιδευτικούς λόγους. Η πολυθρύλητη αυτή βλαχούπολη, η Μητρόπολη των βλάχων με το ακμαίο εμπόριό της και την υψηλή πνευματική της δραστηριότητα, αποτελεί κέντρο ακτινοβολίας του ελληνικού πολιτισμού.

απόσπασμα από το βιβλίο:
Οι Βλάχοι του Νοµού Σερρών και της Ανατολικής Μακεδονίας
Νίκος Α. Κατσάνης (καθηγητής Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.)
Κώστας Δ. Ντίνας (καθηγητής γλωσσολογίας πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας)

Αναζήτηση